Ο πρωθυπουργός του Ισραήλ, Μπενιαμίν Νετανιάχου, και ο υπουργός Εξωτερικών Γκίντεον Σάαρ απείλησαν να μηνύσουν τους New York Times για δυσφήμιση, λόγω της δημοσίευσης άρθρου του Nicholas Kristof που περιγράφει καταγγελίες ότι Παλαιστίνιες γυναίκες, άνδρες και παιδιά έχουν βιαστεί και υποστεί σεξουαλική κακοποίηση σε ισραηλινές στρατιωτικές φυλακές.

«Μετά τη δημοσίευση από τον Nicholas Kristof στους New York Times ενός από τα πιο αποτρόπαια και διαστρεβλωμένα ψεύδη που έχουν δημοσιευτεί ποτέ κατά του Κράτους του Ισραήλ στον σύγχρονο Τύπο, το οποίο έλαβε και την υποστήριξη της εφημερίδας, ο πρωθυπουργός Μπενιαμίν Νετανιάχου και ο υπουργός Εξωτερικών Γκίντεον Σάαρ έχουν δώσει εντολή για την έναρξη αγωγής δυσφήμισης κατά των New York Times», ανέφερε το υπουργείο Εξωτερικών του Ισραήλ σε ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης την Πέμπτη.

«Δυσφήμισαν τους στρατιώτες του Ισραήλ και διέδωσαν συκοφαντίες για βιασμούς, επιχειρώντας να δημιουργήσουν μια ψευδή εξίσωση ανάμεσα στους γενοκτόνους τρομοκράτες της Χαμάς και τους ένδοξους στρατιώτες του Ισραήλ», πρόσθεσε ο Νετανιάχου σε δήλωσή του στο Reuters. «Θα πολεμήσουμε αυτά τα ψέματα στο δικαστήριο της κοινής γνώμης και στο δικαστήριο του νόμου. Η αλήθεια θα επικρατήσει.»

«Αυτή η απειλή, παρόμοια με μια που είχε γίνει πέρυσι, εντάσσεται σε μια γνωστή πολιτική τακτική που στοχεύει στην υπονόμευση της ανεξάρτητης δημοσιογραφίας και στη φίμωση ρεπορτάζ που δεν ταιριάζουν σε συγκεκριμένη αφήγηση», δήλωσε εκπρόσωπος των New York Times. «Οποιαδήποτε τέτοια νομική αξίωση δεν θα έχει βάση.»

Ο εκπρόσωπος πρόσθεσε ότι ο Kristof «έχει καλύψει τη σεξουαλική βία για δεκαετίες και θεωρείται από τους κορυφαίους δημοσιογράφους παγκοσμίως στην καταγραφή σεξουαλικής κακοποίησης σε ζώνες πολέμου».

Αξίζει να σημειωθεί ότι η εφημερίδα έχει επανειλημμένα υπερασπιστεί το ρεπορτάζ του Kristof τις τελευταίες ημέρες.

Οι συνεντεύξεις του με 14 άνδρες και γυναίκες «επαληθεύτηκαν, όπου ήταν δυνατό, με άλλους μάρτυρες και με άτομα στα οποία είχαν εμπιστευτεί τα θύματα – συμπεριλαμβανομένων συγγενών και δικηγόρων», δήλωσε εκπρόσωπος των Times. «Οι λεπτομέρειες ελέγχθηκαν εκτενώς, με διασταύρωση με ειδησεογραφικά ρεπορτάζ, ανεξάρτητες έρευνες οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έρευνες και σε μία περίπτωση με μαρτυρία στον ΟΗΕ.»

Δεν είναι σαφές σε ποια δικαιοδοσία θα μπορούσαν να κινηθούν νομικά οι ισραηλινές αρχές ή αν ένα κράτος μπορεί καν να καταθέσει τέτοιου είδους αγωγές δυσφήμισης.

«Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα αμερικανικό δικαστήριο να δεχτεί μια τέτοια υπόθεση», δήλωσε ο David A. Logan, ομότιμος καθηγητής νομικής και ειδικός στο δίκαιο των ΜΜΕ. Εξήγησε ότι η Πρώτη Τροπολογία (First Amendment) ουσιαστικά απαγορεύει αγωγές κυβερνήσεων κατά επικριτών της κυβέρνησης.

Ο Mark Stephens, ειδικός στο διεθνές δίκαιο των ΜΜΕ, χαρακτήρισε την ιδέα «γελοία», σημειώνοντας ότι οι υποθέσεις δυσφήμισης αφορούν ζητήματα φήμης και κοινωνικού στιγματισμού και ότι τα δικαστήρια αναγνωρίζουν τη διαφορά μεταξύ νομικής διαμάχης και πολιτικής αντιπαράθεσης.

Το άρθρο του Kristof, που δημοσιεύτηκε στη στήλη γνώμης των New York Times, περιγράφει καταγγελίες για σεξουαλική κακοποίηση, συμπεριλαμβανομένων βιασμών, από ισραηλινούς δεσμοφύλακες, στρατιώτες, εποίκους και ανακριτές, μερικές φορές με τη χρήση σκύλων.

Ο ίδιος ανέφερε ότι βρήκε τα άτομα που πήρε συνέντευξη μέσω δικηγόρων, οργανώσεων ανθρωπίνων δικαιωμάτων και εργαζομένων στην ανθρωπιστική βοήθεια. Σημείωσε ότι, αν και πολλές μαρτυρίες επιβεβαιώθηκαν, σε ορισμένες περιπτώσεις δεν κατέστη δυνατό να διασταυρωθούν πλήρως, εν μέρει λόγω ντροπής των θυμάτων.

Πρόσθεσε επίσης ότι «δεν υπάρχουν ενδείξεις ότι Ισραηλινοί ηγέτες δίνουν εντολές για βιασμούς» και παρέθεσε εκτενώς ισραηλινές διαψεύσεις.

Οι ισραηλινές αρχές έχουν απειλήσει και στο παρελθόν την εφημερίδα με αγωγές, χωρίς όμως να προχωρήσουν σε νομικές ενέργειες.