Η ανάλυση αυτή της Τράπεζας της Ελλάδας περiλάμβάνεται στην Έκθεση της Τραπεζας της Ελλάδας για τη Νομισματική Πολιτική 2025-2026. «Από τις μέχρι σήμερα παρεμβάσεις σε επίπεδο ευρωζώνης, παρατηρείται προτίμηση σε οριζόντια δημοσιονομικά μέτρα για την αντιμετώπιση της ενεργειακής κρίσης, έναντι στοχευμένων παρεμβάσεων που δεν αποτελούν προς το παρόν τον κυρίαρχο άξονα άσκησης πολιτικής» αναφέρει η Τράπεζα της Ελλάδας.
«Το υφιστάμενο μίγμα πολιτικής βασίζεται πρωτίστως σε μειώσεις ενεργειακών φόρων, οι οποίες έχουν οριζόντιο χαρακτήρα, και δευτερευόντως σε επιδοτήσεις ή/και κοινωνικές παροχές, οι οποίες είναι κυρίως στοχευμένες προς ευάλωτα νοικοκυριά και επιχειρήσεις (βλ. το διάγραμμα). Ειδικότερα, η μείωση των έμμεσων φόρων στην ενέργεια, όπως είναι ο ειδικός φόρος κατανάλωσης (ΕΦΚ) και ο φόρος προστιθέμενης αξίας (ΦΠΑ), αναδεικνύεται ως το πιο διαδεδομένο και ταχείας απόκρισης μέτρο που εφαρμόζουν τα κράτη-μέλη της ΕΕ, με στόχο τόσο την άμεση συγκράτηση των τιμών των καυσίμων όσο και τη στήριξη της εφοδιαστικής αλυσίδας».
Η ΤτΕ σημειώνει ότι «μεγάλες οικονομίες της ευρωζώνης, όπως η Ισπανία, η Ιταλία και η Γερμανία, έχουν υιοθετήσει ένα μίγμα παρεμβάσεων στο οποίο εξακολουθούν να υπερισχύουν οι οριζόντιες μειώσεις έμμεσων φόρων στην ενέργεια. Υπό αυτό το πλαίσιο, χώρες όπως η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Μάλτα διαφοροποιούνται από τη συγκεκριμένη προσέγγιση, αποφεύγοντας τη γενική μείωση των ενεργειακών φόρων».
Η ΤτΕ προσθέτει, προσπαθώντας να δικαιολογήσει τη στάση της ελληνικής κυβέρνησης ότι ηΕλλάδα φαίνεται να συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών που έχουν ήδη διαθέσει σημαντικού ύψους δημόσιους πόρους (0,2% του ΑΕΠ) για την αντιμετώπιση της τρέχουσας ενεργειακής κρίσης και ότι «στην περίπτωση της Ελλάδος, αυτό συμβαίνει λόγω της ανάγκης διατήρησης της δημοσιονομικής ισορροπίας, αλλά και λόγω του διαφαινόμενου περιορισμένου βαθμού μετακύλισης στις τελικές τιμές που πληρώνει ο καταναλωτής».

«Παράλληλα, λαμβάνονται υπόψη η αβεβαιότητα σχετικά με το πόσο θα διαρκέσουν οι διαταραχές στηνπροσφορά, καθώς και οι επιπτώσεις στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών κυριότερα μέσω του αυξημένου κόστους εισαγωγών προσθέτει, ενώ συνολικά για την ευρωζώνη, αναφέρει πως «εφαρμόζονται μέτρα που στοχεύουν στη μείωση του κόστους σε κρίσιμους κλάδους της εφοδιαστικής αλυσίδας όπως είναι οι μεταφορές (Ιταλία, Ιρλανδία, Κροατία), αλλά και σε κλάδους παραγωγής όπως είναι ο πρωτογενής τομέας (Ελλάδα, Γαλλία, Ισπανία, Βουλγαρία), καθώς και μέτρα ενίσχυσης των πιο ευάλωτων νοικοκυριών μέσω εισοδηματικών και κοινωνικών κριτηρίων, με σκοπό την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση του περιορισμένου δημοσιονομικού χώρου. Οι βασικοί λόγοι για την επιλογή μιας περισσότερο κλαδικής προσέγγισης είναι ο υψηλός βαθμός έκθεσης των κλάδων αυτών στο ενεργειακό κόστος και η κρισιμότητά τους για την εφοδιαστική αλυσίδα».
Κοινό στοιχείο των περισσότερων εθνικών στρατηγικών αναδεικνύεται ο προσωρινός χαρακτήρας των παρεμβάσεων, με τη διάρκειά τους να κυμαίνεται συνήθως από μερικές εβδομάδες έως ένα έτος, ενώ οι μόνιμες δημοσιονομικές παρεμβάσεις παραμένουν μέχρι στιγμής περιορισμένες. Στην περίπτωση της Ελλάδος, το σύνολο των μέτρων που έχει υιοθετηθεί αφορά κατά βάση προσωρινές παρεμβάσεις, τονίζει η ΤτΕ.