Το νέο Σύμφωνο για τη Μετανάστευση και το Άσυλο: Τι προβλέπει – Οι κίνδυνοι και οι προοπτικές (Μέρος 2ο)
Του Σπύρου Απέργη, δικηγόρου, ειδικευμένου στο προσφυγικό δίκαιο
Το πρώτο μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ
- ΝΟΜΙΚΗ ΚΑΘΟΔΗΓΗΣΗ ΣΤΙΣ ΝΕΕΣ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ
Στο Σύμφωνο προβλέπεται υποχρεωτική νομική καθοδήγηση στις διαδικασίες ασύλου πρώτου και δεύτερου βαθμού (ήδη υπάρχει στην Ελλάδα στον δεύτερο αλλά με σημαντικές ελλείψεις). Δεν έχει καθοριστεί ακόμα το νομικό πλαίσιο για μια τέτοια νομική καθοδήγηση, το οποίο, κατά πληροφορίες, θα είναι σχετική υπουργική απόφαση. Προς το παρόν υφίσταται νομικό και πραγματικό κενό στην ενημέρωση των αλλοδαπών, μέσω νομικών, προς τους αιτούντες διεθνή προστασία από τη διαδικασία διαλογής στα σύνορα και στα υπόλοιπα στάδια της εξέτασης των αιτήσεών τους στον πρώτο βαθμό, εξέλιξη που είναι βλαπτική για τα δικαιώματα των αιτούντων διεθνή προστασία, ιδίως στις διαδικασίες διαλογής στα σύνορα και κατά την εξέταση των αιτήσεων ως απαράδεκτων.
- ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΥΠΟΔΟΧΗΣ
Ως προς την υποδοχή, απαιτείται ένα συγκεκριμένο επίπεδο αξιοπρεπών υλικών συνθηκών υποδοχής και φιλοξενίας, σύμφωνα με τον σχετικό κανονισμό του Συμφώνου, αλλά η κατάσταση στις ελληνικές δομές φιλοξενίας είναι ιδιαίτερα προβληματική καθώς, σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση ανεξάρτητης μη κυβερνητικής οργάνωσης, «παρατηρούμε μία γενικευμένη έλλειψη πρόσβασης των αιτουσών/ούντων άσυλο σε συνθήκες υποδοχής, λόγω της συνδυαστικής επίδρασης της μη παροχής οικονομικής στήριξης (μηνιαίου βοηθήματος), των πλημμελών συνθηκών στέγασης, των ανεπαρκών υπηρεσιών διερμηνείας και ιατρικής και ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, καθώς και της απουσίας διασύνδεσης των απομονωμένων καμπς με υπηρεσίες αστικού ιστού. Οι παράγοντες αυτοί διαμορφώνουν μία εικόνα των καμπς ως «κλειστού συστήματος», στο οποίο οι άνθρωποι που ζητούν – και κατά πλειοψηφία δικαιούνται και λαμβάνουν– διεθνή προστασία στην Ελλάδα στερούνται αξιοπρεπούς διαβίωσης και αδυνατούν να αποκτήσουν τα απαραίτητα μέσα για την ένταξή τους στην κοινότητα». Τέλος, είναι θετική η εισαγωγή ένδικου βοηθήματος που αφορά αίτηση αποκατάστασης των υλικών συνθηκών υποδοχής και αντιρρήσεις κατάτων αποφάσεων που αφορούν στην αποκατάσταση, την ανάκληση ή τον περιορισμό των παροχών αλλά με εξαιρετικά σύντομη προθεσμία πέντε ημερών που μπορεί να το καταστήσει αναποτελεσματικό λόγω και της απουσίας νομικής συνδρομής στον πρώτο βαθμό.
Σε σχέση με τα ευάλωτα άτομα, ιδίως τα ΛΟΑΤΚΙ, τα ασυνόδευτα παιδιά και τις επιζώσες έμφυλης βίας είναι απαραίτητη η εφαρμογή ειδικών συνθηκών υποδοχής, όπως επαρκής αριθμός διερμηνέων πολιτισμικών διαμεσολαβητών, υπηρεσιών ψυχοκοινωνικής υποστήριξης καθώς και ξεχωριστών χώρων διαμονής ενώ χρειάζεται να εφαρμόζονται τα σχετικά επιστημονικά πρωτόκολλα για την αντιμετώπιση της έμφυλης βίας. Δυστυχώς, αυτά δεν προβλέπονται στον εφαρμοστικό νόμο του Συμφώνου ενώ δίνεται τέτοια δυνατότητα από τη σχετική Οδηγία για την υποδοχή.
- ΑΝΕΞΑΡΤΗΤΟ ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΗΣΗΣ ΓΙΑ ΤΑ ΑΝΘΡΩΠΙΝΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ
Το νέο Σύμφωνο προβλέπει Ανεξάρτητο Μηχανισμό Παρακολούθησης των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ελέγχου διαλογής και της διαδικασίας ασύλου στα σύνορα. Με τον Ν. 5303/2026 «Αναμόρφωση του κληρονομικού δικαίου και άλλες διατάξεις», δηλαδή σε άσχετο νομοσχέδιο με το Σύμφωνο και σε προγενέστερο χρόνο, ορίστηκε η Εθνική Αρχή Διαφάνειας (ΕΑΔ) ως τέτοιος μηχανισμός. Ο ορισμός της ΕΑΔ ως Ανεξάρτητου Μηχανισμού Παρακολούθησης δεν φαίνεται να είναι σύμφωνος με τις προβλέψεις του νέου Συμφώνου, ιδίως ως προς τις εγγυήσεις ανεξαρτησίας του μηχανισμού και της σχετικής (ανύπαρκτης) εξειδίκευσης Σύμφωνα με το Κοινό Σχέδιο Εφαρμογής του Συμφώνου που κατήρτισε η Ευρωπαϊκή Επιτροπή «Επιπλέον, τα κράτη μέλη θα πρέπει να θεσπίσουν σχετικές διατάξεις βάσει του εθνικού δικαίου με σκοπό τη διερεύνηση ισχυρισμών περί μη σεβασμού των θεμελιωδών δικαιωμάτων σε σχέση με τον έλεγχο διαλογής και να διασφαλίσουν, κατά περίπτωση, την παραπομπή για την κίνηση διαδικασιών αστικής ή ποινικής δικαιοσύνης σε περιπτώσεις μη σεβασμού ή μη επιβολής των θεμελιωδών δικαιωμάτων». Οι εν λόγω διατάξεις λείπουν από τον εφαρμοστικό νόμο αλλά και από τον Ν. 5303 ενώ εγνωσμένου κύρους ανεξάρτητες αρχές, όπως η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και ο Συνήγορος του Πολίτη αποκλείστηκαν εντελώς από τον μηχανισμό ενώ έχουν τα εχέγγυα ανεξαρτησίας και εξειδίκευσης για να οριστούν ένας απ’ αυτούς ως μηχανισμός παρακολούθησης.
- ΠΡΟΒΛΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΙΣ ΑΣΦΑΛΕΙΣ ΤΡΙΤΕΣ ΧΩΡΕΣ
Ως προς την ασφαλή τρίτη χώρα, θεσπίζεται κατάλογος ασφαλών χωρών καταγωγής και ασφαλών τρίτων χωρών ενώ τα κράτη μέλη μπορούν να ορίζουν τα ίδια πρόσθετες χώρες ως ασφαλείς (είτε τρίτες είτε καταγωγής) και, κατά συνέπεια, να απορρίπτουν τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας ως απαράδεκτες έτσι ώστε να εξετάζονται από τις ασφαλείς τρίτες χώρες. Αν ο αιτών απορρίπτεται λόγω ασφαλούς χώρας καταγωγής, τότε, όταν τελεσιδικήσει η διαδικασία, μπορεί να απελαθεί.
Ο καθορισμός κρατών ως ασφαλών είναι ευρωπαϊκής έμπνευσης και αποτελεί πολιτική επιλογή μεταφοράς της ευθύνης των κρατών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης να εξετάζουν τα ίδια τις αιτήσεις διεθνούς προστασίας στην ουσία τους σε τρίτες χώρες. Για να συνάδει, όμως, με το διεθνές προσφυγικό δίκαιο που αποτελεί και ευρωπαϊκό δίκαιο, πρέπει να προκύπτει κυρίως από ενδελεχή αξιολόγηση της επάρκειας του συστήματος ασύλου της εν λόγω χώρας, βάσει διαθέσιμων αξιόπιστων πηγών έτσι ώστε η Τρίτη χώρα να μπορεί παρέχει ισοδύναμη με τη Σύμβαση της Γενεύης διεθνή προστασία σε επίπεδο καθεστώτος και συνθηκών διαμονής *πρόσβαση σε στέγαση, υπηρεσίες, υγείας, παιδεία, άδεια εργασίας κλπ). Παράλληλα, οι θέσεις της Ύπατης Αρμοστείας πρέπει να έχουν ιδιαίτερη βαρύτητα, ενόψει της εποπτικής αρμοδιότητας που της ανατίθεται από τη Σύμβαση της Γενεύης Περαιτέρω, οι διπλωματικές εγγυήσεις που παρέχονται από την τρίτη χώρα δεν αποτελούν καθοριστικό αποδεικτικό μέσο της κατάλληλης μεταχείρισης των προσφύγων. Οι εγγυήσεις αυτές πρέπει να πληρούν προϋποθέσεις ποιότητας και αξιοπιστίας, οι οποίες αξιολογούνται βάσει κριτηρίων όπως η εξειδίκευσή τους, η διάρκεια και ισχύς των διμερών σχέσεων, η επαλήθευση μέσω μηχανισμών εποπτείας και η αποτελεσματικότητα της προστασίας κατά των βασανιστηρίων στην τρίτη χώρα. Τέλος, το απαιτούμενο επίπεδο προστασίας κατά της επαναπροώθησης που πρέπει να παρέχεται στην τρίτη χώρα αντιστοιχεί στο μέτρο του «πραγματικού κινδύνου» έκθεσης σε δίωξη, βασανιστήρια, απάνθρωπη ή εξευτελιστική μεταχείριση.
Πλέον, όμως ακόμα και η απλή διέλευση από τρίτη χώρα η ύπαρξη συμφωνίας ή διακανονισμού μεταξύ του κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της χώρας αυτής μπορεί να θεωρηθεί επαρκές στοιχείο για τον χαρακτηρισμό μιας τρίτης χώρας ως ασφαλούς! Όμως μια τέτοια ερμηνεία είναι ευθέως αντίθετη με την ευρωπαϊκή νομολογία περί το θέμα αυτό.
Συνολικά, η διεύρυνση των κριτηρίων για τις ασφαλείς τρίτες χώρες «φέρνουν την «ασφαλή τρίτη χώρα» σε ευθεία σύγκρουση με το θεμελιώδες δικαίωμα στο άσυλο και με την αρχή της μη επαναπροώθησης, υπονομεύουν δε την ασφάλεια δικαίου και τη δίκαιη και ενδελεχή εξέταση των αιτημάτων ασύλου».
- ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΕΣ ΠΡΟΣΦΥΓΗΣ, ΜΕΤΑΦΟΡΑΣ ΑΙΤΟΥΝΤΩΝ ΑΠΟ ΚΑΙ ΠΡΟΣ ΑΛΛΑ ΚΡΑΤΗ ΜΕΛΗ ΚΑΙ ΑΛΛΑ ΖΗΤΗΜΑΤΑ
Το δικαίωμα αποτελεσματικής προσφυγής στις διαδικασίες ασύλου και υποδοχής είναι περιορίζεται σε διάφορες περιπτώσεις, μεταξύ άλλων όσον αφορά τα αποτελέσματα των διαδικασιών ελέγχου διαλογής. Η επιτάχυνση των διαδικασιών και η απουσία αυτόματου ανασταλτικού αποτελέσματος σε κάποιες περιπτώσεις μπορεί να συνιστούν, κατά περίπτωση, παραβιάσεις του σχετικού δικαιώματος θα δημιουργήσουν δικαστική πίεση στο δικαστικό σύστημα της Ελλάδας καθώς και σημαντικούς κινδύνους απέλασης για άτομα που έχουν ανάγκη προστασίας.
Στο Σύμφωνο προβλέπεται δυνατότητα λήψης επιπλέον παρεκκλίσεων – «εθνικών μέτρων» – από αυτές που ορίζονται στον Κανονισμό 2024/1359 (Κανονισμός Κρίσης) με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου και κατά παράβαση του Κανονισμού αυτού. Εδώ φωτογραφίζεται το απολύτως παράνομο μέτρο της αναστολής ασύλου», που εφάρμοσε η κυβέρνηση πέρσι και το 2020 και το οποίο (μέτρο) δεν επιτρέπεται από τον Κανονισμό Κρίσης.
Το νέο σύστημα διαχείρισης ασύλου και μετανάστευσης που αντικαθιστά τον κανονισμό «Δουβλίνο 3» εξακολουθεί να επιβαρύνει δυσανάλογα τα κράτη πρώτης εισόδου, ενισχύει τις υποχρεώσεις καταγραφής και ελέγχου στα εξωτερικά σύνορα και εισάγει αυστηρότερους κανόνες μεταφοράς και ανάληψης ευθύνης, χωρίς να δημιουργεί πραγματικό μηχανισμό ισότιμης κατανομής της ευθύνης μεταξύ κρατών μελών.
Όπως σημειώνεται από διεθνείς οργανώσεις, η διατήρηση του κριτηρίου πρώτης εισόδου αυξάνει την πίεση στα συστήματα υποδοχής, ενισχύει τον υπερπληθυσμό δομών, δημιουργεί κίνητρα αποφυγής καταγραφής, οδηγεί σε αυξημένη κράτηση και συνοριακές διαδικασίες, υπονομεύει την πραγματική πρόσβαση στην προστασία. η καθιέρωση υποχρεωτικού, αν και ευέλικτου, μηχανισμού αλληλεγγύης, ενώ δυνατότητα μετεγκαταστάσεων και χρηματοδοτικών συνεισφορών, η τυπική ενσωμάτωση της αρχής της αλληλεγγύης του άρθρου 80 ΣΛΕΕ, η πρόβλεψη πιο οργανωμένων διαδικασιών διαχείρισης πίεσης στα κράτη πρώτης γραμμής. Ωστόσο, η αλληλεγγύη παραμένει υπερβολικά ευέλικτη, με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος περιορισμένης πρακτικής αποτελεσματικότητας.
Ως προς το νέο μηχανισμό αλληλεγγύης που ιδρύεται παράλληλα με το σύστημα τύπου «Δουβλίνου» που συνεχίζεται, τα τρία είδη μέτρων αλληλεγγύης που προβλέπονται στο άρθρο 56 παράγραφος 2 του σχετικού κανονισμού (ΕΕ) 2024/1351, είναι, συγκεκριμένα
Α) οι μετεγκαταστάσεις,
Β) οι χρηματοδοτικές συνεισφορές και
Γ) τα εναλλακτικά μέτρα αλληλεγγύης
Οι ανάγκες αλληλεγγύης για το 2026 για την ετήσια δεξαμενή αλληλεγγύης σε επίπεδο Ένωσης πρόκειται να οριστούν σε 21.000 για τις μετεγκαταστάσεις και σε 420 εκατομμύρια ευρώ για τις χρηματοδοτικές συνεισφορές, Εναπόκειται σε κάθε κράτος μέλος να αποφασίσει για ποιο είδος μέτρου αλληλεγγύης θα δεσμευτεί, μεταξύ άλλων χρησιμοποιώντας τη δυνατότητα να δεσμευτεί για συνδυασμό διάφορων ειδών μέτρων αλληλεγγύης, καθώς και να δεσμευτεί αποκλειστικά για εναλλακτικά μέτρα αλληλεγγύης.
Η Ελλάδα έχει θεωρηθεί κράτος που υφίσταται μεταναστευτική πίεση στη βάση της Εκτελεστικής Απόφασης (ΕΕ) 2025/2642 του Συμβουλίου της 19ης Δεκεμβρίου 2025 για τη δημιουργία της ετήσιας δεξαμενής αλληλεγγύης για το 2026, μαζί με την Ισπανία, την Ιταλία και την Κύπρο ως κράτη μέλη που υφίστανται μεταναστευτική πίεση. Όπως σημειώνει το Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης τα εν λόγω τέσσερα κράτη μέλη θα πρέπει να ενημερώσουν την Επιτροπή και το Συμβούλιο αν σκοπεύουν να χρησιμοποιήσουν την ετήσια δεξαμενή αλληλεγγύης για το 2026 και θα πρέπει να παράσχουν πληροφορίες σχετικά με το είδος και το επίπεδο των μέτρων αλληλεγγύης που είναι αναγκαία για να αντιμετωπίσουν την κατάσταση. Κατόπιν τούτου, τα εν λόγω τέσσερα κράτη μέλη θα πρέπει να έχουν πρόσβαση στα μέτρα αλληλεγγύης που θεσπίζονται από την ετήσια δεξαμενή αλληλεγγύης για το 2026 και να μην υποχρεούνται να υλοποιούν τις οικείες δεσμεύσεις για συνεισφορές αλληλεγγύης. Παράλληλα, το Συμβούλιο για τον προσδιορισμό των αναγκών αλληλεγγύης έλαβε υπόψη του τη συνολική κατάσταση στην Ένωση, συμπεριλαμβανομένου του γεγονότος ότι υπάρχουν 12 κράτη μέλη που διατρέχουν κίνδυνο μεταναστευτικής πίεσης, συγκεκριμένα το Βέλγιο, η Βουλγαρία, η Γερμανία, η Εσθονία, η Ιρλανδία, η Γαλλία, η Κροατία, η Λετονία, η Λιθουανία, οι Κάτω Χώρες, η Πολωνία και η Φινλανδία, και έξι κράτη μέλη που αντιμετωπίζουν σημαντική μεταναστευτική κατάσταση, συγκεκριμένα η Βουλγαρία, η Τσεχία, η Εσθονία, η Κροατία, η Αυστρία και η Πολωνία κυρίως ως προς τους Ουκρανούς πρόσφυγες.
Σύμφωνα με την ως άνω εκτελεστική απόφαση, η Ελλάδα έχει ένα δίκαιο μερίδιο 1,8585% (δηλαδή να συνεισφέρει στη αποδοχή μετεγκαταστάσεων στο έδαφός της επί του συνόλου των προβλεπόμενων μετεγκαταστάσεων) και εναλλακτικά μέτρα αλληλεγγύης αξίας 7.800.000 ευρώ (δηλαδή να προσφέρει τέτοια μέτρα σε άλλα κράτη μέλη).
Με την αποδοχή της «ευέλικτης» αλληλεγγύης, κράτη μέλη στα εξωτερικά σύνορα, όπως η Ελλάδα, τα οποία είναι πιο πιθανό να αντιμετωπίσουν καταστάσεις που ορίζονται ως «μεταναστευτική πίεση», εγκατέλειψαν οικειοθελώς και κακώς, κατά την άποψη μου, τα αιτήματά τους για «υποχρεωτικές μετεγκαταστάσεις», μάλλον σε αντάλλαγμα για μεγαλύτερο βαθμό διακριτικής ευχέρειας στην εφαρμογή του κεκτημένου περί ασύλου μέσω των παρεκκλίσεων που προβλέπονται στον κανονισμό για τις κρίσεις και την ανωτέρα βία. Δηλαδή προσπαθούν με λίγα λόγια τα κράτη μέλη, όπως η Γερμανία, η Γαλλία, η Ισπανία, πέτυχαν να μειώσουν τη μεταφορά των όποιων μεταναστευτικών πιέσεων στο έδαφός τους ενώ τα κράτη μέλη στα εξωτερικά σύνορα «πήραν, περισσότερες παρεκκλίσεις και εξαιρέσεις από τα θεμελιώδη δικαιώματα, ελπίζοντας, έτσι να μειώσουν τις μεταναστευτικές πιέσεις στο δικό τους έδαφος με τις ταχείες διαδικασίες και με μειωμένες εγγυήσεις για τα δικαιώματα των αιτούντων και τις επιστροφές.
Τέλος, η συλλογή βιομετρικών δεδομένων πρέπει να περιορίζεται στο απολύτως αναγκαίο μέτρο, να διενεργείται με σαφείς εγγυήσεις ενημέρωσης, πρόσβασης και διόρθωσης δεδομένων και να μην οδηγεί σε πρακτικές εξαναγκασμού ή de facto ποινικοποίησης των αιτούντων διεθνή προστασία. Η διεύρυνση της συλλογής και αποθήκευσης βιομετρικών δεδομένων, ιδίως για παιδιά (άρθρο 248 – Ειδικές διατάξεις για ανηλίκους), εγείρει σοβαρά ζητήματα συμβατότητας με την αρχή της αναλογικότητας και το βέλτιστο συμφέρον του παιδιού κατά το άρθρο 24 Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τη Σύμβαση για τα Δικαιώματα του Παιδιού. Η διεύρυνση της συλλογής βιομετρικών δεδομένων, συμπεριλαμβανομένων εικόνων προσώπου και δεδομένων παιδιών από την ηλικία των 6 ετών σε συνδυασμό με τη διαλειτουργικότητα ευρωπαϊκών βάσεων δεδομένων, μετατοπίζει το σύστημα από εργαλείο εξέτασης αιτημάτων ασύλου σε ευρύτερο μηχανισμό επιτήρησης και ελέγχου.
- ΜΙΑ ΠΡΩΤΗ ΑΠΟΤΙΜΗΣΗ
Το νέο Σύμφωνο ρέπει προς τη μείωση των ρυθμίσεων για την εφαρμογή των δικαιωμάτων των αιτούντων διεθνή προστασία. Η δομή του Συμφώνου έχει μία σαφή κατεύθυνση προς την ενίσχυση των επιστροφών αλλοδαπών, στους αυξημένους περιορισμούς στις διαδικασίες ασύλου σε βάρος των αιτούντων διεθνή προστασία, την de facto κράτηση διευρυμένων κατηγοριών αλλοδαπών ακόμα και ανηλίκων καθώς και αυξημένων εξαιρέσεων και παρεκκλίσεων του πρωτογενούς ενωσιακού δίκαιου και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και της Σύμβασης της Γενεύης για τους Πρόσφυγες. Ο σχετικός Κανονισμός για το άσυλο 2024/1348 “ενδέχεται να οδηγήσει σε υποβάθμιση των επιπέδων προστασίας, μέσω της ενίσχυσης των συνοριακών και επιταχυνόμενων διαδικασιών και της διεύρυνσης της δυνατότητας εξέτασης αιτήσεων υπό κράτηση, ιδίως στα εξωτερικά σύνορα, αλλά και σε περιορισμό στην πρόσβαση σε αποτελεσματικά ένδικα μέσα και νομική συνδρομή” ακόμη και για τους πιο ευάλωτους και τη θεσμοθέτηση διευρυμένων εξαιρέσεων και παρεκκλίσεων, οι τόσο αυτοτελώς όσο και σωρευτικά θέτουν σοβαρά εμπόδια στην πραγματική πρόσβαση σε διεθνή προστασία των ανθρώπων που χρήζουν άσυλο και προστασία, κατά παράβαση του πρωτογενούς Ενωσιακού Δίκαιου, της Σύμβαση της Γενεύης 1951 και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ). Στην πράξη πρόκειται για οπισθοδρόμηση του ενωσιακού κεκτημένου στον τομέα του ασύλου και σοβαρή υπονόμευση της παρεχόμενης προστασίας σε πρόσφυγες και πρόσωπα που χρήζουν διεθνή προστασίας.
Αντίστοιχα, η προτεινόμενη εθνική νομοθεσία για την εφαρμογή του Συμφώνου χαρακτηρίζεται από την εισαγωγή μέτρων τα οποία ενσωματώνουν/μεταφέρουν τις πιο περιοριστικές εκδοχές των νομοθετικών κειμένων του Συμφώνου και δεν ενσωματώνουν/μεταφέρουν ή ενσωματώνουν/μεταφέρουν πλημμελώς τις – περιορισμένες- θετικές διατάξεις που περιλαμβάνει η νομοθεσία της Ένωσης, απομειώνοντας με τον τρόπο αυτό το όποιο θετικό αντίκτυπο θα μπορούσε να έχει η εφαρμογή της νομοθεσίας αυτής. Σε ορισμένα σημεία δε εισάγονται ρυθμίσεις μη σύμφωνες ακόμη και με το νέο Δίκαιο της Ένωσης και τη σχετική νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων.
Ωστόσο η πραγματική και ουσιαστική λειτουργία των ανεξάρτητων μηχανισμών παρακολούθησης της εφαρμογής των θεμελιωδών δικαιωμάτων, η τήρηση διαφανών και δίκαιων διαδικασιών στα σύνορα της Ένωσης, ο τρόπος, οι διαδικασίες των επιστροφών και η τυχόν (μη) υλοποίηση των κόμβων επιστροφών και, τελικά, η εφαρμογή του Συμφώνου στο σύνολό του με τις αντιφάσεις και τις πολυπλοκότητες του και με αρκετές νέες και αδοκίμαστες ρυθμίσεις, είναι ανοικτές δυνατότητες που θα κρίνονται κάθε μέρα στο πεδίο εφαρμογής τους σε όλα τα κράτη μέλη της Ένωσης.