Στο Παρίσι όταν τελειώναμε απ’ τη δουλειά πηγαιναμε στο μπιστρό της γειτονιάς και πίναμε ένα ποτό για να χαλαρώσουμε. Εκεί γνώρισα την Έλεν. Κομεντουταπελ την είχα ρωτήσει και μου είχε απαντήσει, ζεμαπελέλεν. Ήταν μυστική πράκτορας της Ρωσίας, αλλά έλεγε ότι ηταν από το Παλέρμο και πως δούλευε σε ένα μαγαζί με ρούχα που είχε μια θεία της στο Τροκαντερό. Το θέμα ήταν ότι φορούσε καμπαρντίνα, γυαλιά, καπέλο και φαινόταν και το όπλο της. Δεν της λέγαμε κάτι. Την αφήναμε να ζει στην και καλά κρυφή ζωή της. Μέχρι και ο μπάρμαν της έλεγε «μαντάμ, κε ντεζιρε βου μπουάρ; βότρ μπιζον χαμπιτιουελ; ουν μαρτίνι αβεκ ολιβ ετ ουν λαπέν;». Της πετούσε και κάτι άσχετο στο τέλος, αλλά αυτή μπάντα είχε το μυαλό της αλλού, οπότε δεν άκουγε. Έλεγε πάντα «ουί – ουί μον αμούρ». Ένα βράδυ που πήγαμε στο μπαρ βρήκαμε σε ένα σκαμπό την καμπαρντίνα, το καπέλο, τα γυαλιά και ένα σημείωμα που έλεγε σε άπταιστα Ρώσικα κάτι που δεν καταλάβαμε για τι δεν ήξερε κανείς μας την γλώσσα. τα δώσαμε στον μπάρμαν, τα πέταξε στα απολεσθέντα και συνεχίσαμε τη βραδια μας.