Νέο πρόστιμο ύψους 20.000 ευρώ επέβαλε το Συμβούλιο της Επικρατείας στο Ελληνικό Δημόσιο, καθώς διαπίστωσε ότι δεν έχει ολοκληρωθεί η συμμόρφωση της Διοίκησης με την απόφαση της Ολομέλειας του δικαστηρίου για την κατεδάφιση των δύο τελευταίων ορόφων του ξενοδοχείου της Cocomat στη Μακρυγιάννη. Το ΣτΕ επισημαίνει ότι έχουν περάσει περίπου επτά χρόνια από την απόφαση του 2019, ενώ ούτε τα δύο προηγούμενα πρόστιμα που είχαν επιβληθεί για την πλημμελή συμμόρφωση έχουν μέχρι σήμερα καταβληθεί στους πολίτες που προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη.
Η υπόθεση αφορά το ξενοδοχειακό κτίριο που βρίσκεται εντός του κηρυγμένου αρχαιολογικού χώρου της Αθήνας, στην περιοχή Μακρυγιάννη, και υπερβαίνει το ανώτατο επιτρεπόμενο ύψος για τα κτίρια της περιοχής.
Το νέο ποσό των 20.000 ευρώ θα πρέπει να καταβληθεί στους πολίτες του Μακρυγιάννη που είχαν προσφύγει στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Σε περίπτωση που το ποσό δεν καταβληθεί από το υπουργείο Οικονομικών, η υποχρέωση μεταφέρεται στην Αποκεντρωμένη Διοίκηση Αττικής.
Ωστόσο, το ίδιο το ΣτΕ διαπιστώνει ότι παραμένουν απλήρωτες και οι δύο προηγούμενες χρηματικές κυρώσεις που είχαν επιβληθεί στο Δημόσιο για την ίδια υπόθεση. Μάλιστα, η δεύτερη από αυτές είχε επιβληθεί τον Απρίλιο και ανερχόταν σε 10.000 ευρώ.
Η νέα απόφαση εκδόθηκε από το Τριμελές Συμβούλιο Συμμόρφωσης του Συμβουλίου της Επικρατείας, με πρόεδρο τον Μιχάλη Πικραμένο και εισηγητή τον σύμβουλο Επικρατείας Χρήστο Παπανικολάου.
Το Συμβούλιο διαπίστωσε ότι, παρά την έκδοση επτά πρακτικών του ΣτΕ, η Διοίκηση εξακολουθεί να μην έχει συμμορφωθεί πλήρως με την απόφαση 2102/2019 της Ολομέλειας του δικαστηρίου.
Με την απόφαση εκείνη είχε ακυρωθεί η οικοδομική άδεια 24/2019 του Δήμου Αθηναίων, η οποία επέτρεπε στην εταιρεία «Μ. Κ. Α.Ε.Ε.Α.Π.» την ανέγερση δεκαώροφου ξενοδοχείου με τρία υπόγεια, φυτεμένο δώμα και ασκεπή πισίνα στην περιοχή Μακρυγιάννη του Δήμου Αθηναίων.
Παρά την ακύρωση της οικοδομικής άδειας από την Ολομέλεια του ΣτΕ, η διαδικασία για την πλήρη κατεδάφιση των τμημάτων του κτιρίου που υπερβαίνουν το επιτρεπόμενο ύψος δεν έχει ολοκληρωθεί.
Το δικαστήριο αναγνωρίζει ότι κατά το προηγούμενο διάστημα υπήρξε πρόοδος στις ενέργειες της Διοίκησης για την προώθηση της διαδικασίας κατεδάφισης. Ωστόσο, κρίνει ότι η πρόοδος αυτή δεν αρκεί για να θεωρηθεί ότι έχει υπάρξει πλήρης συμμόρφωση με την απόφαση της Ολομέλειας.
Όπως επισημαίνεται στην απόφαση, «παρά την πρόοδο που έχει συντελεστεί κατά το προηγούμενο διάστημα στην προώθηση της διαδικασίας κατεδάφισης, η πλήρης συμμόρφωση δεν έχει επέλθει, ενώ έχουν παρέλθει περίπου επτά έτη από τη δημοσίευση της 2102/2019 απόφασης της Ολομέλειας και πέντε έτη από την κατάθεση της αίτησης συμμόρφωσης».
Το Συμβούλιο της Επικρατείας συνυπολόγισε στην απόφασή του και το γεγονός ότι έχουν ήδη επιβληθεί δύο οικονομικές κυρώσεις για την πλημμελή συμμόρφωση της Διοίκησης, χωρίς όμως τα ποσά αυτά να έχουν καταβληθεί μέχρι σήμερα στους πολίτες που προσέφυγαν στο δικαστήριο.
Η δεύτερη από τις δύο προηγούμενες κυρώσεις είχε επιβληθεί τον περασμένο Απρίλιο και ανερχόταν σε 10.000 ευρώ.
Το ΣτΕ έκρινε ότι η παρατεταμένη μη συμμόρφωση, σε συνδυασμό με την εκκρεμότητα των προηγούμενων οικονομικών κυρώσεων, δικαιολογεί την επιβολή νέου προστίμου ύψους 20.000 ευρώ.
Το δικαστήριο στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία της υπόθεσης για την προστασία του ιστορικού και αρχαιολογικού χαρακτήρα της περιοχής, καθώς η διαδικασία συμμόρφωσης συνδέεται άμεσα με την προστασία των μνημείων του Ιερού Βράχου της Ακρόπολης, του Μουσείου της Ακρόπολης και του περιβάλλοντος χώρου.
Συγκεκριμένα, το ΣτΕ αναφέρει ότι, «συνεκτιμώντας το διακύβευμα της συγκεκριμένης διαδικασίας συμμόρφωσης που συνίσταται στην προστασία των μνημείων του Ιερού Βράχου, του Μουσείου της Ακρόπολης και του περιβάλλοντος χώρου και το γεγονός ότι οι δύο προηγουμένως επιβληθείσες χρηματικές κυρώσεις δεν έχουν ακόμη καταβληθεί στους αιτούντες», αποφάσισε την επιβολή της νέας κύρωσης.
Έτσι, το Δημόσιο καλείται να καταβάλει στους αιτούντες επιπλέον 20.000 ευρώ ως κύρωση για τη μη συμμόρφωσή του με την απόφαση 2102/2019 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Η νέα χρηματική κύρωση προστίθεται στις δύο προηγούμενες, οι οποίες, όπως διαπιστώνει το ίδιο το δικαστήριο, παραμένουν επίσης ανεξόφλητες.