Σύμφωνα με την ανακοίνωση της ΕΝΠΕ, την οποία υπερψήφισε το Περιφερειακό Συμβούλιο Αττικής, «ο νόμος είναι αντικειμενικά ανεφάρμοστος και (η ΕΝΠΕ / το Περιφερειακό Συμβούλιο Αττικής) στέκεται στο πλευρό των εργαζομένων μέχρι να δοθούν από το υπουργείο οι απαραίτητες οδηγίες και διευκρινίσεις καθώς και να κριθούν οριστικά τα σοβαρά ζητήματα αντισυνταγματικότητας που έχουν εγερθεί ενώπιον του Συμβουλίου Επικρατείας».
Τα κριτήρια αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας, όπως προσδιορίζονται στις διατάξεις του νόμου, εκτιμάται ότι «είναι στην ουσία αόριστες και μη σαφώς προσδιορισμένες έννοιες σε μία διοίκηση που λειτουργεί χωρίς καθηκοντολόγιο, χωρίς διακριτά χρονικά στάδια υλοποίησης των διαδικασιών και χωρίς προσδιορισμό των υπαλλήλων που απαιτούνται για τη διεκπεραίωση των διοικητικών ενεργειών σε υπηρεσίες που στην ουσία λειτουργούν υποστελεχωμένες».
 
Οι περιφερειακοί σύμβουλοι που υπερψήφισαν την παραπάνω πρόταση, στην πλειονότητά τους προερχόμενοι από το ΠΑΣΟΚ και τη Ν.Δ., καταψήφισαν την κοινή πρόταση που κατέβασαν η Λαϊκή Συσπείρωση, ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ που συντάχθηκαν με το ψήφισμα του Συλλόγου Υπαλλήλων Περιφέρειας Αττικής. Οι εργαζόμενοι, που εκπροσωπήθηκαν σε μεγάλο αριθμό στο σημερινό Περιφερειακό Συμβούλιο, είχαν ως αίτημα (με ψήφισμα που εκδόθηκε στις 23/06) «το Περιφερειακό Συμβούλιο να καταδικάσει τη διαδικασία και με απόφασή του να δώσει εντολή στον Περιφερειάρχη και τους υπηρεσιακούς παράγοντες να μην προχωρήσουν στην έκδοση αποφάσεων επιμερισμού των ανώτατων ποσοστών ανά κλίμακα βαθμολόγησης, να μη βαθμολογήσουν και να μην προωθήσουν κάθε σχετική διαδικασία».
 
Συγχρόνως, στις 24/06 οι προϊστάμενοι τεσσάρων Γενικών Διευθύνσεων στην Περιφέρεια Αττικής απέστειλαν, με την ένδειξη «Εξαιρετικά Επείγον», στον υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης με κοινοποίηση στον υπουργό Εσωτερικών και εσωτερική διανομή στις διευθύνσεις της Περιφέρειας, έγγραφο στο οποίο συμπεραίνουν ότι «υφίσταται αντικειμενική αδυναμία στην εφαρμογή των επίμαχων ρυθμίσεων του Ν.4250/2014, αφού είναι ορατός ο κίνδυνος εσφαλμένης εκτίμησης των πραγμάτων». Συμμερίζονται τις επιφυλάξεις «για την ορθή τήρηση του Συντάγματος, που ως δημόσιοι υπάλληλοι οφείλουμε πρωτίστως και υπεράνω όλων να τηρήσουμε». Και ζητούν την «αναθεώρηση των ρυθμίσεων τουλάχιστον για το προσωπικό των Περιφερειών».
 
Οι ανώτεροι δημόσιοι υπάλληλοι στο έγγραφό τους τονίζουν την απουσία εκτίμησης της αποδοτικότητας και της αποτελεσματικότητας των οργανικών μονάδων. Όπως σημειώνουν, προϋπόθεση για τον επιμερισμό των ποσοστών ανά υποκείμενη οργανική μονάδα είναι η «ύπαρξη αντικειμενικού συστήματος αξιολόγησης των οργανικών μονάδων τόσο ως προς την αποτελεσματικότητα και αποδοτικότητα αυτών, όσο και ως προς το βαθμό επίτευξης στόχων που τέθηκαν ανά οργανική μονάδα σε σχέση με την ασκούμενη πολιτική. Η όποια προσπάθεια έκδοσης απόφασης ενός Γενικού Διευθυντή επιμερισμού της ποσόστωσης ανά οργανική μονάδα, χωρίς την ύπαρξη αντικειμενικού προσδιορισμού της αποδοτικότητας και αποτελεσματικότητας των οργανικών μονάδων και τον προσδιορισμό αυτών σε σχέση με την ασκούμενη πολιτική είναι αυθαίρετη και ελεγκτέα ως προς τα αποτελέσματά της».
 
Επιπλέον, οι τέσσερεις προϊστάμενοι υποστηρίζουν ότι το παρόν σύστημα ποσόστωσης «στερείται της δυνατότητας να προτείνει μέτρα βελτίωσης της απόδοσης του αξιολογούμενου … με αποτέλεσμα την αποδυνάμωση της αξιολόγησης ως μη τεκμηριωμένης, ενώ ενισχύεται η πεποίθηση στον αξιολογούμενο της εις βάρος του γενόμενης αδικίας».
 
Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ