Υπάρχουν δύο τρόποι για να επιβάλλεται η εξουσία: η βία και η απάτη. Η απάτη όμως έχει κοντά ποδάρια, διότι η ηλιθιότητα του όχλου δεν είναι απεριόριστη. Με άλλα λόγια, τα ψέματα τελειώνουν κάποτε. Καλεσμένος στους «Νέους Φακέλους» του Αλ. Παπαχελά ο υπουργός Οικονομικών ερωτάται γιατί παραμένει στο πόστο του, ενώ είχε πει πως αν χρειαστεί να πάρει νέα μέτρα θα παραιτηθεί, και απαντά αφοπλιστικά: και τι θα άλλαζε; Εδώ και καιρό, κάθε που αναλαμβάνει καθήκοντα μια κυβέρνηση, πρώτο της μέλημα είναι να αποδεσμευτεί από τις προεκλογικές της υποσχέσεις λέγοντας ότι δεν γνώριζε την αληθινή κατάσταση της οικονομίας. Έτσι με την περιβόητη απογραφή Αλογοσκούφη, έτσι και με το αμίμητο «λεφτά υπάρχουν» και το ταχύ πέρασμα στο «δεν υπάρχει σάλιο». Δηλαδή, η κυβέρνηση πάντοτε εκλέγεται λέγοντας ψέματα, και πάντοτε ρίχνει το φταίξιμο στο προηγούμενο ψέμα του αντιπάλου της. Όμως όταν οι πολιτικοί αλληλοκατηγορούνται, το μακροπρόθεσμο αποτέλεσμα είναι ότι αργά ή γρήγορα απλώς αποκαλύπτονται όλοι ως ψεύτες. Σε αυτήν την κατάσταση, που την ξέραμε από καιρό, προστίθενται εσχάτως και τα τεντωμένα νεύρα των αγορών, που μαθαίνουμε ότι είναι ευαίσθητες, και πρέπει να εκφράζεται κανείς πολύ προσεκτικά για να μην τις αναστατώσει. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο πρωθυπουργός μάς λέει πως συζητούσε από καιρό διάφορα σενάρια, αλλά δεν μπορούσε βεβαίως να το κάνει δημοσίως, διότι αυτό θα ήταν καταστροφικό για τη χώρα, και ο Γιούνκερ ομολογεί πως είπε ψέματα για το καλό του Ευρώ, παραβιάζοντας οδυνηρά την καθολική ηθική του. Ας δούμε τι διακυβεύεται: η δημοκρατία προϋποθέτει τη δημοσιότητα, δηλαδή χρειάζεται ο δημόσιος διάλογος να αντιστοιχεί στο πραγματικό ζητούμενο της περίστασης, ώστε να μπορεί ο λαουτζίκος να ξέρει ποιον και γιατί ψηφίζει. Όταν ο πρωθυπουργός ομολογεί πως δεν μπορεί να μιλά δημόσια για τα σενάρια που συζητά, ο λαός, που δεν είναι πια και τόσο αφελής, αντιλαμβάνεται πως ό,τι και να πει ο πρωθυπουργός μας δεν έχει καμία σημασία, διότι έτσι κι αλλιώς οι αποφάσεις λαμβάνονται «υπογείως». Τι σημασία έχει τι θα πει ο πρωθυπουργός, αφού μας έχει αποκαλύψει ότι ταυτοχρόνως παίρνει το αεροπλάνο και συζητά με τους φίλους και τους εχθρούς του κάτι άλλο, που δεν κάνει να το μάθουμε παρά μόνο κατόπιν εορτής; Ας πάψουμε να κοροϊδεύουμε τους συνωμοσιολόγους: όταν καταργείται η δημόσια συζήτηση, το μόνο που μας μένει είναι η συνωμοσιολογία.

Γιατί το κάνουν οι πολιτικοί αυτό, το εξηγεί ο αφορισμός του Π. Κονδύλη για το κάπνισμα: Η απόλαυση είναι βέβαιη, ο κίνδυνος ενδεχόμενος. Κι όταν κανείς στήνει μια καριέρα έτσι, το τι θα γίνει μακροπρόθεσμα στην πολιτική λίγο τον νοιάζει. Μόνο που εμείς ζούμε τις μέρες που αυτό το «μακροπρόθεσμα» έφτασε. Δεν έχει καμία απολύτως σημασία αν θα πει κάτι ο πρωθυπουργός ή ο πρόεδρος της αξιωματικής αντιπολίτευσης, διότι πρέπει να είναι κανείς γκαβός και βλάκας για να μην καταλαβαίνει ότι πρόκειται για ανθρώπους εθισμένους στο «είπα-ξείπα, την παρόλα μου τη χέζω». Θυμόμουν πρόσφατα τη φράση του Καστοριάδη, πως αν η «Πράβδα» έγραφε ότι ένα κι ένα κάνει δύο, οι Ρώσοι θα αμφέβαλλαν. Αυτό σημαίνει ότι τις δηλώσεις δεν τις ακούει κανείς, εκτός μόνο για να πονηρευτεί ότι κάποιο λάκκο έχει η φάβα (Φαντάζομαι ότι και οι αγορές κάπως έτσι θα σκέφτονται, δεν νομίζω να είμαστε οι μόνοι έξυπνοι). Οι προεκλογικές εξαγγελίες είναι κι αυτές κενές νοήματος, συνεπώς το ίδιο και οι εκλογές. Σε τέτοιες συνθήκες, τόσο γενικευμένης δυσπιστίας απέναντι στην τρέχουσα πολιτική, παραμονεύει η πιο σκληρή και αμετακίνητη βεβαιότητα, αυτή της βίας• βίας από την πλευρά της εξουσίας, που δεν θα μπορεί πια να διατηρεί την κοινωνική συναίνεση σε συνθήκες οικονομικής ερήμωσης, και βίας από την πλευρά των πολιτών, που θα ζητούν την ασφάλεια μιας ισχυρής βεβαιότητας, αυτής που την προσφέρει καλύτερα από όλους το αίμα.

Αυτή η εξέλιξη είναι η χειρότερη δυνατή, χειρότερη και από τη φτώχεια. Αναπτύσσεται συνεπώς το επιχείρημα στις μέρες μας ότι πρέπει κι εμείς να προσέχουμε πώς εκφραζόμαστε για τον ένδοξο κοινοβουλευτισμό μας, διότι αν μουτζώσεις τον Μεϊμαράκη διακυβεύεται το κύρος της δημοκρατίας και ρισκάρουμε την πολιτειακή εκτροπή. Δυστυχώς το επιχείρημα φαίνεται να έχει απήχηση και σε πολίτες εκτός Πασόκ, παραγνωρίζοντας δύο καίριες πτυχές της πολιτικής μας: ότι πλειάδα συνταγματολόγων τραβάνε τα μαλλιά τους λέγοντας πως η συνταγματική εκτροπή έχει ήδη συμβεί με το Μνημόνιο, και ότι η απουσία της βίας, που ήταν το καμάρι της έστω και διεφθαρμένης και άδικης κοινοβουλευτικής μας δημοκρατίας, φαίνεται να τελειώνει. Δεν πρόκειται μόνο για τον τραυματισμό του Γιάννη Καυκά, πρόκειται για το ότι εδώ και καιρό η αστυνομία επιτίθεται σε διαδηλωτές με προθέσεις φονικές, είτε με μηχανάκια είτε με γκλομπς, και για το ότι φυλακίζονται συμπολίτες μας με κατασκευασμένες από την αστυνομία κατηγορίες. (Ο αισιόδοξος θα απαντήσει ότι τα πράγματα στη Συρία είναι ασύγκριτα χειρότερα, αλλά πραγματικά δεν ξέρω ποιον παρηγορεί αυτό) Η εποχή που λέγαμε ότι αυτή η διεφθαρμένη τυπική δημοκρατία είναι πάντως φιλόξενη, παρήλθε. Πόσος καιρός θα χρειαστεί για τους αστυνομικούς που βασανίζουν μετανάστες για γούστο, μέχρι να στραφούν σε άλλον στόχο; Λίγος, εικάζω.

Αντί όμως να παραδοθούμε στο επιχείρημα των ημερών, που λέει πως πρέπει να φερόμαστε ευγενικά στους βουλευτές, διότι διαφορετικά ανοίγεται ο δρόμος προς τη δικτατορία, το ζήτημα είναι να ξανακατοικηθεί η δημόσια σφαίρα από ουσιώδη πολιτικά ερωτήματα για τις αιτίες της κρίσης και το ζητούμενο της εξόδου, ώστε να πάψει το διεφθαρμένο κοινοβουλευτικό πανηγύρι να διεκδικεί το μονοπώλιο της πολιτικής, εκβιάζοντας ότι αν τους βρίζουμε είναι σαν να ζητούμε να κατέβουν τα τανκς. Ειλικρίνεια δεν μπορούμε να περιμένουμε από όσους έχουν διαπιστωμένα στηρίξει την πολιτική τους σταδιοδρομία στην εξαπάτηση. Απαιτείται από τη δική μας πλευρά να αντιμετωπίσουμε με παρρησία τις μισές αλήθειες της κυβέρνησης, δηλ. τις ευθύνες του λαού για το τι ψηφίζει και πώς πολιτεύεται, και να μπορέσουμε να μπολιάσουμε τη συζήτηση που μόλις ξεκινά με τον προβληματισμό μας και τις διεκδικήσεις μας. Εδώ που έχουμε φτάσει, οι πολιτικοί μας έχουν να περιμένουν μόνο μούτζες – κι αυτό αν είναι τυχεροί, γιατί υπάρχουν και χειρότερα. Η προφανής αδυναμία της μούτζας είναι ότι αν οι αγανακτισμένοι αγανακτούν διότι ο βουλευτής τους τους έκλεισε την πόρτα,  θα επιστρέψουν εκεί μόλις τους την ξανανοίξει. Το δικό μας χρέος είναι να σκεφτούμε ξανά την πολιτική μας αξιοποιώντας όλο το δικαιολογημένο πάθος της μούτζας, που είναι το κεντρικό σύμβολο των ημερών, και να πράξουμε ταυτοχρόνως με πολιτική φρόνηση που να αναγνωρίζει αποχρώσεις και λεπτομέρειες, δηλαδή να μπορεί να προτείνει.


* Ο Κωνσταντίνος Πουλής γεννήθηκε στην Αθήνα το 1973. Λογοτεχνικά και δοκιμιακά κείμενά του έχουν δημοσιευτεί στα περιοδικά «Πλανόδιον», «Κ», «Νέα Εστία» και «σημειώσεις». Έχει κάνει τη μετάφραση και έχει γράψει το επίμετρο («Τρομοκρατία και ηθική») στο δοκίμιο του J. Glover, «Ηθική απόσταση: ένα κεφάλαιο ηθικής φιλοσοφίας» (Έρασμος, 2009) και έχει εκδώσει τη συλλογή θεατρικών με τίτλο «Δον Ζουάν» (Κουκκίδα, 2010).