Όπως ανέφερε, η πρόταση προβλέπει φορολογική επιβάρυνση 1% στο 1% των πλουσιότερων Ελλήνων, με βάση τον συνολικό καθαρό πλούτο τους. Σύμφωνα με την ίδια, το μέτρο δεν έχει ενταχθεί στον δημοσιονομικό σχεδιασμό της ΕΛΑΣ, καθώς για τον ακριβή υπολογισμό του απαιτείται προηγουμένως η ολοκλήρωση του περιουσιολογίου.
Η κ. Παπαδοπούλου υποστήριξε ότι χρειάζεται ενιαία καταγραφή της κινητής και ακίνητης περιουσίας, με διασύνδεση των υφιστάμενων κρατικών βάσεων δεδομένων, μεταξύ άλλων για τραπεζικές καταθέσεις, εταιρικές συμμετοχές και πραγματικούς δικαιούχους.
Παράλληλα, διερωτήθηκε για τους λόγους για τους οποίους η Νέα Δημοκρατία αντιδρά στην εφαρμογή του περιουσιολογίου, παραπέμποντας στα στοιχεία των δηλώσεων «πόθεν έσχες». Όπως υποστήριξε, σε δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης εμφανίζονται και κυβερνητικά στελέχη με σημαντικά περιουσιακά στοιχεία.
Η εκπρόσωπος της ΕΛΑΣ σημείωσε ακόμη ότι η διαδικασία για τη δημιουργία περιουσιολογίου είχε ξεκινήσει κατά την περίοδο 2015-2019, χωρίς να ολοκληρωθεί στη συνέχεια. Κατά την άποψή της, η φορολογική πολιτική θα πρέπει να βασίζεται σε πληρέστερη εικόνα για τον συνολικό πλούτο και όχι μόνο στα εισοδήματα των πολιτών.
Η αντιπαράθεση για την κοστολόγηση
Η κ. Παπαδοπούλου αναφέρθηκε και στην αντιπαράθεση με την κυβέρνηση σχετικά με το κόστος του προγράμματος της ΕΛΑΣ. Υποστήριξε ότι κυβερνητικοί υπολογισμοί έχουν παρουσιάσει σημαντικά υψηλότερο κόστος από εκείνο που έχει υπολογίσει το ίδιο το κόμμα.
Ειδικότερα, ανέφερε ότι οι πέντε εμβληματικές προτάσεις της ΕΛΑΣ είχαν κοστολογηθεί από τον υφυπουργό παρά τω πρωθυπουργώ Θανάση Κοντογεώργη στα 18 δισ. ευρώ, ενώ στη συνέχεια το συνολικό πρόγραμμα του κόμματος αποτιμήθηκε, σύμφωνα με την ίδια, σε 13 δισ. ευρώ ετησίως.
Η ίδια υποστήριξε ότι η ΕΛΑΣ έχει κοστολογήσει το πρόγραμμά της στα 7,5 δισ. ευρώ για την τετραετία και κατηγόρησε την κυβέρνηση ότι συγχέει το εισόδημα με τον πλούτο.