X
Πατήστε εδώ για να γίνετε συνδρομητής! Αν είστε ήδη Συνδεθείτε για να μη βλέπετε αυτό το μήνυμα
X

Συνδεθείτε μέσω TPP Community

Έχετε συνδεθεί επιτυχώς

Όταν το κράτος σώζει «την Οικονομία», αλλά όχι Εσένα

Η απάντηση της Κίνας στην πανδημία έρχεται σε έντονη αντίθεση με αυτή του Τραμπ, δεδομένου ότι το κινεζικό κράτος παρείχε πολύ ισχυρότερη στήριξη στη δημόσια υγεία, αλλά λίγη βοήθεια για τους φτωχότερους. Οι απαντήσεις και των δύο χωρών στην κρίση δείχνουν ότι ένα ισχυρό κράτος δεν έρχεται σε αντίθεση με τον νεοφιλελευθερισμό αλλά είναι αναπόσπαστο στοιχείο του.
|

των Θάνου Μωραΐτη* και Γιουνίγκ Σι *

(Το άρθρο δημοσιεύθηκε αρχικά στο Jacobin – Μετάφραση: Άννα Κόκκαλη)

Η κοινή λογική υπαγορεύει ότι η παγκόσμια κρίση του κορονοϊού πρέπει να αντιμετωπιστεί με διεθνή συνεργασία. Στην πράξη όμως, η πανδημία θα αντιμετωπιστεί από κάθε έθνος-κράτος ανεξάρτητα, χωρίς ομοιόμορφη οικονομική απάντηση ή ίδιους ρυθμούς ανάκαμψης. Ενώ ο καπιταλισμός κυριαρχείται από τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία, οι αποφάσεις που λαμβάνονται από κάθε κυβέρνηση επηρεάζονται σε μεγάλο βαθμό από τις ιδιαίτερες δομές εξουσίας, τις πολιτικές συνθήκες και την ισορροπία των ταξικών δυνάμεων σε κάθε χώρα – διαφορές που ενδέχεται να γίνουν πιο έντονες με το τέλος της κρίσης.

Οι πιο κρίσιμες διαφορές είναι φυσικά αυτές μεταξύ ΗΠΑ, ως μόνη ηγεμονική δύναμη και Κίνας ως ανερχόμενης δύναμης που διεκδικεί την παγκόσμια ηγεμονία. Oι διαφορές στον τρόπο αντιμετώπισης της κρίσης των κυβερνήσεών τους ρίχνει φως στην ισορροπία δυνάμεων μεταξύ των κεντρικών και των τοπικών αρχών, καθώς και μεταξύ του κράτους και της αγοράς και στις δύο χώρες.

Η πρωτόγνωρη επέκταση των δημοσίων δαπανών στις ΗΠΑ είναι αλήθεια ότι προκάλεσε συζητήσεις σχετικά με το αν αυτή η κρίση σηματοδοτεί το «τέλος του νεοφιλελευθερισμού». Όμως, η διαφορετικότητα μεταξύ των κινεζικών και αμερικανικών αντιδράσεων στην κρίση μας επιτρέπει να υπογραμμίσουμε την ανάγκη να υπερβούμε την ψευδή αντίθεση μεταξύ ενός ισχυρού παρεμβατικού κράτους και του νεοφιλελευθερισμού. Αντίθετα, πρέπει να εστιάσουμε στο πώς οι διαφορετικές δομές εξουσίας εκδηλώνονται συγκεκριμένα στον τρόπο με τον οποίο κάθε χώρα αντιμετώπισε την κρίση μέχρι στιγμής. Αυτή η αντίθεση γίνεται ακόμη πιο έντονη λόγω των αυξημένων πολιτικών εντάσεων μεταξύ της Κίνας και των ΗΠΑ, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Τζο Μπάιντεν κάνουν εκστρατεία για το ποιος μπορεί να «χειριστεί» καλύτερα την κινεζική κυβέρνηση.

Αξίζει να επισημανθεί ότι για την Κίνα, το 2020 είναι το τελευταίο έτος του 13ου Πενταετούς Προγράμματος και η κινεζική κυβέρνηση επιθυμεί την επίτευξη του στόχου της για μία «Πλήρως ευημερούσα κοινωνία» (quanmian jiancheng xiaokang shehui). Για τις ΗΠΑ, το 2020 είναι έτος εκλογών και η ομοσπονδιακή κυβέρνηση πιέζεται να επιτύχει γρήγορα αποτελέσματα. Αυτές οι βραχυπρόθεσμες ανησυχίες έπαιξαν ζωτικό ρόλο στη διαμόρφωση των απαντήσεων των δύο κρατών.

Ο κορονοϊός ξέσπασε στην Κίνα αμέσως πριν από το Κινεζικό Νέο Έτος – μία περίοδο που συνήθως συνοδεύεται από αυξημένη κατανάλωση. Αλλά το 2020, ολόκληρη η οικονομία πάγωσε ξαφνικά, καθώς ο κορονοϊός διέκοψε τις εγχώριες αλλά και τις παγκόσμιες αλυσίδες εφοδιασμού. Μία εβδομάδα μετά την καραντίνα της Γιουχάν, η κυβέρνηση των ΗΠΑ ανακοίνωσε την απαγόρευση ταξιδίων για άτομα που ήταν στην Κίνα δύο εβδομάδες πριν από την προγραμματισμένη επίσκεψή τους στις ΗΠΑ. Ωστόσο, η απαγόρευση ακολουθήθηκε από ένα μήνα κατά τον οποίο οι ΗΠΑ δεν έκαναν τίποτα για να προετοιμαστούν για την επερχόμενη κρίση. Αντ ‘αυτού, σε μια προσπάθεια κατευνασμού της χρηματιστηριακής αγοράς, ο Τραμπ υποβάθμισε τον κίνδυνο που ενείχε ο COVID-19 για την οικονομία και την υγεία τού αμερικανικού λαού.

Παρά τις διαβεβαιώσεις τού Τραμπ, η κατάσταση έκτακτης ανάγκης στον τομέα της δημόσιας υγείας πυροδότησε μία παγκόσμια ύφεση από την οποία δεν γλύτωσαν ούτε η Κίνα ούτε οι ΗΠΑ. Το ποσοστό ανεργίας κλιμακώθηκε ραγδαία και στις δύο χώρες, φτάνοντας το 6,2% στην Κίνα, στις 20 Φεβρουαρίου και το 4,4 % στις ΗΠΑ, στις 20 Μαρτίου. Πιο πρόσφατα, οι νέες αιτήσεις για επιδόματα ανεργίας στις ΗΠΑ εκτινάχτηκαν πέραν των 30 εκατομμυρίων, αριθμός αρκετές φορές μεγαλύτερος από εκείνον της οικονομικής κρίσης του 2007-2009. Ένα σοκ που ξεκίνησε ως κατάσταση έκτακτης ανάγκης για την υγεία μετατράπηκε σε μεγάλη οικονομική και κοινωνική κρίση τόσο στην Κίνα όσο και στις ΗΠΑ.

Πίνακας 1: Ποσοστό ανεργίας στα αστικά κέντρα της Κίνας, και ποσοστό ανεργίας στις ΗΠΑ. Πηγές: Γραφείο Στατιστικής Εργασίας των ΗΠΑ (Federal Reserve Bank of St. Louis. https://fred.stlouisfed.org/series/UNRATE και Wind)

 

Πίνακας 2: Εκτιμήσεις νέας ανεργίας στις ΗΠΑ (Διοίκηση απασχόλησης και κατάρτισης ΗΠΑ, Federal Reserve Bank of St. Louis; https://fred.stlouisfed.org/series/ICSA)

 

Αλλά εδώ τελειώνουν οι ομοιότητες. Στην Κίνα, οι δομές εξουσίας του κινεζικού κράτους επέτρεψαν στην κυβέρνηση να παρέμβει άμεσα στην αγορά εργασίας. Αυξήθηκε η απασχόληση σε κρατικές επιχειρήσεις και οργανισμούς (SOEs) και ενισχύθηκαν οι δημόσιες επενδύσεις σε έργα υποδομής. Επιπλέον, ο συντονισμός των επαρχιών από την κεντρική κυβέρνηση επέτρεψε στο Κινεζικό Κομμουνιστικό Κόμμα (Κ.Κ.Κ.) να αντιμετωπίσει την υγειονομική κρίση με σημαντική αποτελεσματικότητα. Ταυτόχρονα, οι πολιτικές της κινεζικής κυβέρνησης επικεντρώθηκαν κυρίως στις μακροπρόθεσμες μακροοικονομικές επιπτώσεις και αγνόησαν την παροχή άμεσης ανακούφισης σε ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού.

Αντιθέτως, η κυβέρνηση των ΗΠΑ, ενεργώντας σύμφωνα με τη νεοφιλελεύθερη ιδεολογία της, προσπάθησε να ενισχύσει και να υπερασπίσει την απασχόληση με έμμεσο τρόπο. Προσφέρθηκε ρευστότητα σε εταιρείες υπό τη μορφή δανείων, ενώ δόθηκαν κίνητρα στις επιχειρήσεις να διατηρήσουν το εργατικό τους δυναμικό. Το αποτέλεσμα ήταν μια δραματική αποτυχία, η οποία οδήγησε σε έντονη κλιμάκωση της ανεργίας. Επιπλέον, η μεγαλύτερη ανεξαρτησία των μεμονωμένων κρατών σε σχέση με την ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ και η έλλειψη κεντρικού συντονισμού συνέχισαν να δημιουργούν σημαντικές δυσκολίες στον έλεγχο του ιού, σε σύγκριση με την Κίνα. Είναι αξιοσημείωτο, ωστόσο, ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ έδωσε μεγαλύτερη έμφαση στην παροχή άμεσης ανακούφισης σε πιο αδύναμες κοινωνικές ομάδες. Το κίνητρο της κυβέρνησης Τραμπ ήταν πιθανώς οι επικείμενες γενικές εκλογές, αλλά η αντίθεση με την Κίνα παραμένει αξιοσημείωτη.

Κεντρικές και τοπικές προσπάθειες

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι οι κινεζικές κρατικές δομές αποδείχθηκαν πιο αποτελεσματικές στην αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης. Αυτό οφείλεται εν μέρει στην απόλυτη εξουσία που εγγυάται η κεντρική κυβέρνηση λόγω του μονοκομματικού συστήματος , το οποίο μειώνει τις τριβές μεταξύ κεντρικών και τοπικών αρχών

Η κινεζική κεντρική κυβέρνηση θέτει τους πολιτικούς στόχους και συντονίζει τις δραστηριότητες των επαρχιακών κυβερνήσεων που είναι υπεύθυνες για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή συγκεκριμένων μέτρων. Ο κεντρικός συντονισμός -σε αυτήν την περίπτωση ανέλαβε η ομάδα εργασίας για τον έλεγχο της επιδημίας, με επικεφαλής τον πρωθυπουργό Li Keqiang – εξασφάλισε ότι κάθε επαρχία στην ηπειρωτική Κίνα είναι υπεύθυνη για το ιατρικό προσωπικό τουλάχιστον μίας πόλης στην επαρχία Χουμπέι. Η ταχεία εγκατάσταση δύο νοσοκομείων 1.600 κλινών στη Γιουχάν, που κατασκευάστηκαν από μια κεντρική κρατική επιχείρηση (SOE), αποτελεί σαφή απόδειξη της αποτελεσματικότητας των ειλημμένων μέτρων.

Αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις ΗΠΑ, με την έλλειψη κεντρικού συντονισμού, που ενισχύεται τόσο από την αντιπολίτευση του κόμματος όσο και από την τυπική διαμάχη μεταξύ κρατικών και ομοσπονδιακών τομέων ευθύνης. Μόλις στις 31 Μαρτίου, οι κυβερνήτες ανέφεραν ότι ανταγωνίζονταν με άλλες Πολιτείες προκειμένου να αποκτήσουν πρόσβαση σε ιατρικούς πόρους. Ακόμα και αφού ο Γραμματέας Υγείας και Ανθρώπινων Υπηρεσιών, Άλεξ Αζάρ, ανέλαβε την κεντρική διανομή ιατρικού εξοπλισμού και δημιουργήθηκε μια ειδική ομάδα με επικεφαλής τον αντιπρόεδρο, η διανομή τόσο του εξοπλισμού όσο και των πόρων παρέμεινε υπό πολιτικό έλεγχο και, σε ορισμένες περιπτώσεις, ad hoc.

Μετά από αρκετές εβδομάδες επαναχρησιμοποίησης παλαιού εξοπλισμού, τα νοσοκομεία της Νέας Υόρκης απέκτησαν πρόσβαση σε πόρους που χρειάστηκαν όταν ο Πρόεδρος Τραμπ άκουσε «από φίλους του στη Νέα Υόρκη» για το πρόβλημα. Η σύγκρουση μεταξύ ομοσπονδιακών και πολιτειακών αρχών έγινε σταδιακά πιο έντονη καθώς ο Πρόεδρος ενθάρρυνε τους πολίτες να «απελευθερώσουν» ορισμένες πολιτείες, πιθανώς συνεχίζοντας τις διαδηλώσεις όπου χιλιάδες άνθρωποι ζητούσαν τον τερματισμό της καραντίνας. Πράγματι, δώδεκα πολιτείες των ΗΠΑ, όπως η Γεωργία, η Νότια Καρολίνα και το Τεννεσί, ήραν τον αποκλεισμό. Η ανεπάρκεια της διοίκησης Τραμπ επιδείνωσε τις διαρθρωτικές αδυναμίες της κρατικής εξουσίας στην αντιμετώπιση της υγειονομικής κρίσης.

Κράτος και αγορά

Αυτές οι διαφορετικές προσεγγίσεις – και οι σχετικές συμπεριφορές απέναντι στις σχέσεις μεταξύ κράτους και αγοράς- εκδηλώνονται επίσης στο έδαφος της οικονομικής ανάκαμψης.

Κίνα

Στην Κίνα, το κράτος είναι παράγοντας ζωτικής σημασίας συμμετέχοντας στις διαδικασίες της αγοράς ως ιδιοκτήτης των κρατικών επιχειρήσεων (SOEs) που εκτιμάται ότι παράγουν περίπου το 25% του ΑΕΠ. Τα τελευταία στοιχεία (για την περίοδο 2017-2018) δείχνουν ότι οι κρατικές επιχειρήσεις παρέχουν περίπου το 13% της συνολικής αστικής απασχόλησης, ποσοστό που φτάνει το 30% όταν περιλαμβάνονται και οι δημόσιοι υπάλληλοι. Σε περιόδους κρίσης, αυτό επιτρέπει στην κυβέρνηση να παρέμβει άμεσα στην οικονομία μέσω του κρατικού τομέα. Έτσι, στις 20 Μαρτίου, το Κρατικό Συμβούλιο της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας εξέδωσε «οδηγία » σχετικά με τον τρόπο σταθεροποίησης της απασχόλησης, προτρέποντας τις κρατικές επιχειρήσεις, τους δημόσιους φορείς και τον στρατό να αυξήσουν την απασχόληση το 2020 και το 2021, ειδικά για τους αποφοίτους κολεγίου. Αρκετές μεγάλες κεντρικές κρατικές επιχειρήσεις άρχισαν γρήγορα να επεκτείνουν τις ευκαιρίες εργασίας για αποφοίτους και μετανάστες εργαζόμενους.

Ταυτόχρονα, η κινεζική κυβέρνηση παρείχε κίνητρα σε ιδιωτικές επιχειρήσεις προκειμένου να διατηρήσουν το εργατικό τους δυναμικό. Η ίδια «οδηγία» προέτρεπε τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) να προσλαμβάνουν φοιτητές κολεγίου για περισσότερο από ένα χρόνο εξασφαλίζοντας εφάπαξ επιδότηση. Για τις ΜΜΕ που δεν απολύουν εργαζόμενους, ή που απολύουν μόνο λίγους, καθώς και για όλες τις επιχειρήσεις στην επαρχία Χουμπέι, η επιδότηση θα μπορούσε να είναι το 100% της ασφάλισης ανεργίας που κατέβαλαν οι εταιρείες και οι υπάλληλοί τους το 2019 – αντιπροσωπεύοντας το 2% των συνολικών μισθών και 1% του μισθού, αντίστοιχα. Η επιδότηση για άλλους θα μπορούσε να αντιστοιχεί έως και τρεις μήνες της ασφάλισης ανεργίας που υποτίθεται ότι πρέπει να καταβάλουν οι επιχειρήσεις.

Στο μεταξύ, οι δημόσιες επενδύσεις «νέων υποδομών» αναπτύχθηκαν για την ενίσχυση της απασχόλησης και της ζήτησης, με στόχο την επιτάχυνση της ανάκαμψης και τη διατήρηση της αύξησης του ΑΕΠ. Η κεντρική κυβέρνηση έδωσε προτεραιότητα στις επενδύσεις σε βιομηχανίες με υψηλές δυνατότητες αύξησης της απασχόλησης, στην αναζήτηση νέων επενδυτικών σχεδίων που διευκολύνουν καινοτομίες σε βασικούς τομείς και βελτιώνουν την κοινωνική ανάπτυξη στις οικονομικά ασθενέστερες περιοχές του κέντρου και στα δυτικά της χώρας. Έως τις 5 Μαρτίου, είκοσι πέντε από τις τριάντα μία επαρχίες είχαν προτείνει νέα έργα υποδομής στις κυβερνητικές εκθέσεις τους. Προτεραιότητα δόθηκε σε σταθμούς βάσης 5G, στην τεχνητή νοημοσύνη, σε μεγάλα κέντρα δεδομένων και την κβαντική πληροφορική , με την ανάπτυξη δικτύων 5G να λαμβάνουν το μεγαλύτερο μερίδιο επενδύσεων. Δύο εγχώριοι γίγαντες τηλεπικοινωνιών, η Unicom και η China Telecom, ανακοίνωσαν τη συνεργασία τους για την εθνική κατασκευή 250.000 σταθμών βάσης 5G έως το τέλος του τρίτου τριμήνου.

Εν κατακλείδι , η Κίνα επιτάχυνε τις επενδύσεις «νέων υποδομών» προκειμένου να αντισταθμίσει τον οικονομικό αντίκτυπο της νέας νόσου του κορονοϊού (COVID-19), να ενισχύσει τη βιώσιμη ανάπτυξη και να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την βαριά οικονομική πίεση που δεχόταν.

ΗΠΑ

Η αντίθεση με τις ΗΠΑ είναι έντονη. Εκεί, οι εργαζόμενοι ιδιωτικών επιχειρήσεων αποτελούν πάνω από το 85% του συνολικού εργατικού δυναμικού, ενώ ο αριθμός και το μέγεθος των «κυβερνητικών εταιρειών», το πλησιέστερο αμερικανικό αντίστοιχο των κινεζικών κρατικών επιχειρήσεων είναι πολύ μικρό για να επηρεάσει σημαντικά τη ζήτηση εργασίας. Δεδομένης της έλλειψης «εργαλείων» των κρατικών επιχειρήσεων και της απροθυμίας ενίσχυσης των δημόσιων επενδύσεων για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ προσπάθησε να μετριάσει έμμεσα τις επιπτώσεις στην ανεργία μέσω δανείων που είτε παρέχουν κίνητρα στους εργοδότες προκειμένου να διατηρήσουν το εργατικό τους δυναμικό είτε υπόκεινται σε όρους οι οποίοι υπαγορεύουν πού θα μπορούσαν (ή δεν μπορούσαν) να δαπανηθούν τα κεφάλαια.

Ο νόμος περί βοήθειας, αρωγής και οικονομικής ασφάλειας για τον κορονοϊό (CARES), υπερψηφίστηκε στις 27 Μαρτίου. Ένα μεγάλο μέρος του πακέτου στήριξης ύψους 2 τρισ. δολαρίων παρείχε δάνεια με στόχο την υποστήριξη επιχειρήσεων όλων των μεγεθών καθώς και τη μείωση του ποσοστού ανεργίας με την προσθήκη περιοριστικών όρων για μερικά από αυτά τα δάνεια. Σύντομα κατέστη σαφές ότι αυτή η έμμεση μέθοδος στήριξης της απασχόλησης θα ήταν βαθιά προβληματική. Σε απάντηση, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ ανακοίνωσε στις 9 Απριλίου ότι θα λάβει πρόσθετα μέτρα για την παροχή δανείων ύψους έως 2,3 τρισ. δολαρίων σε επιχειρήσεις, καθώς και σε κρατικές και τοπικές κυβερνήσεις.

Το Υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ παρέχει περίπου 195 δισ. δολάρια βάσει του νόμου CARES, ως πιστωτική προστασία για αυτά τα δάνεια.

Οι αδυναμίες αυτών των μαζικών ενέσεων ρευστότητας ήταν αμέσως εμφανείς. Το πρόγραμμα δανεισμού για μεγάλες επιχειρήσεις δεν περιείχε περιορισμούς σχετικά με την επαναγορά των μετοχών, τα μερίσματα, την αμοιβή των στελεχών ή τη διατήρηση του εργατικού δυναμικού – επιτρέποντας έτσι στις εταιρείες να αξιοποιήσουν αυτά τα κεφάλαια για να αυξήσουν την αξία των μετοχών τους και να καταβάλουν μερίσματα στους μετόχους. Το πρόγραμμα για μεσαίες και μικρές εταιρείες συνοδεύεται από περισσότερους περιορισμούς καθώς «οι δανειολήπτες πρέπει επίσης να ακολουθούν περιορισμούς αποζημίωσης, επαναγοράς μετοχών και μερισμάτων που ισχύουν για προγράμματα άμεσου δανείου βάσει του νόμου CARES».

Ωστόσο, οι εργαζόμενοι δεν προστατεύονται, επειδή η Fed ζητά απλώς «λογικές προσπάθειες για τη διατήρηση των μισθών και την παραμονή και προστασία των εργαζομένων». Τέλος, οι μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις μπορούν να υποβάλουν αίτηση για δάνεια στο Small Business Association μέσω του Paycheck Protection Program (PPP). Αυτά τα δάνεια γίνονται επιχορηγήσεις εάν τα κεφάλαια δαπανώνται για μισθοδοσία (τουλάχιστον 75% του συνόλου), τόκοι για υποθήκες, ενοίκια και υπηρεσίες κοινής ωφέλειας. Ωστόσο, οι επιχειρήσεις μπορούν να επιλέξουν να αντιμετωπίσουν τα κεφάλαια ως δάνεια και να απολύσουν ορισμένους από τους υπαλλήλους τους. Όμως , τα κεφάλαια από το PPP εξαντλήθηκαν γρήγορα και εμφανίστηκαν σημαντικά προβλήματα στην εκταμίευσή τους ακόμη και μετά την επίσημη έγκριση των δικαιούχων. Η μέθοδος εκταμίευσης ήταν επίσης αμφιλεγόμενη, καθώς οι τράπεζες είχαν ήδη κάνει περίπου 10 δισ. δολάρια σε τέλη επεξεργασίας.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι αμέσως μετά το πλήγμα του κορονοϊού, οι νεοφιλελεύθερες, χρηματοοικονομικές δομές του αμερικανικού καπιταλισμού συνέβαλαν άμεσα στην έκτακτη έκρηξη της ανεργίας. Το σύστημα αποδείχθηκε ανίκανο να αντιμετωπίσει τόσο την κατάσταση έκτακτης ανάγκης για τη δημόσια υγεία όσο και το σοκ για τη μισθωτή εργασία και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Κοινωνική προστασία

Εξίσου αποκαλυπτικές, ωστόσο, υπήρξαν οι διαφορές στην κοινωνική προστασία μεταξύ των δύο κυρίαρχων κρατών στην παγκόσμια αγορά.

Οι οικονομικές πολιτικές της Κίνας έχουν επικεντρωθεί κυρίως στις μακροοικονομικές πτυχές του κορονοϊού – δηλαδή την απασχόληση και την ανάπτυξη. Το κλειδί αυτής της απόφασης είναι ότι το 2020 αποτελεί το τελευταίο έτος για να επιτευχθεί ο δηλωμένος στόχος της κυβέρνησης για μία «πλήρως ευημερούσα κοινωνία», καθώς και το τελευταίο έτος του 13ου Πενταετούς Προγράμματος.

Από την πλευρά της κυβέρνησης, απομένει μόνο ένα καθήκον για την επίτευξη του στόχου της – δηλαδή η οικονομική ενίσχυση 5,51 εκατομμυρίων φτωχών σε αγροτικές περιοχές πάνω από το ετήσιο κατά κεφαλήν εισόδημα των 2.300 γουάν (340 δολάρια το 2010 σε σταθερές τιμές). Η κρίση του κορονοιού έχει αυξήσει τη δυσκολία και την αβεβαιότητα της επίτευξης αυτού του στόχου, με μεγάλο αριθμό μεταναστών εργαζομένων, αγροτών και αυτοαπασχολούμενων να είναι πιθανό να πέσουν κάτω από αυτό το όριο. Γι αυτό και η ανησυχία της κυβέρνησης για τη δημιουργία νέων θέσεων εργασίας μέσω της επέκτασης δημόσιων επενδύσεων σε ολόκληρη τη χώρα.

Όμως δεν είναι λιγότερο εντυπωσιακή η άμεση εισοδηματική υποστήριξη της Κίνας για τα στρώματα των εργαζομένων και άλλων που πλήττονται περισσότερο. Ελήφθησαν μέτρα για να διασφαλιστεί ότι οι επιχειρήσεις συνεχίζουν να πληρώνουν υπαλλήλους – θα λαμβάνουν τον κανονικό τους μισθό για τουλάχιστον έναν κύκλο πληρωμών. Στα τέλη του 2018, το 97% του πληθυσμού της Κίνας είχε καλυφθεί από ασφάλιση δημόσιας υγείας στο πλαίσιο του επαρχιακού ανταποδοτικού συστήματος ασφάλισης wuxian yijin των «Πέντε ασφαλίσεων και ενός επιδόματος » (το wuxian yijin, συμπεριλαμβάνει την ασφάλιση σύνταξης, ιατρική ασφάλιση, ασφάλιση ανεργίας, ασφάλιση εργατικού ατυχήματος, ασφάλιση μητρότητας και στεγαστικό επίδομα). Τα έξοδα που πληρώνονται εν μέρει από τους εργοδότες και εν μέρει από τους ίδιους τους εργαζόμενους, αφαιρούνται απευθείας από τους μισθούς τους. Στην περίπτωση του COVID-19, όλοι οι ιατρικοί λογαριασμοί καλύπτονται από το δημόσιο τομέα για άτομα που είναι ασφαλισμένα, με τα δύο τρίτα να πληρώνονται από τη δημόσια υγεία και το υπόλοιπο το ένα τρίτο μέσω του δημοσιονομικού προϋπολογισμού.

Ωστόσο, δεν υπήρχε κεντρική απόφαση για τη διανομή νομισματικής στήριξης σε πληγείσες οικογένειες και σε όσους αντιμετωπίζουν φτώχεια από την κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας. Για παράδειγμα, στο Χενάν την τρίτη πιο πυκνοκατοικημένη επαρχία στην κεντρική Κίνα, υπήρχε μόνο ένα μικρό, εφάπαξ επίδομα 2.000 γουάν (282 δολάρια) σε εγγεγραμμένους φτωχούς υπαλλήλους ως ειδική επιδότηση για την πανδημία.

Άλλες επαρχίες συνέχισαν να εξαρτώνται από τα κουπόνια κατανάλωσης, αλλά αυτά μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μόνο για συγκεκριμένα αγαθά και υπηρεσίες, όπως ο τουρισμός, και όχι για παντοπωλεία ή καθημερινές ανάγκες.

Μόνο τα κουπόνια που παρέχονται από τη διοίκηση της Γιουχάν ισχύουν για βασικές ανάγκες, αλλά αυτά προσφέρονται με σειρά προτεραιότητας, μέσω συστήματος ηλεκτρονικής πληρωμής. Έτσι αποκλείστηκαν άτομα χωρίς smartphone και αυτοαπασχολούμενοι. Η στέρηση και οι δύσκολες συνθήκες για τους φτωχούς έχουν ενταθεί.

Αυτό έρχεται σε αντίθεση με την προσέγγιση της αμερικανικής κυβέρνησης. Με πιθανό στόχο την εδραίωση της βάσης του Τραμπ ενόψει των γενικών εκλογών του Νοεμβρίου, η διοίκηση επικεντρώθηκε στην παροχή άμεσης ανακούφισης μέσω εφάπαξ πληρωμών σε νοικοκυριά και στην ενίσχυση των επιδομάτων ανεργίας.

Έτσι, ο νόμος CARES ορίζει ότι οι πολίτες που κερδίζουν κάτω από 75.000 δολάρια θα λάβουν έως 1.200 δολάρια ο καθένας (συν 500 δολάρια για κάθε παιδί), ενώ οι παροχές ανεργίας επεκτάθηκαν κατά δεκατρείς εβδομάδες και αυξήθηκαν κατά 600 δολάρια πάνω από τα κρατικά επιδόματα. Οι απαραίτητες προϋποθέσεις για επιδόματα ανεργίας χαλάρωσαν, με τους αυτοαπασχολούμενους πολίτες να μπορούν να ζητήσουν παροχές για πρώτη φορά. Επιπλέον, οι εξώσεις έχουν απαγορευτεί για τέσσερις μήνες και οι αποκλεισμοί σε όλα τα ενυπόθηκα στεγαστικά δάνεια με ομοσπονδιακή υποστήριξη έχουν ανασταλεί για εξήντα ημέρες. Επιπλέον, ένα μέρος των 100 δισ δολαρίων που προορίζεται για την υποστήριξη νοσοκομείων υποτίθεται ότι θα καλύψει τους ιατρικούς λογαριασμούς των ανασφάλιστων πολιτών για προβλήματα που σχετίζονται με το COVID-19. Πριν από τον νόμο CARES, ο νόμος “Families First Coronavirus Response Act” παρείχε οικογενειακή άδεια ασθενείας έκτακτης ανάγκης με πλήρη οικονομική κάλυψη, επισιτιστική βοήθεια, ασφάλιση παρατεταμένης ανεργίας που εγγυάται τη θέση του υπαλλήλου μετά τη λήξη αυτής της άδειας – και παρείχε εντελώς δωρεάν το τεστ ανίχνευσης για τον COVID-19.

Ενώ η άμεση ανακούφιση που θα παρέχουν ορισμένα από αυτά τα μέτρα είναι αδιαμφισβήτητη, τα κίνητρα πίσω από την επιλογή της κυβέρνησης παραμένουν αμφιλεγόμενα. Η κυβέρνηση Τραμπ επέλεξε βραχυπρόθεσμες παρεμβάσεις παρέχοντας άμεση υποστήριξη, χωρίς αύξηση των δημόσιων επενδύσεων ή παροχή καθολικής κάλυψης υγειονομικής περίθαλψης, προφανώς με σκοπό την ενίσχυση της εκλογικής της βάσης.

Είναι επίσης σημαντικό να τονιστεί ότι παρά τα μέτρα αυτά, οι ευάλωτες ομάδες στις ΗΠΑ παραμένουν εκτεθειμένες σε μεγάλο βαθμό.

Έτσι, οι τράπεζες μπορούν να κατασχέσουν ένα μέρος των εφάπαξ πληρωμών ως πληρωμές χρέους. Επιπλέον, οι ιατρικά ασφαλισμένοι πολίτες με προγράμματα που περιλαμβάνουν ρήτρες ιδίας συμμετοχής ή εκπτώσεων, καθώς και πολίτες με βασικά προγράμματα Medicare θα πρέπει να πληρώσουν ποσά που κυμαίνονται από 1.400 έως 9.000 δολάρια σε περίπτωση νοσηλείας. Τελευταίο αλλά εξ ίσου σημαντικό , ο συντριπτικός αριθμός των νέων επιδομάτων ανεργίας είναι η αιτία που το Υπουργείο Εργασίας καθυστέρησε τη διεκπεραίωση των αιτήσεων οδηγώντας τους άνεργους στο χείλος της φτώχειας.

Τι έπεται

Αντιμετωπίζοντας την κρίση του κορονοϊού, το έθνος – κράτος εισέβαλε δυναμικά στο προσκήνιο – παρακάμπτοντας τα ιδεολογικά επιχειρήματα σχετικά με την υποτιθέμενη αδυναμία του κράτους απέναντι στις αγορές και το ιδιωτικό κεφάλαιο. Ωστόσο, παρά τις τολμηρές παρεμβάσεις των κυβερνήσεων σε πολλές μεγάλες οικονομίες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, της Αγγλίας, της Γερμανίας και άλλων, είναι εξαιρετικά πρόωρο να μιλάμε για «επιστροφή στον Κεϋνσιανισμού» ή «το θάνατο του νεοφιλελευθερισμού». Ο αυταρχισμός και ένα ισχυρό κράτος δεν έρχονται σε αντίθεση με τον νεοφιλελευθερισμό αλλά αποτελούν σημαντικά συστατικά στοιχεία του.

Όπως ισχυρίζεται ο Ρόντρικ, οι κυβερνήσεις δεν ενεργούν με νέους τρόπους, αλλά ως «υπερβολικές εκδοχές του εαυτού τους». Η υγειονομική κρίση είναι μια ευκαιρία για να συνεχίσουν και να εμβαθύνουν τα προηγούμενα προγράμματά τους. Το πιθανότερο αποτέλεσμα είναι ότι οι υφιστάμενες οικονομικές τάσεις και οι πολιτικές συγκρούσεις θα ενταθούν.

Υπάρχουν ενδείξεις ότι αυτό συμβαίνει ήδη. Ο ανταγωνισμός ΗΠΑ και Κίνας φαίνεται να έχει βαθύνει, καθώς και τα δύο πολιτικά κόμματα στις ΗΠΑ διαγκωνίζονται για το ποιος μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικότερα την «κινεζική απειλή», ενώ προσπαθούν να μετατοπίσουν την ευθύνη για τη δημόσια υγειονομική κρίση στην κινεζική κυβέρνηση. Ταυτόχρονα, η Ιαπωνία και οι ΗΠΑ επιδιώκουν να επαναπατρίσουν τις βιομηχανίες που βρίσκονται σήμερα στην Κίνα ή να τις μεταφέρουν σε άλλες χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας.

Οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους οι ΗΠΑ και η Κίνα αντιμετώπισαν μέχρι τώρα την κρίση αποκαλύπτουν πώς μπορεί να ενταθεί ο ανταγωνισμός. Το κινεζικό κράτος έχει επιδείξει την ικανότητά του να αντιμετωπίσει την κρίση της δημόσιας υγείας σε κεντρικό επίπεδο, λαμβάνοντας ταυτόχρονα αποφασιστικά μέτρα για την ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας που στηρίζεται στη δημόσια ιδιοκτησία πόρων και στις δημόσιες επενδύσεις σε βασικές βιομηχανίες. Ταυτόχρονα, έχει δείξει ότι ανησυχεί πολύ περισσότερο για την άμεση υποστήριξη του εισοδήματος των νοικοκυριών και την ανακούφιση της φτώχειας. Το κράτος των ΗΠΑ, σε αντίθεση, έχει δείξει σημαντικές διαρθρωτικές αδυναμίες στην αντιμετώπιση της κρίσης στη δημόσια υγεία, ενώ η νεοφιλελεύθερη ιδεολογία του το εμπόδισε να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την οικονομική κρίση, με αποτέλεσμα να εκραγεί η ανεργία. Ταυτόχρονα, το αμερικανικό κράτος υποστήριξε εντονότερα τους φτωχούς και τους άπορους, παρά την αθλιότητα του νεοφιλελευθερισμού.

Αυτές οι διαφορές θα έχουν τεράστια σημασία κατά την επόμενη περίοδο, δεδομένου ότι δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η υπέρβαση της κρίσης του κορονοϊού θα εξαρτηθεί από το κράτος και τον δημόσιο τομέα σε όλο τον κόσμο. Οι νεοφιλελεύθερες πεποιθήσεις έχουν ήδη αμφισβητηθεί και η αποτυχία τους είναι ξεκάθαρη στις Ηνωμένες Πολιτείες, επηρεάζοντας επίσης τον ηγεμονικό της ανταγωνισμό με την Κίνα. Ο σταδιακός μαρασμός του νεοφιλελευθερισμού και η μεταβαλλόμενη ισορροπία στην διεκδίκηση της παγκόσμιας ηγεμονίας μεταξύ ΗΠΑ και Κίνας θα αλλάξουν επίσης τους όρους της συζήτησης για εναλλακτικές οικονομικές και κοινωνικές πολιτικές σε όλο τον κόσμο.

Οι αρθρογράφοι

  • Ο Θάνος Μωραΐτης είναι υποψήφιος διδάκτορας στο τμήμα Οικονομικών στο UMass
    Amherst. Είναι μέλος του ερευνητικού προγράμματος του EReNSEP με θέμα: «Η
    πολιτική οικονομία της κρίσης του COVID-19».
  • Η Γιουνίνγκ Σι είναι υποψήφια διδάκτορας στο Τμήμα Οικονομικών Επιστημών του
    SOAS, στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου. Είναι μέλος του ερευνητικού
    προγράμματος του EReNSEP με θέμα: «Η πολιτική οικονομία της κρίσης του
    COVID-19».

Σε χρειαζόμαστε

Το ThePressProject είναι το μοναδικό μέσο ανεξάρτητης, ερευνητικής και αποκαλυπτικής δημοσιογραφίας που στηρίζεται αποκλειστικά στις μικρο-δωρεές των επισκεπτών του. Πιστεύουμε ότι η πληροφορία πρέπει να είναι διαθέσιμη σε όλους και για αυτό δεν κλειδώνουμε κανένα κομμάτι της ύλης αλλά για να παραχθεί το πρωτογενές υλικό που θα βρείτε εδώ χρειαζόμαστε την υποστήριξή σου. Αν δεν πληρώσουμε εμείς για την ενημέρωσή μας, θα την πληρώσει κάποιος άλλος (και αν δεν είσαι ο Μαρινάκης μάλλον δεν έχεις τα ίδια συμφέροντα). Μάθε πώς
- Κάνε κλικ για να σχολιάσεις