Την προηγούμενη Τετάρτη, η συνεδρίαση του δικαστηρίου διακόπηκε πριν ολοκληρωθεί η κατάθεση του Πάνου Ρούτσι, πατέρα του Ντένις Ρούτσι, καθώς αισθάνθηκε ξαφνική αδιαθεσία και μεταφέρθηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λάρισας. Μέχρι τη διακοπή, είχε προλάβει να καταθέσει για περίπου μία ώρα, περιγράφοντας τον πόνο των συγγενών και την ανάγκη να αποδοθούν ευθύνες για το δυστύχημα.

«12 λεπτά, δύο τρένα κινούνταν στην ίδια γραμμή και κανένας δεν κατάλαβε, ότι σε 12 λεπτά δεν θα υπήρχαν. Θέλαμε δεν θέλαμε γίναμε και εμείς ερευνητές. Σέβομαι και εμπιστεύομαι την δικαιοσύνη, αλλά αυτό που έχω δει μέχρι σήμερα, δεν νομίζω, ότι κάποιοι λειτουργούν όπως πρέπει και αυτό με θλίβει πάρα πολύ όταν υπάρχουν τόσοι νεκροί. Η πληγή παραμένει ανοιχτή, δεν έχει κλείσει. Ακόμα θρηνούμε. Ένα φανάρι να υπήρχε τα παιδιά θα ζούσαν. Δεν θα σταματήσω μέχρι να μάθω πως πέθανε το παιδί μου. Πιστεύουμε σε σας. Πιστεύουμε, ότι η αλήθεια θα βγει και θα βγει, γιατί όλοι εμείς οι συγγενείς δεν θα το αφήσουμε έτσι. Η δικαιοσύνη πρέπει να είναι ανεξάρτητη. Κυρία πρόεδρε πρέπει κάποια στιγμή, όπου και να φτάνουν οι ευθύνες να λογοδοτήσουν. Δεν μπορούμε να ζήσουμε αυτό το μαρτύριο που περνάμε τέσσερα χρονιά σχεδόν. Δεν γίνεται άλλο. Δεν μπορούμε να έχουμε μια φυσιολογική ζωή».

Απορρίφθηκε το αίτημα για χρονοδιάγραμμα στην πραγματογνωμοσύνη του κινητού

Λίγο πριν από την ολοκλήρωση της συνεδρίασης της Τετάρτης, η πρόεδρος ανακοίνωσε την απόρριψη αιτήματος που είχε υποβάλει συνήγορος υποστήριξης της κατηγορίας, ζητώντας τη συμπλήρωση της δικαστικής απόφασης σχετικά με το κατασχεθέν κινητό τηλέφωνο του κατηγορούμενου σταθμάρχη της νυχτερινής βάρδιας.

Με την αρχική απόφαση, το δικαστήριο είχε διατάξει την άρση του απορρήτου και τη διενέργεια εργαστηριακής πραγματογνωμοσύνης στη συσκευή από το αρμόδιο τμήμα της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών της Ελληνικής Αστυνομίας. Η εξέταση αφορά τις εισερχόμενες και εξερχόμενες κλήσεις, τα εισερχόμενα και εξερχόμενα SMS και MMS, καθώς και τις εφαρμογές δεδομένων, όπως το Viber. Σε περίπτωση που εντοπιστούν διαγραμμένα αρχεία, προβλέπεται να επιχειρηθεί η ανάκτησή τους.

Με το νέο αίτημα, ο συνήγορος ζήτησε να συμπληρωθεί η απόφαση, ώστε να οριστεί συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα για την παράδοση της πραγματογνωμοσύνης από τη Διεύθυνση Εγκληματολογικών Ερευνών.

Η εισαγγελέας πρότεινε την απόρριψη του αιτήματος, υποστηρίζοντας ότι δεν απαιτείται συμπλήρωση της απόφασης, καθώς σε αυτήν προβλέπεται η παράδοση της πραγματογνωμοσύνης «το συντομότερο δυνατό». Το δικαστήριο υιοθέτησε την εισαγγελική πρόταση και απέρριψε το αίτημα.