Η διαδικασία της συνταγματικής αναθεώρησης εισέρχεται στην πιο κρίσιμη φάση της, καθώς η Ολομέλεια της Βουλής ξεκινά τριήμερη συζήτηση επί της πρότασης της Νέας Δημοκρατίας για την αναθεώρηση περισσότερων από 30 διατάξεων του Συντάγματος.

Παρά τη σημασία της κοινοβουλευτικής διαδικασίας, όλα δείχνουν ότι οι καθοριστικές αποφάσεις θα ληφθούν από την επόμενη Βουλή, η οποία θα προκύψει μετά τις εθνικές εκλογές. Όπως άλλωστε φάνηκε και κατά την ψηφοφορία στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν προτίθενται να υπερψηφίσουν τις προτάσεις σε αυτή τη φάση, επιλέγοντας να διατηρήσουν τη δυνατότητα διαμόρφωσης του τελικού περιεχομένου των αναθεωρητέων διατάξεων στην Αναθεωρητική Βουλή.

Ο γενικός εισηγητής της Νέας Δημοκρατίας, Ευριπίδης Στυλιανίδης, είπε ότι οι μεταρρυθμίσεις που προτείνει το κυβερνών κόμμα επηρεάζουν συνολικά τη λειτουργία των τριών εξουσιών.

Όπως έχει δηλώσει, «οι προτάσεις ενισχύουν την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης, θωρακίζουν και ενδυναμώνουν τη νομοθετική εξουσία, ενώ εκσυγχρονίζουν την εκτελεστική εξουσία».

Ο ρόλος της προτείνουσας και της Αναθεωρητικής Βουλής

Η παρούσα Βουλή, ως προτείνουσα Βουλή, έχει την ευθύνη να προσδιορίσει με σαφήνεια ποιες διατάξεις του Συντάγματος θα χαρακτηριστούν αναθεωρητέες.

Αντίθετα, η επόμενη Βουλή, η οποία θα προκύψει μετά τις εθνικές εκλογές και θα διαθέτει νωπή λαϊκή εντολή, θα είναι εκείνη που θα καθορίσει το ακριβές περιεχόμενο των αναθεωρούμενων διατάξεων, χωρίς να δεσμεύεται από τις πολιτικές θέσεις που θα έχουν διατυπωθεί στην παρούσα κοινοβουλευτική περίοδο.

Καθοριστικό ρόλο στη διαδικασία διαδραματίζει η λεγόμενη «χιαστί» πλειοψηφία.

Εφόσον μία διάταξη χαρακτηριστεί αναθεωρητέα από την προτείνουσα Βουλή με τουλάχιστον 180 ψήφους, τότε στην Αναθεωρητική Βουλή απαιτείται απλή πλειοψηφία 151 βουλευτών για τη διαμόρφωση του τελικού της περιεχομένου.

Αντίθετα, εάν μία διάταξη συγκεντρώσει στην παρούσα Βουλή από 151 έως 179 ψήφους, τότε στην επόμενη Βουλή θα απαιτηθούν 180 ψήφοι για να ολοκληρωθεί η αναθεώρησή της.

Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο τα κόμματα της αντιπολίτευσης δεν ψήφισαν «ναι» σε καμία διάταξη κατά τη συζήτηση στην Επιτροπή Αναθεώρησης του Συντάγματος, επιδιώκοντας να αποφευχθεί η συγκέντρωση των 180 ψήφων στην παρούσα Βουλή και να καταστεί αναγκαία η αναζήτηση ευρύτερων συναινέσεων στην επόμενη.

Η στάση των κομμάτων της αντιπολίτευσης

Το ΠΑΣΟΚ, παρότι έχει εκφράσει τη συμφωνία του ως προς την ανάγκη αναθεώρησης τουλάχιστον 15 άρθρων του Συντάγματος και έχει καταθέσει δικές του προτάσεις, επέλεξε να ψηφίσει «παρών» στα συγκεκριμένα άρθρα και «κατά» στα υπόλοιπα.

Τα υπόλοιπα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν ξεκαθαρίσει ότι θα καταψηφίσουν συνολικά την πρόταση της Νέας Δημοκρατίας.

Τα ζητήματα όπου διαφαίνονται συγκλίσεις

Κατά τη διάρκεια της κοινοβουλευτικής συζήτησης προέκυψε ότι στην επόμενη Αναθεωρητική Βουλή ενδέχεται να υπάρξουν συγκλίσεις σε σειρά θεμάτων. Υπενθυμίζεται ότι και η ΕΛ.Α.Σ. πρόσφατα ξεκαθάρισε ότι δεν θα καταργήσει τα ιδιωτικά πανεπιστήμια.

Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται:

  • η συνταγματική κατοχύρωση μη κρατικών, μη κερδοσκοπικών πανεπιστημίων,
  • ο τρόπος επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων,
  • η κατάργηση της αμελλητί διαβίβασης υποθέσεων που αφορούν την ευθύνη υπουργών,
  • η εφαρμογή του άρθρου 24 για την προστασία του περιβάλλοντος,
  • οι συνταγματικές εγγυήσεις για την τεχνητή νοημοσύνη,
  • καθώς και, ενδεχομένως, η επιστολική ψήφος για τους εκλογείς που βρίσκονται εντός της επικράτειας.

Ακόμη μεγαλύτερες πιθανότητες διακομματικής αποδοχής φαίνεται ότι συγκεντρώνουν οι προτάσεις που αφορούν την προαγωγή της ελληνικής γλώσσας και την προστασία της ελληνικής σημαίας, καθώς περισσότερα από δύο κόμματα θεωρούν ότι οι συγκεκριμένες προβλέψεις αξίζει να αποκτήσουν συνταγματική κατοχύρωση.

Με αυτά τα δεδομένα, η κυβερνητική πλειοψηφία που θα προκύψει μετά τις εκλογές θα χρειαστεί να επιδιώξει ευρείες πολιτικές συναινέσεις προκειμένου να διαμορφωθεί το τελικό περιεχόμενο των υπό αναθεώρηση διατάξεων.

Σύμφωνα με όσα συζητήθηκαν και στην τελευταία συνεδρίαση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέας Δημοκρατίας, η πρόταση για το ασυμβίβαστο μεταξύ υπουργικής και βουλευτικής ιδιότητας, με αναστολή της δεύτερης, ενδέχεται να μην τεθεί καν σε ψηφοφορία.

Αβέβαιο παραμένει και το μέλλον της πρότασης που προβλέπει μία και μοναδική εξαετή θητεία για τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας.

Ακόμη όμως και αν τεθεί τελικά σε ψηφοφορία, θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο να εγκριθεί, καθώς φαίνεται να συναντά αντιδράσεις όχι μόνο από τα κόμματα της αντιπολίτευσης αλλά και από αρκετούς βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας.

Οι τελευταίοι υποστηρίζουν ότι μία και μοναδική θητεία θα είχε νόημα μόνο εφόσον ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας διέθετε ουσιαστικές αρμοδιότητες ώστε να ασκεί ανεξάρτητα τα καθήκοντά του, χωρίς να επηρεάζεται από το ενδεχόμενο επανεκλογής. Από τη στιγμή όμως που ο θεσμικός του ρόλος είναι περιορισμένος, θεωρούν ότι δεν δικαιολογείται ένας τέτοιος περιορισμός.

ΝΔ: «Το ΠΑΣΟΚ δεν υπερψηφίζει ούτε άρθρα που αναγνωρίζει ότι απαιτείται αναθεώρηση»

Την ίδια στιγμή, η κυβερνητική πλειοψηφία ασκεί έντονη κριτική, κυρίως προς το ΠΑΣΟΚ, το οποίο επιλέγει να δηλώσει «παρών» ακόμη και σε άρθρα για τα οποία, όπως καταγγέλλει η ΝΔ, αναγνωρίζει ότι απαιτείται αναθεώρηση και όπου, σύμφωνα με τη Νέα Δημοκρατία, υπάρχουν σημαντικές συγκλίσεις.

Βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος επισημαίνουν ότι ακόμη και στο άρθρο 16 η Νέα Δημοκρατία εμφανίστηκε διατεθειμένη να εγκαταλείψει την αρχική της πρόταση περί ιδιωτικών πανεπιστημίων και να υιοθετήσει τη θέση του ΠΑΣΟΚ για μη κρατικά, μη κερδοσκοπικά πανεπιστήμια, χωρίς ωστόσο να εξασφαλίσει τη θετική ψήφο της αξιωματικής αντιπολίτευσης.

Ανάλογη στάση, σύμφωνα με τη Νέα Δημοκρατία, τηρήθηκε και στο άρθρο 5Β, όπου προτείνεται η συνταγματική κατοχύρωση ζητημάτων που αφορούν την τεχνητή νοημοσύνη.

Παράλληλα, κυβερνητικά στελέχη επισημαίνουν ότι κανείς δεν μπορεί να προεξοφλήσει πως η επόμενη Βουλή θα διαθέτει τους αναγκαίους 180 βουλευτές που απαιτούνται για αλλαγές όπως εκείνη του άρθρου 16, η οποία ισχυρίζονται ότι θα μετατρέψει την Ελλάδα σε διεθνές εκπαιδευτικό κέντρο, κατά το πρότυπο της Κύπρου, όπου σημαντικό ποσοστό του ΑΕΠ προέρχεται από την πανεπιστημιακή εκπαίδευση και την προσέλκυση ξένων φοιτητών.

Το βλέμα στην Αναθεωρητική Βουλή, λέει το ΠΑΣΟΚ

Από την πλευρά του, το ΠΑΣΟΚ υποστηρίζει ότι η αναθεώρηση του 2027 θα πραγματοποιηθεί υπό το πρίσμα της εμπειρίας του 2019, όταν –όπως σημειώνει– άλλα είχαν συμφωνηθεί στην προτείνουσα Βουλή και διαφορετικές επιλογές έγιναν τελικά κατά την ολοκλήρωση της αναθεώρησης.

Για τον λόγο αυτό επιμένει στην ανάγκη ύπαρξης υπερπλειοψηφιών στην Αναθεωρητική Βουλή και έχει προτείνει την αναθεώρηση του άρθρου 110 του Συντάγματος, που ρυθμίζει τη σχετική διαδικασία.

Η συνταγματική αναθεώρηση του 2019 αποτέλεσε ιδιαίτερη περίπτωση, καθώς ήταν η πρώτη φορά που η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Αναθεωρητικής Βουλής ήταν διαφορετική από εκείνη της προτείνουσας Βουλής.

Το γεγονός αυτό επηρέασε ουσιαστικά το τελικό αποτέλεσμα της αναθεώρησης.

Αφενός, αρκετές διατάξεις που είχαν χαρακτηριστεί αναθεωρητέες από την προτείνουσα Βουλή δεν τροποποιήθηκαν τελικά, ενώ άλλες άλλαξαν με διαφορετικό τρόπο από εκείνον που είχε αρχικά προταθεί.

Αφετέρου, η προτείνουσα Βουλή δεν επέτρεψε να τεθούν προς αναθεώρηση σημαντικές διατάξεις που είχε προτείνει τότε η αντιπολίτευση, όπως το άρθρο 16 για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, οι διατάξεις του οικονομικού Συντάγματος και το άρθρο 24 για το περιβάλλον.

Υπό αυτό το πρίσμα, τόσο η κυβερνητική πλειοψηφία όσο και η αντιπολίτευση επικαλούνται σήμερα την εμπειρία του 2019, αντλώντας διαφορετικά πολιτικά συμπεράσματα, αλλά αναγνωρίζοντας ότι η τότε διαδικασία αποτελεί σημείο αναφοράς για τη νέα συνταγματική αναθεώρηση.