Την ίδια στιγμή, πάντως, δείχνει και τον κύριο υπεύθυνο για τις καθυστερήσεις, αφού θυμίζει ότι από τον Δεκέμβριο του 2015 το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο ζητούσε πρόσθετα μέτρα 2% του ΑΕΠ, επισημαίνει ότι: «Το πρόβλημα είναι ότι το Ταμείο δεν αποδέχεται τις προβλέψεις των ευρωπαϊκών θεσμών για μηδενικό δημοσιονομικό κενό το 2019. Αν, λοιπόν, επιλυθεί μέχρι την Δευτέρα αυτή η διαφωνία ως προς τις εκτιμήσεις αυτές, ανοίγει ο δρόμος για να ολοκληρωθούν σε τεχνικό επίπεδο πλέον όλες οι εκκρεμότητες της δεύτερης αξιολόγησης. Αυτός είναι ο στόχος της ελληνικής κυβέρνησης για το επικείμενο Eurogroup, προκειμένου να διασφαλιστεί η ένταξη στο πρόγραμμα ποσοτικής χαλάρωσης, που θα εμπεδώσει τη σταθερότητα της ελληνικής οικονομίας». Και σε άλλο σημείο της συνέντευξης αναφέρει: «Η έστω και δειλή μετατόπιση του κ. Τόμσεν πως το ΔΝΤ μπορεί ενδεχομένως να αναθεωρήσει επί τα βελτίω τις προβλέψεις του κινείται σε μία θετική κατεύθυνση, αλλά δεν είναι ακόμα αρκετή».

Ερωτηθείς για το αν ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, επιδιώκει την πτώση της ελληνικής κυβέρνησης, ο υπουργός Επικρατείας Δ. Τζανακόπουλος δίνει την εξής απάντηση: «Δεν θα ήθελα να πιστέψω ότι στην Ευρώπη του 21ου αιώνα ένα μέλος κυβέρνησης μιας χώρας, απεργάζεται την πτώση της κυβέρνησης μιας άλλης χώρας και μάλιστα σε συνέργεια με την αντιπολίτευση. Καταλαβαίνετε φαντάζομαι τι θα σήμαινε αυτό, ηθικά, πολιτικά, νομικά. Το βασικό ζήτημα είναι πάντως ότι ο κ. Σόιμπλε ακολουθεί μια πολιτική που δημιουργεί διαρκώς αδιέξοδα για την Ευρώπη».


«Εξευτελιστική στάση της ΝΔ»

Αιχμηρός προς την ηγεσία της αξιωματικής αντιπολίτευσης, αφού την κατηγορεί για παλινωδίες στο θέμα της διαπραγμάτευσης, υποστηρίζει ότι πίσω από αυτές κρύβεται «το στρατηγικό αδιέξοδο της ΝΔ, που παίρνοντας ξεκάθαρα τη θέση του ΔΝΤ και σε σύγκρουση με όλη την υπόλοιπη Ευρώπη θέλει να χρεώσει τις καθυστερήσεις στην ελληνική κυβέρνηση. Αυτό επιχείρησε και ο κ. Μητσοτάκης τόσο κατά την επίσκεψη του στο Βερολίνο, όσο και κατά την προσπάθεια του να αρθρώσει αντιπολιτευτικό επιχείρημα την Παρασκευή στην Βουλή».

«Και ξέρετε», σημειώνει ο κυβερνητικός εκπρόσωπος, «για ποιο λόγο διαστρεβλώνει την πραγματικότητα ο κ. Μητσοτάκης; Διότι θέλει να παίζει το ρόλο του καλού και υπάκουου μαθητή των δανειστών και μέσω αυτής της επιλογής προσπαθεί, ανεπιτυχώς, να οικοδομήσει μια συμμαχία με κάποιους από αυτούς για την πτώση της κυβέρνησης. Πρόκειται πραγματικά για μια εξευτελιστική για την αξιωματική αντιπολίτευση στάση». Εν κατακλείδι, «στόχος του κυρίου Μητσοτάκη δεν είναι να κλείσει η αξιολόγηση. Μέχρι το Βερολίνο έφτασε παρακαλώντας τους δανειστές, τον υπουργό Οικονομικών της Γερμανίας, να μην υποχωρήσουν ώστε να δημιουργηθεί πολιτική κρίση στην Ελλάδα. Ο μοναδικός στόχος του είναι η παλινόρθωση στην εξουσία».

«Όχι» σε συνεργασία με το ΠΑΣΟΚ

Αρνητικός στο ενδεχόμενο, στη φάση αυτή, συνεργασίας του ΣΥΡΙΖΑ με το ΠΑΣΟΚ, ο υπουργός Επικρατείας και κυβερνητικός εκπρόσωπος, σημειώνει απαντώντας στη σχετική ερώτηση: «Προς το παρόν δεν φαίνεται να υπάρχουν προϋποθέσεις για κάτι τέτοιο. Και αυτό για δύο λόγους. Πρώτον, το ΠΑΣΟΚ δεν φαίνεται να ακολουθεί τις μετατοπίσεις της Ευρωπαϊκής Σοσιαλδημοκρατίας, η οποία αν και καθυστερημένα έχει αρχίσει να κατανοεί ότι η στρατηγική ταύτιση της με τον νεοφιλελευθερισμό παρήγαγε μόνο αδιέξοδα.

Το ΠΑΣΟΚ, αντίθετα, δεν έχει βρει ούτε μια λέξη αυτοκριτικής για όσα εφάρμοσε την περίοδο 2010-2014, πόσο μάλλον για την προ κρίσης περίοδο. Και ο δεύτερος λόγος έχει να κάνει με την ειδική σχέση που διατηρεί μεγάλη μερίδα του πολιτικού προσωπικού του σημερινού ΠΑΣΟΚ με παραθεσμικά δίκτυα πολιτικής και κυρίως οικονομικής εξουσίας. Μια συνεργασία, λοιπόν, θα προϋπέθετε τη σύγκρουση του ΠΑΣΟΚ με αυτά τα δίκτυα, αλλά και τους εκπροσώπους τους εντός του κόμματος. Θα προϋπέθετε μια ριζική στροφή του ΠΑΣΟΚ που αυτή τη στιγμή δεν φαίνεται να επιδιώκεται από την ηγεσία του».

Ενωμένη η κυβερνητική πλειοψηφία

Ερωτάται, τέλος, για το ενδεχόμενο βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ να ρίξουν την κυβέρνηση, και απαντά: «Δεν υπάρχει καμία τέτοια περίπτωση, διότι απλά η κυβέρνηση δεν διαπραγματεύεται αποκομμένη ούτε από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, ούτε από την κοινωνία. Εργάζεται για μία συνολική συμφωνία, χωρίς επιπλέον λιτότητα, και με βασικό επιχείρημα την ίδια την πραγματικότητα της ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας. Η κοινοβουλευτική πλειοψηφία είναι συμπαγής και θα σταθεί στο ύψος των περιστάσεων και της ευθύνης της, έχοντας μπροστά της μία συμφωνία με προοπτική».