«Η κατάσταση στην Υεμένη σήμερα, τώρα για τον λαό της χώρας, μοιάζει με σκηνές από την Αποκάλυψη», είχε δηλώσει ο επικεφαλής ανθρωπιστικών υπηρεσιών του ΟΗΕ Μαρκ Λόουκοκ στο al Jazeera τον Ιανουάριο.

150.000 άνθρωποι  πέθαναν από την πείνα πέρυσι στην Υεμένη, με ένα παιδί να χάνει τη ζωή του εξαιτίας του λιμού ή ιάσιμων ασθενειών κάθε δέκα λεπτά   και ένα παιδί να πέφτει σε συνθήκες ακραίου υποσιτισμού κάθε δύο λεπτά. Η χώρα είναι αντιμέτωπη με τη χειρότερη επιδημία χολέρας που έχει καταγραφεί από τότε που υπάρχουν αρχεία, με πάνω από ένα εκατομμύριο ανθρώπους να έχουν προσβληθεί από την ασθένεια, ενώ παράλληλα μια άλλη επιδημία διφθερίτιδας «εξαπλώνεται σαν πυρκαγιά», σύμφωνα με τον Λόουκοκ.

«Αν η κατάσταση δεν αλλάξει», κατέληξε, «θα αντιμετωπίσουμε τη χειρότερη ανθρωπιστική καταστροφή παγκοσμίως εδώ και 50 χρόνια». Και παρόλα αυτά κανείς δεν μιλά γι’ αυτόν τον πόλεμο ή για τις αιτίες αυτής της απόλυτης εξαθλίωσης του πληθυσμού της Υεμένης.

Ο εμφύλιος στη χώρα ξεκίνησε το 2014, όταν οι σιίτες αντάρτες Χούτι κατέλαβαν την πρωτεύουσα Σανάα εκδιώκοντας την αναγνωρισμένη κυβέρνηση του προέδρου Αμπντ Ράμπο Μάνσουρ Χάντι, ενώ έθεσαν υπό τον έλεγχό τους το βόρειο τμήμα της Υεμένης. Ο Χάντι αναζήτησε καταφύγιο στη Σαουδική Αραβία και τον Μάρτιο του 2015 το Ριάντ μαζί με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και άλλες σουνιτικές χώρες της περιοχής δημιούργησαν έναν στρατιωτικό συνασπισμό.

Έκτοτε επεμβαίνουν στη χώρα στηρίζοντας τα κυβερνητικά στρατεύματα και εξαπολύοντας φονικές επιδρομές εναντίον διάφορων στόχων προκαλώντας τον θάνατο χιλιάδων αμάχων. Τον Νοέμβριο του 2017 επέβαλαν σχεδόν πλήρη αποκλεισμό από θάλασσα και αέρα στην Υεμένη θέτοντας σε άμεσο κίνδυνο τη ζωή των πολιτών, οι οποίοι εξαρτώνται απόλυτα από τις εισαγωγές τροφίμων και πετρελαίου, αλλά και την ανθρωπιστική βοήθεια.

Ο αραβικός συνασπισμός με την πλήρη στήριξη των ΗΠΑ και της Βρετανίας έχει καταστρέψει πάνω από το 50% των υγειονομικών δομών της Υεμένης, έχει βάλει στο στόχαστρό του εργοστάσια αφαλάτωσης και οδικές αρτηρίες, ενώ εμποδίζει τις εισαγωγές βασικών προϊόντων. Ο συνασπισμός βομβαρδίζει αδιακρίτως σχολεία, αγορές, νοσοκομεία, ακόμη και γάμους και κηδείες, προκαλώντας τον θάνατο εκατοντάδων αμάχων.

Το Ριάντ έχει παραδεχθεί την ευθύνη του για κάποιες επιδρομές που είχαν θύματα αμάχους, όμως κατηγορεί τακτικά τους μαχητές των Χούτι ότι παρεισφρέουν μεταξύ των αμάχων ή ότι τους χρησιμοποιούν σαν ανθρώπινες ασπίδες.

Το πιο πρόσφατο περιστατικό ήταν η επίθεση εναντίον λεωφορείου στην πολυσύχναστη περιοχή Ντάχιαν της βόρειας Υεμένης, από την οποία σκοτώθηκαν τουλάχιστον 29 παιδιά κάτω των 15 ετών, σύμφωνα με τη Διεθνή Επιτροπή του Ερυθρού Σταυρού, μία από τις λίγες ανθρωπιστικές οργανώσεις που εξακολουθούν να δραστηριοποιούνται στη χώρα.

Την ίδια ώρα η κυβέρνηση, την οποία ο υπό τη Σαουδική Αραβία συνασπισμός διατείνεται ότι επιθυμεί να αποκαταστήσει, έχει μπλοκάρει την πληρωμή των μισθών των δημόσιων υπαλλήλων. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει κανείς να μαζέψει τα απορρίμματα, ενώ δεν συντηρείται και το αποχετευτικό σύστημα των πόλεων, δημιουργώντας συνθήκες που ευνοούν την εξάπλωση της χολέρας και άλλων ασθενειών.

Στο μεταξύ κατά τη διάρκεια του πλήρους αποκλεισμού της χώρας τον Νοέμβριο ακόμη οκτώ εκατομμύρια άνθρωποι στην Υεμένη στερήθηκαν το καθαρό νερό καθώς δεν εισάγονταν καύσιμα για να λειτουργήσουν τα συστήματα άντλησης.

Η κατάσταση στην Υεμένη επιδεινώνεται περαιτέρω μετά την έναρξη τον Ιούνιο της επιχείρησης του αραβικού συνασπισμού για την κατάληψη του λιμανιού της Χοντέιντα. Το λιμάνι αυτό, από το οποίο εισέρχεται στη χώρα το 70% των εισαγωγών της χώρας και βέβαια το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπιστικής βοήθειας, βρίσκεται υπό τον έλεγχο των Χούτι.

Τα τελευταία χρόνια οι ΗΠΑ, η Βρετανία και η Γαλλία έχουν εγκρίνει την πώληση όπλων στις χώρες του συνασπισμού και έχουν συνδράμει στον ανεφοδιασμό των αεροσκαφών τους.

Ήδη από το 2016 Βρετανοί και Αμερικανοί αξιωματικοί βρίσκονται στα κέντρα ελέγχου των αεροπορικών επιδρομών στην Υεμένη, ενώ τον Ιούνιο η γαλλική εφημερίδα Le Figaro ανέφερε σε άρθρο της ότι υπάρχουν άνδρες των γαλλικών ειδικών δυνάμεων στην Υεμένη, προσφέροντας στήριξη στα στρατεύματα των Εμιράτων.

Και όλα αυτά με τη διπλωματική ασυλία της Δύσης: Στα μέσα Ιουνίου η Βρετανία και οι ΗΠΑ εμπόδισαν μια προσπάθεια της Σουηδίας η οποία προσέφυγε στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ ζητώντας του να εκδώσει απόφαση για την επιβολή εκεχειρίας στην Υεμένη.

Στο παρελθόν, και συγκεκριμένα τον Οκτώβριο του 2015, «η Βρετανία και οι ΗΠΑ κατάφεραν να εμποδίσουν τα σχέδια να διεξαχθεί ανεξάρτητη έρευνα σε ενδεχόμενα εγκλήματα πολέμου που διέπραξε η Σαουδική Αραβία στην Υεμένη».


Τον Σεπτέμβριο του 2016 ο τότε υπουργός Εξωτερικών της Βρετανίας Μπόρις Τζόνσον απέρριψε ακόμη μία πρόταση να διεξαχθεί έρευνα για τον πόλεμο από το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ. Μάλιστα ο Τζόνσον έχει δηλώσει ότι οι πιο κατάλληλοι να ερευνήσουν ενδεχόμενα εγκλήματα πολέμου στην Υεμένη, είναι οι Σαουδάραβες, κάτι που υποστήριξε και ο υπουργός Μέσης Ανατολής και Βόρειας Αφρικής Άλιστερ Μπερτ έναν χρόνο αργότερα, το 2017.

Όμως μέχρι τον Ιούλιο του 2017 από τις συνολικά 100 επιδρομές που έχουν καταγγελθεί στην υπό τη Σαουδική Αραβία Κοινή Ομάδα Αποτίμησης Περιστατικών, έχουν ερευνηθεί μόλις 21. Φυσικά το Ριάντ δεν θεώρησε ότι έχει κάνει οποιοδήποτε λάθος σε καμία από τις περιπτώσεις. 

Την ίδια ώρα οι πωλήσεις βρετανικών όπλων στη Σαουδική Αραβία αυξήθηκαν κατά 11.000% τους τρεις μήνες μετά την έναρξη της επέμβασης στην Υεμένη, τον Μάρτιο του 2015, από τα 9 εκατομμύρια λίρες στο ένα δισεκατομμύριο λίρες. Η χώρα έχει αναπτύξει 250 μέλη προσωπικού στον στρατό του υπό τη Σαουδική Αραβία συνασπισμού.

Τον Οκτώβριο του 2016 έγινε γνωστό ότι η Βρετανία εξακολουθεί να εκπαιδεύει πιλότους της Βασιλικής Πολεμικής Αεροπορίας της Σαουδικής Αραβίας, ενώ ένα χρόνο αργότερα ήρθε η αποκάλυψη ότι Βρετανοί στρατιώτες διδάσκουν σε Σαουδάραβες συναδέλφους τους τακτικές «ανορθόδοξου πολέμου».

Μια φωτογραφία που δόθηκε κατά λάθος στη δημοσιότητα έδειχνε ότι τους έδιναν συγκεκριμένα οδηγίες για την εφαρμογή των τακτικών αυτών στην Υεμένη.

Όποιες τυχόν επικρίσεις –είτε από οργανώσεις όπως η Διεθνής Αμνηστία είτε από τα μέσα ενημέρωσης ή τους πολίτες– εναντίον της αμερικανικής και της βρετανικής κυβέρνησης για τη στήριξη τους προς τον αραβικό συνασπισμό, δεν έχουν οδηγήσει ακόμη σε αλλαγή πολιτικής.

Τον Δεκέμβριο του 2016 η κυβέρνηση του Αμερικανού πρώην προέδρου Μπαράκ Ομπάμα απαγόρευσε την πώληση καθοδηγούμενων βομβών ακριβείας στη Σαουδική Αραβία εξαιτίας των ανησυχιών για τα θύματα μεταξύ των αμάχων στην Υεμένη.

Ωστόσο στον Μάιο του 2017 η νέα αμερικανική κυβέρνηση υπό τον Ντόναλντ Τραμπ συμφώνησε να πουλήσει τέτοιου είδους εξοπλισμό αξίας 50 εκατομμυρίων δολαρίων στο Ριάντ στο πλαίσιο μιας ευρύτερης συμφωνίας για την πώληση στρατιωτικού εξοπλισμού συνολικής αξίας 110 δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Φέτος τον Μάρτιο μια προσπάθεια από Ρεπουμπλικάνους και Δημοκρατικούς να σταματήσουν τις πωλήσεις αυτές απέτυχε στη Γερουσία, ενώ τον Ιούλιο του 2017 στη Βρετανία το ανώτατο δικαστήριο έκρινε νόμιμη την πώληση όπλων στη Σαουδική Αραβία, απορρίπτοντας την προσφυγή ακτιβιστών.

Με δεδομένη τη ισχυρή στήριξη που λαμβάνει το Ριάντ από τη διεθνή κοινότητα –με πρώτες τις ΗΠΑ και τη Βρετανία– και την απουσία οποιασδήποτε ισχυρής διεθνούς καταδίκης των ωμοτήτων που διαπράττει στην Υεμένη, δεν διαφαίνεται σύντομα τέλος στην καταστροφική ανθρωπιστική κατάσταση που έχει δημιουργηθεί στη χώρα, αλλά ούτε και στην εμφύλια σύγκρουση.

Κι έτσι απλώς θα επικαιροποιείται ο κατάλογος με τον αριθμό των αμάχων που σκοτώνονται. Από τον Μάρτιο του 2015 ως τον Φεβρουάριο του 2018 έχουν σκοτωθεί 5.974 άμαχοι και 9.493 έχουν τραυματιστεί, σύμφωνα την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα.
 
 
 
ΣΧΕΤΙΚΑ: Δείτε το επεισόδιο της Ανασκόπησης για την πώληση όπλων στη Σαουδική Αραβία.