Περισσότεροι από 100 Δημοκρατικοί βουλευτές τάχθηκαν υπέρ της διακοπής της αμερικανικής στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ, στηρίζοντας σχετική τροπολογία που κατέθεσε ο Ρεπουμπλικανός βουλευτής του Κεντάκι, Τόμας Μάσι. Η πρόταση απορρίφθηκε με ευρεία πλειοψηφία, καθώς σχεδόν όλοι οι Ρεπουμπλικανοί και 98 Δημοκρατικοί ψήφισαν κατά.

Παρότι η τροπολογία δεν είχε ουσιαστικές πιθανότητες να εγκριθεί, η στάση 103 Δημοκρατικών που την υπερψήφισαν, καθώς και άλλων δέκα που δήλωσαν «παρών», θεωρείται ενδεικτική της αυξανόμενης αμφισβήτησης της παραδοσιακής φιλοϊσραηλινής γραμμής του κόμματος.

Διαφωνίες ακόμη και στην ηγεσία

Η εσωκομματική διαφοροποίηση έφτασε μέχρι την ηγεσία των Δημοκρατικών. Ο επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας Χακίμ Τζέφρις καταψήφισε την τροπολογία, ωστόσο η αναπληρώτριά του Κάθριν Κλαρκ την υπερψήφισε, όπως και η πρώην πρόεδρος της Βουλής Νάνσι Πελόζι, επί δεκαετίες μία από τις ισχυρότερες υποστηρίκτριες της στρατηγικής σχέσης ΗΠΑ-Ισραήλ.

Η Πελόζι υποστήριξε ότι «για το καλό τόσο του ισραηλινού όσο και του παλαιστινιακού λαού, είναι σαφές ότι η αμερικανική πολιτική πρέπει να αλλάξει», ενώ η Κλαρκ δήλωσε πως οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν μπορούν να παρέχουν «λευκή επιταγή» σε καμία χώρα που δεν συμμορφώνεται με τους αμερικανικούς νόμους, τα συμφέροντα και τις αξίες.

Η Γάζα αλλάζει τις πολιτικές ισορροπίες

Η πολύχρονη σύγκρουση στη Γάζα, ο αυξημένος αριθμός Παλαιστινίων θυμάτων και η πολιτική της κυβέρνησης του Μπενιαμίν Νετανιάχου έχουν οδηγήσει σε αισθητή υποχώρηση της στήριξης προς το Ισραήλ στο εσωτερικό των Δημοκρατικών, ιδιαίτερα μεταξύ των νεότερων και πιο προοδευτικών ψηφοφόρων.

Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση της Washington Post και της Ipsos, σχεδόν τα τρία τέταρτα των Δημοκρατικών επιθυμούν τη μείωση ή ακόμη και τον τερματισμό της στρατιωτικής βοήθειας προς το Ισραήλ, ενώ το 40% ζητά την πλήρη διακοπή της.

Η αλλαγή αυτή αποτυπώνεται και στις εσωκομματικές προκριματικές εκλογές, όπου προοδευτικοί υποψήφιοι σε πολιτείες όπως η Νέα Υόρκη, η Πενσιλβάνια, το Νιου Τζέρσεϊ και το Κολοράντο επικράτησαν ασκώντας έντονη κριτική τόσο στην αμερικανική βοήθεια προς το Ισραήλ όσο και στην επιρροή του φιλοϊσραηλινού λόμπι AIPAC.

Επιπτώσεις στις εκλογές του Νοεμβρίου

Οι πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι το ζήτημα της Γάζας ενδέχεται να επηρεάσει σημαντικά την εκλογική συμπεριφορά, ιδιαίτερα σε κρίσιμες πολιτείες όπως το Μίσιγκαν, όπου η δυσαρέσκεια των αραβοαμερικανικών κοινοτήτων είχε ήδη επηρεάσει τις προεδρικές εκλογές του 2024.

Οι προοδευτικοί Δημοκρατικοί υποστηρίζουν ότι το κόμμα οφείλει να ευθυγραμμιστεί με τη βάση του και δεν μπορεί να προβάλλει ως υπερασπιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, ενώ συνεχίζει να εγκρίνει στρατιωτική βοήθεια δισεκατομμυρίων δολαρίων προς την κυβέρνηση Νετανιάχου.

Από την άλλη πλευρά, οι πιο φιλοϊσραηλινοί Δημοκρατικοί προειδοποιούν ότι η μετατόπιση αυτή ενδέχεται να αξιοποιηθεί πολιτικά από τους Ρεπουμπλικανούς, οι οποίοι ήδη κατηγορούν τους Δημοκρατικούς ότι επηρεάζονται από «ριζοσπαστικές» αντιϊσραηλινές φωνές.

Ενδεικτική του κλίματος είναι και η δήλωση του Δημοκρατικού γερουσιαστή της Πενσιλβάνιας, Τζον Φέτερμαν, ο οποίος άφησε ανοιχτό το ενδεχόμενο να αποχωρήσει από το κόμμα εάν αυτό εξελιχθεί, όπως είπε, σε «αντιϊσραηλινό κόμμα».

Η ψηφοφορία μπορεί να μην είχε άμεσες νομοθετικές συνέπειες, ωστόσο ανέδειξε τη βαθιά ιδεολογική μετατόπιση που συντελείται στο Δημοκρατικό Κόμμα και προμηνύει ότι η πολιτική των ΗΠΑ απέναντι στο Ισραήλ θα αποτελέσει ένα από τα κεντρικά ζητήματα της προεκλογικής αντιπαράθεσης τους επόμενους μήνες.

 

Πηγή: Γαλλικό Πρακτορείο