Οι υπουργοί Οικονομικών των χωρών της G7 συναντώνται σήμερα στο Παρίσι, με βασικό στόχο τον συντονισμό απέναντι στις αυξανόμενες πιέσεις στην παγκόσμια οικονομία και την αστάθεια στις αγορές ομολόγων, που εντείνεται από τις ανησυχίες για τον πληθωρισμό λόγω της σύγκρουσης στο Ιράν.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων βρίσκονται οι επιπτώσεις του πολέμου στις διεθνείς αγορές, καθώς οι επενδυτές προεξοφλούν πιθανές αυξήσεις επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες εξαιτίας της ανόδου στις τιμές της ενέργειας. Οι πιέσεις στα κρατικά ομόλογα συνεχίστηκαν από το Τόκιο έως τη Νέα Υόρκη, προκαλώντας έντονο προβληματισμό, ιδιαίτερα στην Ιαπωνία.
Ρολάν Λεσκίρ: «Δεν είμαστε πλέον σε μια περίοδο κατά την οποία το δημόσιο χρέος δεν είναι ζήτημα»
Ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών Ρολάν Λεσκίρ επιχείρησε να καθησυχάσει τους προβληματισμούς, τονίζοντας ότι οι αγορές περνούν φάση διόρθωσης και όχι κατάρρευσης, επισημαίνοντας παράλληλα πως το δημόσιο χρέος έχει επανέλθει δυναμικά στο επίκεντρο της οικονομικής συζήτησης.
«Δεν είμαστε πλέον σε μια περίοδο κατά την οποία το δημόσιο χρέος δεν είναι ζήτημα», δήλωσε ο ίδιος σε δημοσιογράφους προσερχόμενος στη σύνοδο.
Στη σύνοδο συμμετέχουν και εκπρόσωποι κεντρικών τραπεζών, με τις συζητήσεις να επικεντρώνονται στη χάραξη κοινής στρατηγικής αντιμετώπισης «πληθωριστικών σοκ» μέσω προσωρινών και στοχευμένων μέτρων. Από την πλευρά της, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Κριστίν Λαγκάρντ, δήλωσε με χιούμορ ότι η ανησυχία για τις αγορές αποτελεί μέρος της δουλειάς της.
Οι υπουργοί Οικονομικών της G7 θα προσπαθήσουν να βρουν κοινή στρατηγική αντιμετώπισης τις παγκόσμιες οικονομικές εντάσεις και να συντονίσουν την προμήθεια κρίσιμης σημασίας πρώτων υλών. Αλλά οι διαφωνίες εντός της G7 περιπλέκουν τις προσπάθειες να προβάλουν μια εικόνα ενότητας καθώς οι υπουργοί ετοιμάζονται για τη σύνοδο σε επίπεδο ηγετών στις 15-17 Ιουνίου στο γαλλικό θέρετρο Εβιάν.
Στην καρδιά της ατζέντας του Παρισιού θα βρεθεί αυτό που ο Λεσκίρ περιέγραψε πριν από τη σύνοδο ως «βαθιές παγκόσμιες οικονομικές ανισορροπίες» που τροφοδοτούν τους τριγμούς στο εμπόριο και δημιουργούν τον κίνδυνο αναταραχής στις χρηματοοικονομικές αγορές.
«Ο τρόπος με τον οποίο η παγκόσμια οικονομία αναπτύσσεται τα τελευταία περίπου 10 χρόνια είναι ξεκάθαρα μη βιώσιμος», δήλωσε, καταδεικνύοντας ένα μοτίβο στο οποίο η Κίνα καταναλώνει λιγότερο, οι ΗΠΑ καταναλώνουν περισσότερο και η Ευρώπη επενδύει λιγότερο.
Ο Ρολάν Λεσκίρ, που φιλοξενεί τις συνομιλίες της G7, χαρακτήρισε τη σύνοδο ως μία ευκαιρία για ανοιχτό διάλογο μεταξύ συμμάχων, σε μια περίοδο όπου οι διαφωνίες με την Ουάσιγκτον γίνονται ολοένα και πιο εμφανείς.
Όπως ανέφερε ο Γάλλος υπουργός Οικονομικών πριν από την έναρξη της συνάντησης, οι συνομιλίες δεν είναι εύκολες και υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις απόψεων, ιδιαίτερα με τις Ηνωμένες Πολιτείες. Η διήμερη σύνοδος, εξάλλου, ακολουθεί τη συνάντηση του Αμερικανού προέδρου Ντόναλντ Τραμπ με τον Κινέζο πρόεδρο Σι Τζινπίνγκ στο Πεκίνο, από την οποία δεν προέκυψαν ουσιαστικές οικονομικές συμφωνίες.
Στο πλαίσιο των συνομιλιών, οι υπουργοί Οικονομικών αναμένεται να ενημερωθούν για την πορεία των σχέσεων μεταξύ Ηνωμένες Πολιτείες και Κίνα, καθώς και για τις αμερικανικές πρωτοβουλίες σχετικά με τα Στενά του Ορμούζ.
Από την πλευρά του, ο Αμερικανός υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ χαρακτήρισε επιτυχημένη την αποστολή στην Κίνα και δήλωσε ότι θα προτείνει στις χώρες G7 την επιβολή νέων κυρώσεων με στόχο την αποδυνάμωση της στρατιωτικής ισχύος του Ιράν.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται επίσης στα κρίσιμα ορυκτά και τις σπάνιες γαίες, καθώς οι χώρες της G7 επιδιώκουν να περιορίσουν την εξάρτησή τους από την Κίνα, η οποία κυριαρχεί στις αλυσίδες εφοδιασμού για τεχνολογίες όπως τα ηλεκτρικά οχήματα, οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τα αμυντικά συστήματα.
Σύμφωνα με τον Ρολάν Λεσκίρ, στόχος των G7 είναι η ενίσχυση του συντονισμού στην παρακολούθηση των αγορών, στην πρόβλεψη πιθανών διαταραχών και στη δημιουργία εναλλακτικών πηγών προμήθειας μέσω συνεργασιών μεταξύ συμμάχων, ώστε καμία χώρα να μην μπορεί να διατηρεί μονοπωλιακό έλεγχο σε στρατηγικές πρώτες ύλες.