«Οι ΗΠΑ είναι ένας καλός φίλος, αλλά εάν αγοράσουμε από εκεί υπάρχουν περιορισμοί, όπως στη Γερμανία και την Κίνα» υπογράμμισε στη δήλωσή του ο Πρόεδρος των Φιλιππίνων, Ροντρίγκο Ντουτέρτε, στο πλευρό του Προέδρου του Ισραήλ, Ρεουβέν Ριβλίν, σύμφωνα με τους Times of Israel που επικαλούνται δήλωσή του γραμμένη στα εβραϊκά.
Ο επί επτά θητείες δήμαρχος του Νταβάο, και γνωστός για την «εκστρατεία» του κατά των ναρκωτικών στη χώρα του με αποτέλεσμα χιλιάδες δολοφονίες και τις καταγγελίες των υπέρμαχων των ανθρωπίνων δικαιωμάτων για εκτελέσεις με συνοπτικές διαδικασίες, βρέθηκε στο Ισραήλ για αγορές όπλων, και άδραξε την ευκαιρία να βελτιώσει τις σχέσεις του με το εβραϊκό κράτος.
«Δεν μπορώ να φανταστώ μια χώρα να υπακούει έναν παρανοϊκό ηγέτη και δεν μπορώ καν να φανταστώ το θέαμα ενός ανθρώπου να επιδίδεται σε όργιο δολοφονιών, σκοτώνοντας ηλικιωμένους, γυναίκες και παιδιά. Ελπίζω να μην συμβεί ξανά. Το μάθημα είναι: τύρανοι και ηγέτες που εμφανίζουν παράνοια, θα πρέπει να εκτοπίζονται με την πρώτη ευκαιρία» δήλωσε κατά την επίσκεψή του στο μνημείο του Ολοκαυτώματος. Σημειώνεται πως ήταν ο ίδιος ο Ρ. Ντουτέρτε που προ διετίας συνέκρινε τον εαυτό του με τον Χίτλερ.
«Υπάρχουν τρία εκατομμύρια τοξικομανείς (στις Φιλιππίνες). Θα ήμουν χαρούμενος να τους σφάξω» δήλωσε τον Σεπτέμβριο του 2016, συμπληρώνοντας πως «εάν η Γερμανία είχε τον Χίτλερ, οι Φιλιππίνες έχουν εμένα». Ακόμη, τότε είχε προσθέσει πως «ξέρετε τα θύματα μου. Θα ήθελα [τα θύματα] να είναι όλοι εγκληματίες για να δώσω ένα τέλος στο πρόβλημα της χώρας μου και να σώσω την επόμενη γενιά από τον αφανισμό».
«Υπάρχει πάντα ένα μάθημα από το οποίο μπορεί να διδαχτούμε. Οι δεσπότες και οι ηγέτες που δείχνουν παραφροσύνη θα πρέπει να τους ξεφορτωνόμαστε» δήλωσε τη Δευτέρα από το Ισραήλ. Παράλληλα, ο Φιλιππινέζος ηγέτης ζήτησε συγγνώμη από τον Μπαράκ Ομπάμα για τον προσβλητικό χαρακτηρισμό που είχε κάνει το 2016, τονίζοντας ωστόσο ότι οι σχέσεις Ουάσινγκτον-Μανίλας βελτιώθηκαν από τότε που ανέλαβε προεδρικά καθήκοντα ο «καλός φίλος» Ντόναλντ Τραμπ, όπως τον αποκάλεσε, με τον οποίο «βρισκόμαστε στο ίδιο μήκος κύματος», όπως είπε.
«Θα ήταν πρέπον σήμερα να πω στον κύριο Ομπάμα που τώρα είναι ένας πολίτης ότι ζητώ συγγνώμη για εκείνα τα λόγια». Υπενθυμίζεται πως τότε, ο Ντουτέρτε είχε αποκαλέσει τον Ομπάμα και τον πάπα «πουτάνας γιους».
«Ο Χίτλερ ήταν ο διάολος» αρκέστηκε να του απαντήσει ο Πρόεδρος του Ισραήλ, ενώ ακολούθως οι δύο άνδρες έκαναν ειδική αναφορά στους ισχυρούς δεσμούς των δύο χωρών και τον κοινό αγώνα τους «στην καταπολέμηση της τρομοκρατίας», με ειδικές αναφορές στην «ισλαμική τρομοκρατία». Αναφορές έγιναν ακόμη στη συνεργασία των μυστικών υπηρεσιών των δύο χωρών, το εμπόριο, την επιστήμη και την περίθαλψη.
Νωρίτερα τη Δευτέρα, ο Πρόεδρος των Φιλιππίνων συναντήθηκε με τον Ισραηλινό πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου και υπέγραψαν συμφωνίες στους τομείς τουρισμού, εργασίας και άμυνας. Το γραφείο Τύπου της ισραηλινής κυβέρνησης ανακοίνωσε ότι το μεγαλύτερο μέρος της επίσκεψης Ντουτέρτε θα παρακολουθείται στενά από τα μέσα ενημέρωσης, σε ένα προφανές μέτρο προφύλαξης ενάντια σε πιθανά ατοπήματα ενός προέδρου, οι πολιτικές πάταξης του εγκλήματος στη χώρα και η ρητορική του έχουν προκαλέσει ανατριχίλα στο εσωτερικό και εξωτερικό.
Σημειώνεται πως το Ισραήλ θεωρείται ένας από τους κορυφαίους εμπόρους όπλων στον κόσμο, καθώς το 60% των εξαγωγών του κατευθύνεται στην περιοχή της Ασίας και του Ειρηνικού, σύμφωνα με τα στοιχεία του υπουργείου Άμυνας της χώρας, με τις Φιλιππίνες να αποτελούν έναν από τους πιο πρόσφατους σημαντικούς πελάτες του, με πωλήσεις εξοπλισμών αξίας 21 εκατ. ευρώ. Άλλωστε, δεν είναι η πρώτη φορά που το Ισραήλ βρίσκεται στο επίκεντρο της κριτικής για μια εμπορική συμφωνία πώλησης όπλων, αφού ως γνωστό προμήθευσε τη Μιανμάρ με «προηγμένα όπλα» το 2017, τα οποία και χρησιμοποιούνται στην εκστρατεία εθνοκάθαρσης της χώρας εναντίο της μουσουλμανικής μειονότητας των Ροχίνγκια.
Αξίζει επίσης να σημειωθεί πως για την επίσκεψη αυτή και τη συναλλαγή του Ισραήλ με το καθεστώς των Φιλιππίνων, ο Μπεντζαμίν Νετανιάχου βρέθηκε στο στόχαστρο πλήθους οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, καθώς και μέρους του ισραηλινού Τύπου.