«Πιο δυνατός και από τον Σούπερμαν»

Για πολλά χρόνια δεν είχα ανάπηρους φίλους ούτε συμμαθητές ούτε γείτονες. Δε συνάντησα ποτέ έναν ανάπηρο μανάβη ούτε γνώρισα μία ανάπηρη γιατρό ή δασκάλα. Η κοινωνία μας, οι δρόμοι, τα σχολεία, τα μπαρ, τα σπίτια μας, τα θέατρα, η ματιά μας, όλα υπακούν σε ό,τι νοείται ως αρτιμελές. Τα παραμύθια μας υπακούν σε ό,τι μοιάζει αναλλοίωτα όμορφο και εύμορφο, και οι ανάπηροι είναι οι κακοί της ιστορίας. Έτσι το θέμα της αναπηρίας φέρνει συχνά αμηχανία ή ακόμα και θλίψη και αντί για σεβασμό και κατανόηση προκύπτει μια φοβισμένη ευγένεια απέναντι σε έναν ανάπηρο άνθρωπο.
|

της Τζένης Τσιροπούλου

Βρισκόμαστε κάπου στο 1980 στην Αγγλία όταν ο συγγραφέας Roy Kift παιδευτόταν ανάμεσα σε μελάνια και λευκές σελίδες αποφασισμένος να τελειώσει το θεατρικό του «Πιο δυνατός και από τον Σούπερμαν». Ο Kift, χωρίς μάλλον να έχει κάποια βιωματική σχέση με τον κόσμο της αναπηρίας, θέλησε να μας δείξει τον κόσμο μέσα από τα μάτια ενός ανάπηρου αγοριού που μπαίνει στην εφηβεία. Το χιούμορ, η παιδική αυθάδεια κι η αγάπη για τη ζωή ξεχείλιζαν από το κείμενό του.

Αρκετές δεκαετίες μετά, ο σκηνοθέτης Βασίλης Κουκαλάνι, με πολυετή πείρα στο παιδικό θέατρο, και η ομάδα του Συντεχνία του Γέλιου, παρέα με τον ανάπηρο ακτιβιστή σκηνοθέτη Αντώνη Ρέλλα και την Κίνηση Ανάπηρων Καλλιτεχνών, φέρνουν για πρώτη φορά στο αθηναϊκό κοινό το «Πιο δυνατός και από τον Σούπερμαν». Αυτή η παράσταση είναι για όλους ανεξαιρέτως αφού δεν έχει σκαλιά και μπορείτε να φτάσετε με το αμαξίδιό σας ενώ υπάρχει ταυτόχρονη διερμηνεία στην ελληνική νοηματική, ακουστική περιγραφή και υπέρτιτλοι για κωφούς.

Ο νεαρός Άρης τσουλάει το αμαξίδιό του πέρα δώθε, παίζει, θέλει να πάει σινεμά και όπως κάθε παιδί άλλωστε, δεν θέλει να τον κλείσουν σε ίδρυμα. Θέλει να πηγαίνει στο σχολείο της γειτονιάς του ώστε να μπορεί τα απογεύματα να βλέπει τους φίλους του. Ο πιτσιρικάς πρωταγωνιστής είναι μάλλον τυχερός αν σκεφτούμε ότι στην πραγματική ζωή, από τα 200.000 ανάπηρα παιδιά, μόνο το 15% πάει σχολείο στην Ελλάδα. Όλα τα υπόλοιπα αναγκάζονται να κάθονται στο σπίτι τους.
 
Ο Άρης βγάζει τη γλώσσα του στα κλισέ για τους ανάπηρους: δεν είναι ούτε κακόμοιρος σακάτης ούτε ένας με το ζόρι σούπερ ήρωας. Σε αυτή την παράσταση δεν γίνονται ούτε χολυγουντιανά θαύματα αφού στο τέλος κανένας ανάπηρος δεν θα σηκωθεί να περπατήσει. Στο «Πιο δυνατός και από τον Σούπερμαν» όμως υπάρχει happy end και είναι μάλλον πιο δυνατό και πιο αληθινό. Τόσο αληθινό που μετά την παράσταση μπορούμε να το κάνουμε κι εμείς οι ίδιοι και να γίνουμε πιο δυνατοί κι από τον Σούπερμαν. 

Συνέντευξη με τον ανάπηρο ακτιβιστή σκηνοθέτη Αντώνη Ρέλλα και τον ηθοποιό και σκηνοθέτη παιδικού θεάτρου, Βασίλη Κουκαλάνι.

«Δεν φταίνε τα πόδια μου, φταίνε οι σκάλες»

«Πιο δυνατός κι από τον Σούπερμαν»: το απόλυτα αρτιμελές και δυνατό σωματικό πρότυπο. Μπορεί ένας ανάπηρος να είναι πιο δυνατός από τον Σούπερμαν;
 
Αντώνης Ρέλλας: Ιστορικά, όταν περάσαμε από την περίοδο του αποκλεισμού και της ιδρυματοποίησης των αναπήρων στη φιλανθρωπία, οι ανάπηροι κατηγοριοποιήθηκαν σε αυτούς που ήταν «σούπερ ήρωες» και σε αυτούς που ήταν «κακομοίρηδες». Το δίπολο του σακάτη και του σούπερ ανάπηρου που τα καταφέρνει όλα. Σούπερμαν δεν είναι κανείς και Σούπερμαν μπορούμε να γίνουμε όλοι μόνο αν συνεργαστούμε μεταξύ μας. Ας πάρουμε τον Άρη, τον πρωταγωνιστή μας που είναι κινητικά ανάπηρος: ναι, είναι ηρωικό να τα βγάζεις πέρα καθημερινά σε μια πόλη που δε σε συμπεριλαμβάνει. Χρειάζεται να είσαι πιο δυνατός από τον Σούπερμαν για να μπεις στο λεωφορείο, να πας στη δουλειά σου, να αντιμετωπίσεις τα εμπόδια γύρω σου, τους ορατούς και αόρατους φράχτες.
 
Θα ήταν αλλιώς τα πράγματα αν είχαμε περισσότερες αναπαραστάσεις της ανθρώπινης ποικιλομορφίας; Δηλαδή, αν βλέπαμε περισσότερα θεατρικά με ανάπηρους ή αν είχαμε μία ανάπηρη γιατρό ή έναν ανάπηρο δάσκαλο;
 
Από την ώρα που βρέθηκα σε κατάσταση αναπηρίας, έχω πάει σε πολλά σχολεία για να μιλήσω για τη ζώσα κατάσταση της αναπηρίας. Στην αντίστοιχη ερώτηση που μου κάνουν δάσκαλοι και μαθητές, απαντάω ότι μια λύση θα ήταν το σχολείο να είναι ίδιο για όλα τα παιδιά. Γιατί αν ο διπλανός μας ήταν ένα κωφό ή ανάπηρο παιδί, σίγουρα θα γλιτώναμε πολλά από τα στερεότυπα που φοράμε -και αναφέρομαι και στους ίδιους τους ανάπηρους.
 
Υπάρχουν όμως γονείς ανάπηρων παιδιών που πιστεύουν ότι τα παιδιά τους δεν πρέπει να εκτεθούν σε ένα σχολείο με «κανονικά» παιδιά. Σε αυτούς τι απαντάς;
 
Να έρθουν να δουν το έργο! Αλήθεια το λέω. Γιατί εδώ τις λύσεις μάς τις δίνει η κοινή λογική που έχουν τα παιδιά. Εμείς οι μεγάλοι έχουμε στερεότυπα ενώ τα παιδιά δεν έχουν αυτές τις κοινωνικές αγκυλώσεις. Από ένα παιδί μπορείς να αντλήσεις την αλήθεια γιατί δεν έχει κατασκευασμένες αντιλήψεις για τις κοινωνικές ομάδες. Οπότε το έργο μας δίνει τη λύση μέσα από την παιδική σκέψη, που δεν είναι καθόλου παιδική τελικά.
 
Θα κλέψω λίγο από τη συνομιλία που διαδραματίζεται έξω από το σινεμά. Ο υπεύθυνος εμποδίζει τα παιδιά από το να μπουν και να δουν την ταινία γιατί στην παρέα τους είναι κι ο ανάπηρος Άρης και στο σινεμά δεν προβλέπονται θέσεις για ανάπηρους. «Αναπηρικό καρότσι-καροτσάκι-καροτσίδιο». Έχει σημασία πώς θα το πούμε;
 
Οι λέξεις έχουν μεγάλη σημασία. Ο Κανγκιλέμ στο «Το κανονικό και το παθολογικό» λέει ότι με τις λέξεις ασκούμε πολιτική. Ο Μισέλ Φουκό στον Πρόλογό του για το έργο του Ζωρζ Κάγκιλεμ «Το Κανονικό και το Παθολογικό» έγραφε: «Η διαμόρφωση εννοιών είναι ένας τρόπος για να ζούμε, όχι για να σκοτώνουμε τη ζωή». Το καρότσι είναι ένα εργαλείο για το σούπερ μάρκετ ή για να μεταφέρουμε ένα μωρό ενώ το αμαξίδιο είναι ένα χρηστικό εργαλείο μετακίνησης -και όχι καθήλωσης- το οποίο το χρησιμοποιεί το υποκείμενο που είναι κύριος ή κυρία του εαυτού του.
 

Social Model Animation
 

«Η αναπηρία είναι δύσκολο θέμα» μου είπε ο έτερος σκηνοθέτης της παράστασης Βασίλης Κουκαλάνι (βλ.παρακάτω). Γιατί μας δημιουργεί αμηχανία;
 
Είναι δύσκολο θέμα, το παραδέχομαι. Υπάρχει η πεποίθηση ότι είναι ένα θέμα που δημιουργεί θλίψη. Ότι είναι κάτι που κανείς δεν το εύχεται να συμβεί. Και προφανώς δε θέλει κανείς να βρεθεί ή να γεννηθεί σε κατάσταση αναπηρίας αλλά είναι μέρος της ζωής. Παγκοσμίως, είμαστε η πιο πολυπληθής ομάδα που βιώνει διάκριση και στιγματισμό και ακριβώς γι’ αυτό καλείται και η μη ανάπηρη κοινωνία να το αντιμετωπίσει. Στην Ελλάδα είμαστε το 26% του πληθυσμού, ενώ αν υπολογίσουμε και τα εμποδιζόμενα άτομα, δηλαδή εγκυμονούσες, ηλικιωμένους, μητέρες με μωρό σε καροτσάκι και προσωρινά τραυματισμένους, τότε ξεπερνάμε το 40%.
 
Κάτι που θα ήθελα να διευκρινίσω είναι ότι δεν υπάρχει κανένας ανάπηρος ηθοποιός επί σκηνής.
 
Γιατί;
 
Γιατί δεν βρήκαμε. Κάναμε οντισιόν και ήρθε μόνο ένας ανάπηρος. Θα ήταν ρατσισμός όμως να τον πάρουμε μόνο και μόνο επειδή είναι ανάπηρος.
 
Θα έπρεπε να παίζει ανάπηρος τον ρόλο του ανάπηρου πρωταγωνιστή;
 
Θα μπορούσε. Tο πρόβλημα είναι ότι με τη διαχρονική πίεση καταφέραμε να γίνει άρση του όρου της «αρτιμέλειας» για την εισαγωγή στις ιδιωτικές δραματικές σχολές, αλλά ζούμε σε μια χώρα που όλη η εκπαίδευση έχει δομηθεί πάνω στο άρτιο σώμα και για αυτό υπάρχουν ελάχιστοι ανάπηροι ηθοποιοί. Ας το σκεφτούμε κι αλλιώς: τολμάει κανείς σήμερα στη Δύση, να βάψει έναν λευκό ηθοποιό μαύρο για να παίξει ρόλο μαύρου; Άλλο παράδειγμα: η Σκάρλετ Γιόχανσον παραιτήθηκε από ρόλο τρανς άντρα γιατί αντέδρασε το τρανς κίνημα. Με το να βάλεις κάποιον ηθοποιό να παίξει σε αμαξίδιο ή να τον μάθεις να κάνει μερικά νοήματα δήθεν ότι είναι κωφός, δεν καταφέρνεις να αναπαραστήσεις την ταυτότητα του γιατί είναι πολλά περισσότερα από την επιφάνεια με την οποία συνήθως ασχολούνται οι μη ανάπηροι όταν αποδίδουν ένα ανάπηρο υποκείμενο.  
 
Ποιες είναι οι προσδοκίες σου για τον κόσμο που θα δει την παράσταση;
 
Η παράσταση έχει πολύ γέλιο, ακόμα και μετά από τόσους μήνες, εμείς γελάμε ακόμα. Όποιος φτάσει μέχρι το Σύγχρονο Θέατρο, θα φύγει με εντελώς διαφορετικά αισθήματα από αυτά με τα οποία θα έρθει. Παρατηρώ τους θεατές που μετά το αρχικό μούδιασμα αφήνονται, και ταυτίζονται με τον Άρη και την παρέα του. Ειδικά τα παιδιά που οι αντιδράσεις τους δίνουν την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο.
 
Το «Πιο δυνατός κι από τον Σούπερμαν» γράφτηκε από τον Roy Kift το 1980 στην Αγγλία, σε μια περίοδο που με εκκωφαντικό τρόπο η δημοσίευση (1976) του μανιφέστου «Θεμελιώδεις αρχές της αναπηρίας» από την Union of the Physically Impaired Against Segregation-U.P.I.A.S. (Ένωση Αναπήρων κατά του Ρατσισμού), έφερε τεράστια ανατροπή στην κατανόηση της αναπηρίας.
 
Ο Kift αντιλήφθηκε την αλήθεια μιας κοινωνικής ομάδας και αυτό υπερασπίζεται στο έργο του: Δεν αποτελεί η βλάβη το κύριο αίτιο του αποκλεισμού τού ανάπηρου ηρώα μας αλλά ο τρόπος με τον οποίο η κοινωνία ανταποκρίνεται στις ανάγκες του. Δε φταίνε τα πόδια μου, φταίνε οι σκάλες. Στην Ελλάδα του 2018, δύσκολα κάποιος μη ανάπηρος θα έφτανε στα συμπεράσματα του Kift του ‘80.
 
Μέσα από την παράσταση κάποιος μπορεί να κατανοήσει τον αυτοπροσδιορισμό μας. Είμαστε άνθρωποι της διπλανής πόρτας που θέλουμε να ζούμε ισότιμα και που μπορεί να έχουμε και πλάκα ανεξάρτητα από τις δυσκολίες της καθημερινότητας. Θα έχει να συζητήσει πολλά πράγματα όποιος έρθει να δει την παράσταση με το παιδί του. Είναι εκπαιδευτικό υλικό αλλά αποδίδεται με διασκεδαστικό τρόπο και κυρίως ανταποκρίνεται στην αλήθεια που βιώνουμε εμείς οι ίδιοι οι ανάπηροι.
 
Θες να μου πεις κάτι άλλο Αντώνη πριν κλείσουμε;
 
Ναι, θα ήθελα να αφιερώσω αυτή την παράσταση στην Αντριάννα, την Έλλη, τη Μαρία, τον Γιάννη και σε όλα τα παιδιά και ενήλικες, στους συνανάπηρους μου που ζουν στα ιδρύματα. Με  την ελπίδα αλλά και την πεποίθηση ότι πολύ σύντομα η ιδρυματική ζωή θα αποτελέσει παρελθόν στην χώρα μας.


Στο κέντρο της φωτογραφίας ο ανάπηρος ακτιβιστής σκηνοθέτης Αντώνης Ρέλλας και στα δεξιά του ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Βασίλης Κουκαλάνι. 

 

«Happy end σημαίνει ότι από αύριο θα τα κάνουμε όλα αλλιώς όλοι μαζί»

 
 
Βασίλης Κουκαλάνι: Ως παιδί στη Γερμανία είχα δει παραστάσεις στο θέατρο GRIPS του Βερολίνου και επηρεάστηκα πολύ. Κάποιες παραστάσεις τις είχα σε βινύλια και τις άκουγα. Αργότερα, έχοντας πια και την προσωπική μου εμπειρία στο θέατρο, αυτό που μου έλειπε πάντα ήταν να παίξει το θέατρο έναν πιο κοινωνικό ρόλο, να είναι μια υπολογίσιμη φωνή και με το κοινό του να δημιουργεί μια κοινωνική φωνή. Το 2011 με την άνοδο της Χρυσής Αυγής, τους Αγανακτισμένους στο Σύνταγμα και τα μνημόνια, πίστεψα ότι ήταν η κατάλληλη στιγμή για να πάρουμε κι εμείς θέση ώστε ο κόσμος να μπει σε μια λογική πιο προοδευτική ή και ριζοσπαστική. Και η καλύτερη πρόφαση ήταν το έργο «Μια γιορτή στου Νουριάν» που μιλάει για τον ρατσισμό και τις προκαταλήψεις. Κάτι άλλο που με απασχολούσε ήταν το πώς μπορούν οι παραστατικές τέχνες να γίνουν ακόμα και επικίνδυνες.
 

 
Το τραγούδι των Active Member για την παράσταση του Βασίλη Κουκαλάνι «Μια γιορτή στου Νουριάν»
 

Τι εννοείς «επικίνδυνες»;
 
Να λένε «κλείστε τους». Να ενοχλήσουμε, να λένε «ωχ, τώρα τι θα ανεβάσει; Τώρα τι θα γράψει;». Όταν ξεκίνησε το θέατρο GRIPS το ‘70, η τότε συντηρητική Γερμανία φώναζε «αυτοί οι μαοϊκοί δηλητηριάζουν τα μυαλά των παιδιών μας! Κλείστε τους». Η Συντεχνία του Γέλιου, είναι επηρεασμένη από το GRIPS που χρησιμοποίησε ένα πολιτικό θέατρο για τα παιδιά γιατί τα παιδιά ήταν από τις πιο καταπιεσμένες κοινωνικές τάξεις. Στη Δυτική Ευρώπη σήμερα μάλλον δεν αποτελούν πια μία κοινωνική τάξη -δεν παίζουν όλα μαζί στις γειτονιές, δεν είναι όλα μαζί για να πουν ότι η πόλη αυτή είναι δικιά μας.
 
Τα παιδιά είναι ένα αυθόρμητο, ανοιχτό κοινό το οποίο δεν μπορείς να το παραμυθιάσεις. Την αλήθεια τους θα στην πουν, θα στην δείξουν. Αν κερδίσεις την εμπιστοσύνη τους και συνηγορήσεις με τα παιδιά, έχεις κερδίσει ένα πολύ μεγάλο στοίχημα. Το παιδικό θέατρο επίσης βάζει το θέατρο -ένα παραδοσιακά αστικό χόμπυ- και στο σπίτι της εργατικής τάξης.
 
Υπήρξαν παραστάσεις που ενόχλησαν, όπως το Corpus Christi εναντίον του οποίου έγινε μήνυση από τη Χρυσή Αυγή και τον μητροπολίτη Πειραιώς Σεραφείμ. Τέτοιες στιγμές προσφέρουν στον δημόσιο διάλογο;
 
Αν η αφετηρία η οποία θέλει να ενοχλήσει, υφίσταται, τότε φυσικά και προσδίδουν κάτι. Το Corpus Christi του Τέρενς Μακ Νάλι γράφτηκε το 1997, πολλά χρόνια αφού ο Μακ Νάλι είχε να γράψει κάποια επιτυχία για το Μπρόντγουεϊ και νομίζω ότι έγραψε κάτι που θα ενοχλούσε, περισσότερο για να κάνει ντόρο και τζίρο. Η Ισορροπία του Νας, όμως, από την άλλη, είναι ένα έργο που προκάλεσε πραγματικά πολιτικό ντόρο και για αδιευκρίνιστους λόγους κατέβηκε. Θυμάμαι εκείνη τη μέρα, ο κόσμος του θεάτρου διαμαρτυρόταν στα social media και το θεωρούσε αίσχος. Φτάσαμε στο σημείο μια παράσταση να λογοκριθεί; Ποιους ενόχλησε, να τους μιλήσουμε.
 
Η Συντεχνία χρηματοδοτείται από κάποιους φορείς;
 
Δεν έχουμε πάρει φράγκο από πουθενά αν και ζητήσαμε επανειλημμένα από ιδρύματα, φορείς και θεσμούς κρατικούς και μη. Τελικά υποστήριξη βρήκαμε μόνο από φίλους. Αναγνώριση όμως υπήρξε. Φτάσαμε να παίζουμε τον «Νουριάν» στο ευρωκοινοβούλιο.
 
Οι ήρωες που πλάθονται για παιδιά υπακούν κατά κόρον στα κατασκευασμένα πρότυπα μιας ομορφιάς αναλλοίωτης στον χρόνο και μιας ευμορφίας. Τι συνέπειες έχει ή μπορεί να έχει η έλλειψη ανθρώπινης ποικιλομορφίας;
 
Τα παιδιά, όταν τους δίνουμε κατευθύνσεις προτύπων ή ομορφιάς μέσα από παραμύθια με πριγκίπισσες πρωταγωνίστριες, τα αντιμετωπίζουμε ως καταναλωτές και όχι ως κοινωνικά όντα. Όχι δηλαδή ως σκεπτόμενα, αλλά ως ανεγκέφαλους καταναλωτές όπως αντιμετωπιζόμαστε όλοι μας δηλαδή.
 
Για σένα ως μη ανάπηρο, έχει σημασία αν θα πούμε καρότσι, καροτσάκι ή καροτσίδιο;
 

Κάναμε τέτοιες κουβέντες με την ομάδα. Εγώ θέλω να το λέω όπως το προσδιορίζουν οι ανάπηροι: αμαξίδιο. Τώρα που το ζω έχω καταλάβει ότι δεν είναι απλώς θέμα πολιτικής ορθότητας. Το politically correct θέλει να σβήσει το αληθινά πολιτικό περιεχόμενο που έχει μια λέξη ή μια αναφορά. Θέλει απλώς να την κάνει να λέει «Ε, ωραία, είμαστε συνεπείς. Σωστά δεν το είπαμε; Άρα τι άλλο θέλετε τώρα;». Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Είναι θέμα αυτοπροσδιορισμού. Όπως το απάντησε πολύ ωραία ο Τζούλιο -που παίζει τον ανάπηρο Άρη- σε έναν φίλο του:
 
«Εγώ το λέω “καρότσι” ή “καροτσάκι”. Ε, σιγά, και τι έγινε δηλαδή;»
 
«Τι “καρότσι” ρε συ; Στα καρότσια βάζουμε πατάτες και πτώματα.»
 
Καλείτε και σχολεία στην παράσταση. Υπάρχει ανταπόκριση;
 
Υπάρχουν επιφυλάξεις. Μας λένε «Ε, να έρθουμε να το δούμε στην πρεμιέρα και βλέπουμε…». Είναι δύσκολο θέμα η αναπηρία.
 
Φοβηθήκατε όταν το πιάσατε;
 
Το 2011 πιάσαμε τον ρατσισμό με τον «Νουριάν». Νομίζεις δε φοβόμασταν τότε ότι ήταν ένα δύσκολο θέμα; Για μένα ο «Σούπερμαν» ήταν το επόμενο, το καινούριο βήμα που έπρεπε να κάνει η Συντεχνία.
 
Φέτος θα ανεβάσουμε και τον «Μορμόλη» (σ.σ. Πρωτοανέβηκε το 1969 στη Γερμανία). Μέχρι τον «Μορμόλη» τα παιδιά έβλεπαν μόνο παραμυθάκια και διδακτικό θέατρο με εύκολους συναισθηματισμούς. Τότε, λοιπόν, έγινε μια ρήξη και εμφανίστηκε ένα θέατρο που αντλούσε ιστορίες από τις καθημερινές εμπειρίες των παιδιών. Μόλις τα παιδιά αντιλήφθηκαν ότι «Ρε σεις, αυτοί μιλάνε για μας!», πήγαιναν τα ίδια τα παιδιά και ζητούσαν από τους συντελεστές να γράψουν κι ένα έργο για μπαμπάδες που δέρνουν.
 
Συν-σκηνοθετείτε με τον ανάπηρο ακτιβιστή σκηνοθέτη Αντώνη Ρέλλα. Πώς επέδρασε στο έργο η συνεργασία με έναν άνθρωπο που είναι και ο ίδιος ανάπηρος;
 

Για να έχουμε συνέπεια και κοινωνικό νόημα και για να μιλήσουμε για την αναπηρία με έναν ριζοσπαστικό τρόπο, χρειαζόταν ένας ριζοσπαστικός άνθρωπος που γνωρίζει καλά το θέμα της αναπηρίας. Δε θα ξεχάσω τις πρώτες κουβέντες του Αντώνη όταν γνωριστήκαμε στο Αντιφασιστικό Φεστιβάλ Παραστατικών Τεχνών: «Δεν ξέρω αν το ξέρεις αλλά οι πρώτοι που έστειλε ο Χίτλερ στο εκτελεστικό απόσπασμα ήταν οι ανάπηροι» μου είχε πει. Η σύμπραξη έγινε ώστε να βγει η αλήθεια των ίδιων των αναπήρων και όχι ο τρόπος που τους προσδιορίζει ο μη ανάπηρος καλλιτέχνης.
 
Τα παιδιά στο έργο φαντάζονται για λίγο ότι ζουν στον πλανήτη Κύλα-Κύλα. Εκεί υπάρχουν ράμπες, οι ανάπηροι μπορούν να πάνε σε κλαμπ και να διασκεδάσουν ελεύθερα. Είναι το δικό σας happy end;
 
Ο πλανήτης Κύλα-Κύλα είναι η ουτοπία που φτιάχνουν τα παιδιά και τους χωράει όλους. Η παράσταση έχει happy end αλλά happy end δεν σημαίνει μία συγκεκριμένη λύση. Happy end σημαίνει ότι από αύριο αποφασίζουμε από κοινού ότι θα τα δούμε αλλιώς, θα τα κάνουμε αλλιώς. Μετά τον «Νουριάν», η κόρη μιας φίλης μου που φοβόταν τους μαύρους και τους Πακιστανούς και νόμιζε ότι θα τους κλέψουν το αυτοκίνητο και το σπίτι, έκανε μια μεταστροφή που ούτε κι η ίδια της η μητέρα της δεν το πίστευε. Η παράσταση είναι σκηνικά, είναι ψέματα. Τώρα που θα βγούμε εκεί έξω ξεκινάνε όλα.
 
 
Ταυτότητα παράστασης:
 

Οι παραστάσεις είναι καθολικά προσβάσιμες για όλους και όλες και θα πραγματοποιηθούν με ταυτόχρονη διερμηνεία στην Ελληνική Νοηματική Γλώσσα, Ακουστική περιγραφή (AD: Audio Description) και υπέρτιτλους για Κωφές/ους.
 
Σκηνοθεσία: Βασίλης Κουκαλάνι, Αντώνης Ρέλλας
Μετάφραση/Διασκευή: Βασίλης Κουκαλάνι, Αντώνης Ρέλλας
 
Ηθοποιοί: Γιώργος Κατσής, Βασίλης Κουκαλάνι, Μαρία Μοσχούρη, Τάνια Παλαιολόγου, Μιχάλης Τιτόπουλος, Θοδωρής Σκυφτούλης
 
Συνδημιουργοί στην παραγωγή είναι η Κίνηση Ανάπηρων Καλλιτεχνών.
 
Κίνηση: Εριφύλη Στεφανίδου
 
Τραγούδια παράστασης: Φοίβος Δεληβοριάς.
 
Κάθε Κυριακή στις 15:00 στο Σύγχρονο Θέατρο


Σε χρειαζόμαστε

Το ThePressProject είναι το μοναδικό μέσο ανεξάρτητης, ερευνητικής και αποκαλυπτικής δημοσιογραφίας που στηρίζεται αποκλειστικά στις μικρο-δωρεές των επισκεπτών του. Πιστεύουμε ότι η πληροφορία πρέπει να είναι διαθέσιμη σε όλους και για αυτό δεν κλειδώνουμε κανένα κομμάτι της ύλης αλλά για να παραχθεί το πρωτογενές υλικό που θα βρείτε εδώ χρειαζόμαστε την υποστήριξή σου. Αν δεν πληρώσουμε εμείς για την ενημέρωσή μας, θα την πληρώσει κάποιος άλλος (και αν δεν είσαι ο Μαρινάκης μάλλον δεν έχεις τα ίδια συμφέροντα). Μάθε πώς
- Κάνε κλικ για να σχολιάσεις