γράφει ο Σωκράτης Μπέκος – Ρόκος, Πολ. Μηχανικός

Μέλος Αντιπροσωπείας ΤΕΕ και Δ.Σ. Συλλόγου Πολιτικών Μηχανικών Ελλάδος

Το μετά τον σεισμό

Στις 24 Ιουνίου 2026, δύο μεγάλοι σεισμοί, μεγέθους 7,2 και 7,5 στην κλίμακα Ρίχτερ, χτύπησαν τη Βενεζουέλα. Η διάρκεια των δονήσεων που προκάλεσαν αυτοί οι σεισμοί, ήταν μικρότερη από τρία λεπτά. Αυτά τα τρία μόλις λεπτά όμως, ήταν αρκετά, για να προκαλέσουν καταστροφή τεραστίων διαστάσεων. Εκτιμάται ότι χιλιάδες άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους, ενώ εκατομμύρια άνθρωποι βρέθηκαν ξαφνικά να έχουν χάσει τους ανθρώπους τους, τα σπίτια τους και σε πολλές περιπτώσεις τα πάντα που όριζαν τη ζωή τους.

Αυτό που αντιμετωπίζει τώρα η Βενεζουέλα και ο λαός της, είναι η τρομακτική πρόκληση διαχείρισης του μετά του σεισμού. Σε αυτή την προσπάθεια, απαιτείται διεθνής στήριξη και ολική άρση των κυρώσεων, χωρίς αστερίσκους, χωρίς ανταλλάγματα, χωρίς μεθοδεύσεις. Ο δρόμος της όποιας αποκατάστασης μετά το σεισμό είναι δύσκολος και όπως και στην Μιανμάρ, την Αϊτή, την Τουρκία και τη Συρία, ακόμα και την Ιαπωνία που έχουν υποστεί καταστροφικούς σεισμούς τα τελευταία χρόνια, διαρκεί πάρα πολύ περισσότερο από τις λίγες μέρες που παραμένει το θέμα στην επικαιρότητα.

Εξάλλου και στην Ελλάδα ξέρουμε ότι σε σεισμούς, όπως στο Αρκαλοχώρι Κρήτης (2021), στην Ελασσόνα (2021), στο Ανατολικό Αιγαίο (2020) αλλά και σε πολλές ακόμα περιπτώσεις, οι βλάβες σε υποδομές και κτίρια δεν αποκαθίστανται ποτέ άμεσα, αλλά ούτε και ποτέ πλήρως, με αποτέλεσμα να έχουμε ανθρώπους, συνήθως τους πιο ευάλωτους, να μένουν, να δουλεύουν και να πηγαίνουν σχολείο σε κοντέινερ, πολλά χρόνια μετά το σεισμό.

Το πριν τον σεισμό στην Ελλάδα

Στην Ελλάδα, που είναι μία από τις πιο σεισμογενείς χώρες του κόσμου και η πιο σεισμογενής στην Ευρώπη, είναι απόλυτα κρίσιμο να κατανοήσουμε ότι η αντισεισμική θωράκιση, αλλά και γενικότερα ο έλεγχος στατικής επάρκειας και ενίσχυσης υφιστάμενων κτιρίων, θα πρέπει να είναι βασική πτυχή της πολιτικής προστασίας. 

Χάρτης σεισμικής επικινδυνότητας στο χώρο της Ευρώπης

Παρόλο που έχουν γίνει βήματα, όπως επικαιροποιήσεις των σεισμικών συντελεστών και αυστηροποίηση και θέσπιση υποχρεωτικότητας Αντισεισμικών Κανονισμών (1985, 1995, 2000), αυτά τα μέτρα έχουν εφαρμογή στα νεότερα κτίρια και όχι για τη συντριπτική πλειοψηφία των κτιρίων, τα οποία έχουν κατασκευαστεί προ του 1985 και 1995. Έτσι, το μεγαλύτερο ποσοστό του κτιριακού αποθέματος στην Ελλάδα έχει κατασκευαστεί είτε χωρίς Αντισεισμικό Κανονισμό είτε  με παλαιότερους κανονισμούς. Εξάλλου όποιος και όποια μπαίνει στη βάσανο αναζήτησης στέγης, αμέσως καταλαβαίνει ότι τα περισσότερα κτίρια είναι παλιά και ότι αυξάνεται απότομα η αξία αυτών, που έχουν κατασκευαστεί μετά το 1985.

Συνολικά το κυριότερο πρόβλημα είναι ότι εγκύπτουμε στο θέμα μόνο αντανακλαστικά, μόνο μετά από μεγάλους σεισμούς και όχι πριν.

Η πάγια θέση μας στα συλλογικά όργανα των μηχανικών, για μαζικό αντισεισμικό έλεγχο και θωράκιση, κατά προτεραιότητα αλλά όχι αποκλειστικά, στα δημόσια κτίρια κοινής ωφέλειας (σχολεία, νοσοκομεία κτλ.), επικρίνονταν, διαχρονικά, ως ανεδαφική και ανεφάρμοστα κοστοβόρα. Το 2021 μάλιστα, είχαμε καταθέσει στο ΔΣ του Συλλόγου Πολιτικών Μηχανικών, ολοκληρωμένη πρόταση Σχεδίου για την αντισεισμική προστασία σχολείων, αλλά η απόκριση από τις συστημικές παρατάξεις ήταν μηδενική.

Στις 6 Φεβρουαρίου 2023, δύο ισχυροί σεισμοί έπληξαν την Τουρκία και τη Συρία, προκαλώντας ανυπολόγιστες καταστροφές και τουλάχιστον 60.000 θανάτους. Λιγότερο από 2 μήνες μετά, στις 28 Μαρτίου του 2023 εκδίδεται το ΦΕΚ του Ν. 5037/23, που ορίζει τη διενέργεια πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου προσεισμικού ελέγχου των δημόσιων κτιρίων κοινής ωφέλειας.

Ο πρωτοβάθμιος προσεισμικός έλεγχος

Η πρόβλεψη για προσεισμικό έλεγχο των δημοσίων κτιρίων υπήρχε από το μακρινό 2001, αλλά είχε προαιρετικό χαρακτήρα και είχε εφαρμοστεί σε ένα μικρό ποσοστό. Με το Ν. 5037/23 το αντικείμενο ανατέθηκε στο ΤΕΕ, με τον Οργανισμό Αντισεισμικού Σχεδιασμού και Προστασίας (ΟΑΣΠ), να διατηρεί την εποπτεία της υλοποίησης. Τρία χρόνια μετά, εκτιμάται ότι έχει γίνει πρωτοβάθμιος προσεισμικός έλεγχος σε 27.000 δημόσια κτίρια.

Όσο και αν η κυβέρνηση και η ηγεσία του ΤΕΕ, διαφημίζουν το παραπάνω ως μία μεγάλη επιτυχία, θα πρέπει να καταλάβουμε πολύ καλά τι έχει γίνει, πώς έχει γίνει και κυριότερα τι μένει να γίνει.

Αρχικά, πρέπει να αναφερθεί ότι υπάρχουν σημαντικά προβλήματα, με τον τρόπο που έχει μέχρι τώρα γίνει η διαδικασία του πρωτοβάθμιου προσεισμικού ελέγχου, όπως ότι δεν υπάρχει πρόβλεψη για έλεγχο, ούτε καν για δειγματοληπτικό έλεγχο, των δελτίων καταγραφής ανά κτίριο και ότι παραμένει ασαφές ποια κτίρια εντάχθηκαν στον έλεγχο και με ποια κριτήρια. Κυρίαρχο προβληματικό ζήτημα είναι η διενέργεια προσεισμικού ελέγχου δημοσίων κτιρίων, που εξ ορισμού και στην ολότητα του αφορά το δημόσιο συμφέρον, τη δημόσια περιουσία και τη δημόσια ασφάλεια, όχι από τους δημόσιους φορείς και τις υπηρεσίες που είναι αρμόδιες, αλλά αξιοποιώντας α λα καρτ το τεχνικό δυναμικό της χώρας, μέσω ενός ΤΕΕ, που εξυπηρετεί την υποστελέχωση και διάλυση του δημόσιου τομέα, λειτουργώντας ως κυβερνητικό παρα-υπουργείο.

Το σημείο αυτό δεν είναι μόνο ιδεολογικής φύσης, αλλά εδράζεται και στην επιστήμη της αντισεισμικής προστασίας. Αρχικά, ένας μηχανικός που καλείται εξωτερικά να ελέγξει, για παράδειγμα, ένα σχολείο κάπου στο Νομό του, δεν ξέρει το ιστορικό του κτιρίου, τα προβλήματα του, τις πρότερες πιθανές εργασίες συντήρησης και επισκευών ή τις ανάγκες και χρήσεις λειτουργίας του, όπως θα ήξερε μηχανικός που σε μόνιμη βάση θα είχε την ευθύνη συντήρησης και επίβλεψης των σχολικών μονάδων σε μία περιοχή. Τονίζεται ως χαρακτηριστικό και τρομακτικό παράδειγμα, ότι μηχανικός που διενεργεί πρωτοβάθμιο (οπτικό) έλεγχο σε κτίριο που προσφάτως έχει χρωματιστεί, δεν μπορεί να αντιληφθεί πιθανές ρωγμές στο κτίριο και άρα μπορεί να κρίνει ένα κτίριο εσφαλμένα ασφαλές, σε αντίθεση με ένα μηχανικό που θα είχε μόνιμη εποπτεία και εικόνα, για τα σχολεία μιας περιοχής.

Πρέπει λοιπόν να διεκδικήσουμε το αντικείμενο του προσεισμικού ελέγχου να γίνεται από μηχανικούς με μόνιμη και στενή σχέση με το αντικείμενο αυτό, μέσα από επαρκώς στελεχωμένες δημόσιες υπηρεσίες. Εξάλλου, οι προσεισμικοί έλεγχοι θα πρέπει να είναι μία συνεχής αλυσιδωτή διαδικασία και να επαναλαμβάνονται σε τακτά χρονικά διαστήματα, καθώς η αντισεισμική επάρκεια των κτιρίων φθίνει με το χρόνο. 

Πέρα από τα παραπάνω όμως, ο πρωτοβάθμιος, ακόμα και ο δευτεροβάθμιος προσεισμικός έλεγχος, που δεν έχει γίνει, είναι μόνο τα πρώτα βήματα, καθώς η αντισεισμική προστασία απαιτεί έναν ολοκληρωμένο και μακρόπνοο σχεδιασμό, που θα καταλήγει και σε εκτεταμένες παρεμβάσεις αντισεισμικής ενίσχυσης, όπου απαιτείται.

Εδώ ακριβώς έγκειται η μεγάλη κοροϊδία της κυβέρνησης και της ηγεσίας του ΤΕΕ προς την κοινωνία. Ότι βαφτίζεται ο πρωτοβάθμιος προσεισμικός έλεγχος ως «ολοκληρωμένος προσεισμικός έλεγχος», όταν είναι κάθε άλλο παρά αυτό. 

Συγκεκριμένα, ο πρωτοβάθμιος έλεγχος που ονομάζεται και «Ταχύς, Οπτικός Έλεγχος», αφορά κυρίως την ιεράρχηση της κρισιμότητας εξέτασης σε δεύτερο και τρίτο βαθμό. Δεν μπορεί με σιγουριά να κρίνει την αντισεισμική επάρκεια και φυσικά δεν καθιστά από μόνος του, ασφαλέστερα τα κτίρια που εξετάστηκαν.

Μετά τον πρωτοβάθμιο έλεγχο

α. Απαραίτητα επόμενα βήματα

Απαιτείται ολοκληρωμένος προσεισμικός έλεγχος, με εξειδικευμένες τεχνικές και μέσα, όπως δοκιμές αντοχής δειγμάτων και σάρωση με υπέρηχους, που υπερβαίνουν τις τεχνικές απαιτήσεις του πρωτοβάθμιου ελέγχου. Δηλαδή χρειάζεται να ξεκινήσει άμεσα ο δευτεροβάθμιος προσεισμικός έλεγχος, σε όλα τα κτίρια που ο πρωτοβάθμιος προσεισμικός έλεγχος έδειξε ότι υπάρχει ανάγκη. 

Ακόμα πιο σημαντικό είναι ότι η διαδικασία του ελέγχου θα πρέπει εν τέλει να καταλήξει σε παρεμβάσεις αντισεισμικής ενίσχυσης ή ακόμα και ανέγερσης νέων κτιρίων για την κάλυψη των αναγκών που εξυπηρετούνται από ακατάλληλα κτίρια.

Στην παρούσα φάση, ακόμα και για τον απαραίτητο δευτεροβάθμιο έλεγχο, δεν υπάρχει σαφές πλάνο, ούτε έχει εξασφαλιστεί χρηματοδότηση. Όσο για την αντισεισμική ενίσχυση των κτιρίων, αναλόγως των αποτελεσμάτων των ελέγχων, ούτε λόγος.  Αντίθετα, αυτό που μέχρι στιγμής βλέπουμε είναι σφράγισμα κτιρίων, κυρίως σχολείων, που έχουν κριθεί εμφανώς ακατάλληλα, χωρίς να γίνονται προσπάθειες για ενίσχυση – αποκατάσταση και με αποτέλεσμα τη συγχώνευση λειτουργιών σε άλλα κτίρια και συγκροτήματα.

β. Τι πρέπει να ενταχθεί στον αντισεισμικό σχεδιασμό

Είναι τα κτίρια στα οποία έγινε έστω πρωτοβάθμιος προσεισμικός έλεγχος αρκετά; Πολύ απλά, όχι. Η πραγματικότητα είναι ότι πολλά από τα κτίρια κοινής ωφέλειας της χώρας, έμειναν εκτός της διαδικασίας.

Εκτός των κτιρίων που δεν δηλώθηκαν στην πλατφόρμα, λόγω των μεγάλων κενών της δημόσιας διοίκησης, καμία αναφορά δεν έχει γίνει για τις υποδομές (γέφυρες, σήραγγες, μεταφορικοί σταθμοί κτλ.). Υποδομές σαν και αυτές είναι απολύτως απαραίτητο να ενταχθούν στον αντισεισμικό σχεδιασμό, καθώς είναι ιδιαίτερα κρίσιμες για την δημόσια ασφάλεια και την πολιτική προστασία.

Ιδιαίτερη αναφορά πρέπει να γίνει σε διατηρητέα κτίσματα και γενικότερα κτίσματα πολιτισμικού και αρχιτεκτονικού ενδιαφέροντος, τα οποία βρίσκονται κυρίως εντός αστικών ιστών. Τα κτίρια αυτά, παρά την πολύπλευρη αξία τους, έχουν αφεθεί στην τύχη τους, ειδικά σε περιπτώσεις που η ύπαρξη τους ή η προστασία τους ως τμήματα πολιτιστικής κληρονομιάς χαλάει τα σχέδια των ιδιοκτητών τους για εμπορική αξιοποίηση. Σε πολλές περιπτώσεις, τα κτίρια αυτά είναι σε κατάσταση που μπορούν να προκαλέσουν τραυματισμούς σε διερχόμενους, σε κάθε σεισμό.

Τέλος, πρέπει το δικαίωμα σε ασφαλή στέγη να κατοχυρωθεί στην πράξη για όλους και όλες. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι απαιτείται να διαμορφωθεί το κανονιστικό και οργανωτικό πλαίσιο που θα επιτρέψει τον αντισεισμικό έλεγχο και θωράκιση των κτιρίων οικιστικής χρήσης, και τα οποία έχουν κατασκευαστεί με τους παλαιούς αντισεισμικούς κανονισμούς. Αυτό όμως θα πρέπει να γίνει με τρόπο, που δε θα επιβαρύνεται η εργατική τάξη με ένα δυσβάσταχτο κόστος, μία περίοδο που το δικαίωμα στη στέγη έχει εκφυλιστεί σε προνόμιο. 

Συνολικά, στο θέμα του αντισεισμικού σχεδιασμού φανερώνονται τεράστιες αντιφάσεις. Αρκεί κανείς να σκεφτεί ότι στο όνομα της «πράσινης μετάβασης» δίνονται κίνητρα και γίνονται επενδύσεις για ενεργειακές αναβαθμίσεις  κτιρίων, για τα οποία δεν ξέρουμε το επίπεδο αντισεισμικής ικανότητας, ούτε καν αν είναι διασφαλισμένη η στατική τους επάρκεια. 

γ. Προσεισμικός έλεγχος ιδιωτικών, μη οικιστικών, κτιρίων

Μια σημαντική κατηγορία κτιρίων που θα πρέπει να ενταχθεί άμεσα στον αντισεισμικό σχεδιασμό είναι τα κτίρια που δεν είναι απαραίτητα δημόσια, αξιοποιούνται όμως από κοινωφελείς χρήσεις ή επηρεάζουν μεγάλο αριθμό ανθρώπων. Σε αυτή την κατηγορία εντάσσονται κτίρια που λειτουργούν για παράδειγμα ιδιωτικά σχολεία ή νοσοκομεία, ναοί ακόμα και μεγάλα εργοστάσια. Στο σεισμό της Αθήνας το 1999, οι περισσότεροι θάνατοι οφείλονταν σε καταρρεύσεις εργοστασίων (Ρικομέξ).

Όμως είναι κρίσιμο, να εξασφαλιστούν δύο σημεία.

Πρώτον, πρέπει να μην επιβαρυνθεί το δημόσιο για την αντισεισμική θωράκιση των ιδιωτικών κτιρίων που αποτελούν πλουτοπαραγωγικές δομές (ξενοδοχεία, εργοστάσια κτλ.). Η αντισεισμική θωράκιση των κτιρίων αυτών, πρέπει να γίνει άμεσα και πρέπει να γίνει από τα κέρδη τους.

Δεύτερον, ο αντισεισμικός σχεδιασμός δεν πρέπει να υποτάσσεται στα οικονομικά συμφέροντα. Πρέπει να δημιουργηθεί ένα κανονιστικό πλαίσιο αντισεισμικού ελέγχου, στο οποίο δε θα εκβιάζονται επαγγελματικά και οικονομικά οι μηχανικοί από τις «ανάγκες» και τις διαθέσεις των ιδιωτών – πελατών. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι οι ιδιώτες θα πρέπει να μην μπορούν να επιλέγουν οι ίδιοι τον ελεγκτή της ιδιοκτησίας τους.

Για μια Άλλη Προσέγγιση

Η ολοκληρωμένη αντισεισμική προστασία είναι ένα θεμελιώδες κοινωνικό δικαίωμα και σε μια χώρα με τη σεισμικότητα της Ελλάδας, μία από τις σημαντικότερες υποχρεώσεις της Πολιτείας απέναντι στην ανθρώπινη ζωή. Διαχρονικά, όμως οι κυβερνήσεις το αντιμετωπίζουν, τελείως λανθασμένα, ως μη ανταποδοτικό οικονομικό βάρος, ενώ η τωρινή κυβέρνηση πρωτοτυπεί διαφημίζοντας το μικρό πρώτο βήμα του περιορισμένου πρωτοβάθμιου προσεισμικού, ψευδώς ως την όλη λύση.

Η διεκδίκηση της αντισεισμικής προστασίας είναι απαραίτητη και ως επένδυση στην πρόληψη έναντι της υπερπολλαπλάσιου κόστους αποκατάστασης μετά το σεισμό αλλά είναι και διεκδίκηση κοινωνικής δικαιοσύνης, καθώς απέναντι στον σεισμό δεν είναι όλοι ίσοι: οι πιο ευάλωτοι και οι φτωχότεροι είναι αυτοί που στερούνται πρόσβασης σε ασφαλή στέγη και άρα εκείνοι που πληρώνουν το μεγαλύτερο τίμημα.

Η ολοκληρωμένη αντισεισμική προστασία και η θωράκιση των ζωών μας, είναι κάτι που επιστημονικά και τεχνικά έχουμε κατακτήσει. Αυτό που δεν έχουμε κατακτήσει, είναι να μην υπάρχουν και σε αυτό – όπως και σε πολλά άλλα βασικά κοινωνικά δικαιώματα – ταξικά και οικονομικά φίλτρα και εμπόδια.