Αυτές τις μέρες κάνω βουτιές σε παλιές εφημερίδες. Χάρη στην ψηφιακή βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων, βουτάω χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο στον αθηναϊκό τύπο πριν το 1940. Σε πολλές περιπτώσεις τα ψηφιοποιημένα φύλλα της βιβλιοθήκης της Βουλής είναι τα τελευταία που διασώζονται. Με όλους τους πρωταγωνιστές νεκρούς κι εμάς τόσες δεκαετίες μακριά, θα έλεγε κανείς ότι πρόκειται για βουτιά σε νεκροταφείο. Και όμως όχι. Γιατί στις σελίδες των εφημερίδων αυτών καταγράφεται μ’ έναν ιδιαίτερο τρόπο μια ολόκληρη εποχή κι οι άνθρωποί της.

Ο Κώστας Εφήμερος έθιξε προ ημερών σ’ αυτή την στήλη το ζήτημα του μέλλοντος του Τύπου και ειδικότερα της διαδικτυακής του εκδοχής, σ’ ένα κείμενο με τον τίτλο «Πεθαίνει και το internet;». Στο κείμενο αυτό, αφού αξιοποιεί τα tweets των δημοσιογράφων που περίμεναν νυχτιάτικα στις Βρυξέλλες να καταλήξει, επιτέλους, το προηγούμενο Eurogroup σε κάποια απόφαση, αναφέρεται στην τεχνική αδυναμία των έντυπων μέσων ενημέρωσης να παρακολουθήσουν την εξέλιξη των γεγονότων σε αντίθεση με τα ηλεκτρονικά μέσα, αλλά και στην δυνατότητα που έχουν σήμερα οι καταναλωτές της πληροφορίας, οι πολίτες δηλαδή, να προσφύγουν άμεσα στις πηγές. Μ’ αυτόν τον τρόπο αχρηστεύουν στην πράξη τη διαμεσολάβηση που συνιστούσε, μέχρι πρότινος, προϋπόθεση της ύπαρξης του επαγγέλματος του δημοσιογράφου, αλλά και του ιδιοκτήτη ενός μέσου ενημέρωσης, έντυπου ή ηλεκτρονικού. Εκθέτει, τέλος, τον προβληματισμό του για την ανάγκη πρωτογενούς παραγωγής δημοσιογραφικού περιεχομένου από τα μέσα ενημέρωσης σήμερα, ακόμη κι αν αυτά δημοσιεύονται μόνο σε ηλεκτρονική μορφή, όπως το ThePressProject.

Δε θα διαφωνήσω καθόλου με τον Κώστα Εφήμερο ότι η διαδικασία copy-paste από τα δελτία τύπου δεν συνιστά δημοσιογραφία κι ότι είναι βαρετό όλες οι εφημερίδες να γράφουν τα ίδια πράγματα με τον ίδιο τρόπο. Και οραματίζομαι τη μέρα όπου τα γραφεία τύπου των υπουργείων θα πέσουν σε νάρκη και έτσι δεν θα στείλουν δελτία – τότε οι εφημερίδες θα κυκλοφορήσουν με λευκές σελίδες, στα γραφεία των κομμάτων της αντιπολίτευσης θα παίζουν ρακέτες για να περάσει η ώρα κι ο κόσμος γύρω θα μοιάζει με μυθιστόρημα του Σαραμάγκου. Ίσως τότε ένα κομμάτι των δημοσιογραφούντων να κλονιστεί υπαρξιακά και να στραφεί σε άλλα επαγγέλματα. Όσοι παραμείνουν, θα πρέπει πλέον να το παραδεχτούν: αν δεν ιδρώσεις, δεν θα φας.

Οι εφημερίδες ανέκαθεν υπήρξαν εφήμερα προϊόντα. Βρίσκονται παγιδευμένες ανάμεσα στην ανάγκη που τις γέννησε και στα ειδικά χαρακτηριστικά της τεχνολογίας που τις έκανε καταρχάς εφικτές. Από τεχνολογική σκοπιά, το πιεστήριο είναι πια ξεπερασμένο. Μιλώντας για ένα μέσο με εφήμερη χρησιμότητα, μπορούμε να βρούμε πολύ οικονομικότερους και πιο αποτελεσματικούς τρόπους διάδοσης της πληροφορίας, στα πιο ανεπτυγμένα τμήματα του κόσμου τουλάχιστον. Η ανάγκη που γέννησε τις εφημερίδες, όμως, εξακολουθεί να υπάρχει και είναι, πράγματι, εφήμερη. Τι σημασία έχει σήμερα ποιο φαρμακείο εφημέρευε χθες αν δεν είσαι ο φαρμακοποιός;

Οι ημερήσιες εφημερίδες χάνουν την αναγνωστική αξία τους με τη δύση του ήλιου. Σκληρή πραγματικότητα αυτή για τους επαγγελματίες του Τύπου, που πρέπει να τρέξουν για να φτιάξουν καινούργια εφημερίδα κάθε μέρα. Ποιος ξέρει σε τι τέχνασμα θα χρειαστεί να καταφύγουν για να γεμίσουν το αυριανό φύλλο. Πόσο μάταιος φαντάζει ο κόπος του ρεπορτάζ, όταν λίγο-πολύ γνωρίζεις ότι το πόνημά σου θα καταλήξει γρήγορα πάνω σ’ ένα κομμάτι χαρτί που θα αξιοποιηθεί από αύριο κιόλας σε άλλες χρήσεις.

Στο παρελθόν, οι εφημερίδες ήταν το ιδανικό υλικό συσκευασίας για τον ψαρά, τον μανάβη και τον υαλοπώλη, η πρώτη επιλογή του μπογιατζή για να μη λερώσει ό,τι δεν πρέπει να λερωθεί, ακόμη και χαρτί υγείας για τα νοικοκυριά, προτού οι χαρτοβιομηχανίες που τώρα βάζουν λουκέτο μας φλομώσουν με ροζ, πολύ απαλά, πολύ αρωματικά κωλόχαρτα από ανακυκλωμένο χαρτί εφημερίδας. Ήξερε κάτι παραπάνω ο λαϊκός παράγοντας και επεφύλασσε αυτή την τύχη στο προϊόν της δουλειάς των δημοσιογράφων; Δεν είχε εμπιστοσύνη στη ρήση του Ιωάννη Ιάκωβου Μάγερ που αποτελεί το μότο της Ένωσης Συντακτών: «Η δημοσίευσις είναι η ψυχή της δικαιοσύνης»;

Μάλλον όχι, αν κρίνουμε από την αξία και τη χρήση των εφημερίδων τη δεύτερη μέρα της ζωής τους.  Ο Μάγερ δεν είχε άδικο, βεβαίως. Ωστόσο, «τι γύρευε αυτός στη Λάρισσα, ένας Υδραίος»; Μια διαχρονική βόλτα στους τίτλους των εφημερίδων αρκεί για να υποψιαστεί κανείς τι συμβαίνει στους διαδρόμους των γραφείων τους. Καθώς οι εφημερίδες ουδέποτε υπήρξαν φορείς της αδιαμεσολάβητης δημοσίευσης εν γένει (και τα Ελληνικά Χρονικά του Μάγερ δεν ξεφεύγουν απ’ τον κανόνα), είναι δύσκολο να αγνοήσει κανείς τις άμεσες και έμμεσες σκοπιμότητες των εκδοτών και των υπαλλήλων τους, καλοπροαίρετων ή και όχι. Είναι αδύνατο να μην έχουν οι δημοσιογράφοι (και οι ιδιοκτήτες) και την προσωπική τους άποψη. Συχνά η ίδια αυτή η άποψη είναι το κίνητρό τους. Και δεν είναι παράλογο να προσπαθούν να την επικοινωνήσουν.
 
Το φιλοθεάμον κοινό το γνωρίζει αυτό μια χαρά. Δεν είναι τυχαίο ότι ποτέ δεν διάβαζαν όλοι τις ίδιες εφημερίδες. Οι βασιλόφρονες διάβαζαν πάντοτε φιλοβασιλικές εφημερίδες κι είχαν τους λόγους τους, το αντίστοιχο και οι βενιζελικοί: τα γεγονότα εμφανίζονταν σ’ αυτές κατά τον τρόπο που κι αυτοί τα σκέφτονταν. Είναι δύσκολο να πει κανείς ποιος επηρέαζε ποιον σ’ αυτή τη διαδικασία: η εφημερίδα τον αναγνώστη ή ο αναγνώστης την εφημερίδα;
 
Ωστόσο, εκείνο που ενώνει όλες τις εφημερίδες, αλλά και τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης (αυτά μάλιστα πολύ περισσότερο), ανεξαρτήτως πολιτικής τοποθέτησης, είναι ο εφήμερος χαρακτήρας τους. Κι αν οι γραφιάδες του παρελθόντος είχαν το φόβο να δουν το πόνημά τους να κρέμεται δίπλα στη λεκάνη της τουαλέτας, οι γραφιάδες του παρόντος δεν έχουν καν αυτή την τύχη, καθώς δεύτερη χρήση δεν προβλέπεται. Αχ, τι κακό!
 
Ο εισηγητής του σύγχρονου θετικισμού και θεωρούμενος ως πατέρας της κοινωνιολογίας Auguste Comte κατέστρωσε κάποτε ένα μεγαλεπήβολο σχέδιο, το οποίο αποτυπώνεται στις Παραδόσεις θετικής φιλοσοφίας (1830-1842): θέλησε ν’ ανακεφαλαιώσει τα μέχρι τότε επιτεύγματα των επιστημών, συγκροτώντας ένα ολικό σύστημα θέασης των επιστημονικών κλάδων, έναν χάρτη του κόσμου επί του οποίου κάθε επιστήμη κατέχει, δικαιούται να κατέχει έναν συγκεκριμένο χώρο. Σκοπός του δεν ήταν να δημιουργήσει τις δυνατότητες για μια παραπέρα εξέλιξη της επιστημονικής σκέψης, αλλά, αντίθετα, να προστατευτεί και να προστατεύσει τον κόσμο οριστικά από τις ιστορικές περιπλοκές οι οποίες καθυστερούν την πρόοδο προς την ικανοποίηση των ηθικών απαιτήσεων του ανθρώπου.
 
Προς τούτο, πέρασε τα τελευταία χρόνια του γράφοντας το Σύστημα Θετικής Πολιτικής ή Πραγματεία Κοινωνιολογίας που ιδρύει την Θρησκεία της Ανθρωπότητας. Θεωρούσε απαραίτητο να οριστούν και να εφαρμόζονται οι νόμοι μιας «κοινωνικής φυσικής» που θα έβαζαν την ανθρωπότητα στο τρίτο και τελευταίο κατά τη γνώμη του στάδιό της: το θετικό ή επιστημονικό στάδιο. Λένε ότι για να γράψει αυτή την πραγματεία κλειδώθηκε στο δωμάτιό του και δεν έβγαινε. Φαντάζομαι ότι δε θα δεχόταν να διαβάσει κι εφημερίδες. Γιατί ο Comte θέλησε να περιχαρακώσει την ίδια τη ζωή και φυσικά απέτυχε.
 
Κατά τον ίδιο τρόπο (αν και στα ρηχά) είναι καταδικασμένα ν’ αποτύχουν σήμερα τα μέσα ενημέρωσης που κλείνουν τα μάτια στην πραγματική ζωή και προκρίνουν το copy-paste των στεγνών δελτίων τύπου. Για τους υπόλοιπους, υπάρχει μπόλικος χώρος για πειραματισμό και ανύπαρκτος κίνδυνος να καταλήξεις στην τουαλέτα. Έχω την εντύπωση πως τα μέσα ενημέρωσης και οι δημοσιογράφοι που, ορμώμενοι από μια πηγαία και κάπως ανεξήγητη περιέργεια για τη ζωή (ο Φρόιντ έλεγε ότι αυτή παρατηρείται στο πρωκτικό στάδιο, πάντως), θα αποδεχτούν τον βραχυπρόθεσμο, εφήμερο χαρακτήρα της δουλειάς τους και θα ρίξουν μια βουτιά στην πραγματικότητα, δεν θα απογοητευτούν κι η δουλειά τους θα έχει μακροπρόθεσμη αξία.
 
Γιατί η ανάγκη που γέννησε τον Τύπο εξακολουθεί να υπάρχει. Και το αναγνωστικό κοινό εξακολουθεί να υπάρχει. Όχι πια στο περίπτερο, αλλά στην οθόνη του υπολογιστή και των φορητών συσκευών, με νέες δυνατότητες αλληλεπίδρασης κι επικοινωνίας μια νέα δημόσια σφαίρα έχει ήδη γεννηθεί. Μπουσουλάει ακόμη, βέβαια. Τα ερωτήματα είναι πολλά, με κυριότερο, για τα ηλεκτρονικά μέσα ενημέρωσης, το ακόμη αναπάντητο ερώτημα της οικονομικής βιωσιμότητας, ειδικά μέσα στις συνθήκες της κρίσης.
 
Από την άλλη, τι άλλο μας μένει να κάνουμε απ’ το ν’ ακολουθήσουμε τη ροή του ποταμού της ζωής και να προσπαθήσουμε να την επηρεάσουμε όπου μπορούμε; Hic Rhodus, hic salta λοιπόν, προς ένα ανανεωμένο μοντέλο δημοσιογραφίας που θα απευθύνεται στον αναγνώστη κι όχι στον διαφημιζόμενο και θα αντλεί τη θεματολογία του από την ζωή, ακόμη κι αν εκείνη δεν είναι όπως τη θέλουμε – ακόμη.
 
ΥΓ. Ότι οι εφημερίδες είναι πλήρως αποδυναμωμένες έναντι άλλων μέσων στη σημερινή συγκυρία νομίζω πως είναι αδιαμφισβήτητο. Πρόσεξε άραγε κανείς ότι στις 18 Ιούνη, την επομένη των εκλογών που ο ΣΥΡΙΖΑ κόντεψε να βγει πρώτο κόμμα, η Αυγή πούλησε 4.170 φύλλα πανελληνίως, ενώ ο Γαύρος της Δευτέρας πούλησε 4.700;