Ο Γιάννης Στουρνάρας, μιλώντας στο Συνέδριο της Κεντρικής Τράπεζας της Κροατίας στο Dubrovnik, αναφέρθηκε στο δημογραφικό, επισημαίνοντας ότι το κόστος στέγασης επιβαρύνει σημαντικά τα ελληνικά νοικοκυριά και συγκαταλέγεται μεταξύ των υψηλότερων στην Ευρώπη.

Πρόσθεσε ότι «η στεγαστική επισφάλεια αναδεικνύεται όλο και περισσότερο ως παράγοντας που επηρεάζει τις μακροπρόθεσμες δημογραφικές τάσεις. Η περιορισμένη πρόσβαση σε προσιτή στέγαση καθυστερεί τη δημιουργία νέων νοικοκυριών, ιδίως μεταξύ των νεότερων γενεών. Πολλοί νεαροί ενήλικες τελικά παραμένουν στην κατοικία των γονέων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ό,τι θα επιθυμούσαν, ενώ άλλοι αναβάλλουν ή επανεξετάζουν την απόφαση δημιουργίας οικογένειας».

Ο κ. Στουρνάρας εξήγησε ότι η συρρίκνωση και η γήρανση του πληθυσμού μειώνουν το μέγεθος του εργατικού δυναμικού, επιβαρύνουν το μακροπρόθεσμο αναπτυξιακό δυναμικό και αυξάνουν την πίεση στα δημόσια οικονομικά. Υπό την έννοια αυτή, η οικονομική προσιτότητα της στέγασης αλληλοεπιδρά άμεσα με τη δημογραφική βιωσιμότητα και την οικονομική ανθεκτικότητα.

Επιπλέον, είπε πως στοιχεία της ΤτΕ δείχνουν ότι η αγορά των ακινήτων χρηματοδοτείται κυρίως από τις καταθέσεις των υποψηφίων αγοραστών και λιγότερο από στεγαστικά δάνεια και πως ένα αξιόλογο ποσοστό των συναλλαγών χρηματοδοτείται μέσω της αποταμίευσης των νοικοκυριών και όχι με τραπεζικό δανεισμό, γεγονός που ενισχύει την εκτίμηση ότι η ζήτηση κατοικιών δεν παρουσιάζει ιδιαίτερη ευαισθησία στα επιτόκια, καθώς πολλοί αγοραστές χρησιμοποιούν τον συσσωρευμένο πλούτο τους για την απόκτηση ακινήτων αντί να προσφεύγουν σε τραπεζικό δανεισμό» ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ο κ. Στουρνάρας τόνισε ότι παραδοσιακά, η διαχείριση της οικονομικής προσιτότητας της στέγασης δεν αποτελεί άμεση αρμοδιότητα των κεντρικών τραπεζών αλλά καθώς η στέγαση επηρεάζει όλο και περισσότερο την ευρύτερη οικονομία, οι κεντρικές τράπεζες δεν έχουν πλέον την πολυτέλεια να παραμένουν εντελώς αδρανείς.

Εξήγησε επίσης ότι «η πρόβλεψη πιο διευκολυντικών συνθηκών για τους δανειολήπτες που είναι αγοραστές για πρώτη φορά μπορεί να στηρίξει την πρόσβασή τους σε ιδιόκτητη κατοικία, ενώ η επιβολή αυστηρότερων ορίων για τη δεύτερη ή την επενδυτική κατοικία μπορεί να συμβάλει στον περιορισμό της κερδοσκοπικής ζήτησης και της απόκτησης οικιστικών ακινήτων με σκοπό την εκμίσθωση».

Επίσης, όπως είπε μεταξύ άλλων, υπάρχει περιθώριο για στοχευμένη ευελιξία, με προσεκτικά σχεδιασμένες εξαιρέσεις σε συγκεκριμένες κατηγορίες – όπως προγράμματα κοινωνικής κατοικίας ή εργασίες ενεργειακής αναβάθμισης – μπορούν να συμβάλουν ώστε η μακροπροληπτική πολιτική να συμβαδίζει με ευρύτερους στόχους της δημόσιας πολιτικής χωρίς να υπονομεύεται η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Ο Διοικητής της ΤτΕ παραδέχθηκε πάντως ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν μπορούν να λύσουν το πρόβλημα από μόνες τους. «Η οικονομική προσιτότητα της στέγασης ουσιαστικά διαμορφώνεται από τις συνθήκες στην πλευρά της προσφοράς, από τη δημοσιονομική πολιτική και από διαρθρωτικούς παράγοντες. Η αύξηση της προσφοράς κατοικιών, η βελτίωση της αποτελεσματικότητας των πολεοδομικών και χωροταξικών διαδικασιών και η καλύτερη αξιοποίηση του υφιστάμενου οικιστικού αποθέματος αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της λύσης του προβλήματος», είπε μεταξύ άλλων και τόνισε ότι το στεγαστικό ζήτημα δεν έχει να κάνει αποκλειστικά και μόνο με τιμές, αγορές ή εργαλεία πολιτικής, αλλά κυρίως με το κατά πόσον οι οικονομίες παρέχουν στην επόμενη γενιά μια αξιόπιστη προοπτική για το μέλλον.

Σημείωσε, τέλος, πως αν η πρόσβαση σε προσιτή στέγη γίνεται όλο και πιο αβέβαιη, οι συνέπειες εκτείνονται πέρα από την αγορά κατοικιών., διότι επηρεάζουν την παραγωγικότητα, την κοινωνική συνοχή και τις αναπτυξιακές προοπτικές της οικονομίας.