Ύστερος Μαρξ: θεοί και τεχνίτες

Ο πρώτος τόμος του Κεφαλαίου του Μαρξ ήταν ταυτόχρονα η αιχμή της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας και η πιο ριζοσπαστική επανερμηνεία της. Πρόσφερε ένα θεμελιώδες μοντέλο, χτισμένο πάνω στην κλασική «θεωρία της αξίας», για τις πιο βιομηχανικά προηγμένες κοινωνικές οικονομίες της εποχής του. Ανέπτυξε και έβαλε στο επίκεντρο της ανάλυσης τη θεωρία της συσσώρευσης μέσω της εκμετάλλευσης και, ως εκ τούτου, τη διαρθρωτικά καθορισμένη ταξική σύγκρουση και τον κοινωνικό μετασχηματισμό –τη θεωρία της «υπεραξίας». Είναι, επομένως, πραγματικά «η αυτοσυνείδηση της καπιταλιστικής κοινωνίας… πρωτίστως μια θεωρία της αστικής κοινωνίας και της οικονομικής δομής της»[1], αλλά για χάρη του ρεαλισμού, πρέπει κάποιος να την χρονολογήσει και να την τοποθετήσει, εδαφικά και πολιτικά.
|
Αναδημοσιεύεται με την άδεια του www.congress1917.gr. Επισκεφθείτε την ιστοσελίδα του διεθνούς συνεδρίου για τη Ρωσική Επανάσταση που θα γίνει στην Αθήνα την ερχόμενη εβδομάδα και δείτε εδώ το δελτίο τύπου στο TPP.

 

Das ist der Weisheit letzer Schluβ:
Nur der verdient sich Freiheit wie das Leben
Der tӓglich sie erobern muβ!
 
Αυτή είναι η τελική σοφία, πάντα αληθινή:
Αυτός μόνο κερδίζει την ελευθερία του και τη ζωή του
που κάθε μέρα τις κατακτά εκ νέου!
Γκαίτε, Φάουστ ΙΙ

 

Ο πρώτος τόμος του Κεφαλαίου του Μαρξ ήταν ταυτόχρονα η αιχμή της Κλασικής Πολιτικής Οικονομίας και η πιο ριζοσπαστική επανερμηνεία της. Πρόσφερε ένα θεμελιώδες μοντέλο, χτισμένο πάνω στην κλασική «θεωρία της αξίας», για τις πιο βιομηχανικά προηγμένες κοινωνικές οικονομίες της εποχής του. Ανέπτυξε και έβαλε στο επίκεντρο της ανάλυσης τη θεωρία της συσσώρευσης μέσω της εκμετάλλευσης και, ως εκ τούτου, τη διαρθρωτικά καθορισμένη ταξική σύγκρουση και τον κοινωνικό μετασχηματισμό –τη θεωρία της «υπεραξίας». Είναι, επομένως, πραγματικά «η αυτοσυνείδηση της καπιταλιστικής κοινωνίας… πρωτίστως μια θεωρία της αστικής κοινωνίας και της οικονομικής δομής της»[1], αλλά για χάρη του ρεαλισμού, πρέπει κάποιος να την χρονολογήσει και να την τοποθετήσει, εδαφικά και πολιτικά. Η ημερομηνία είναι εκείνη της άνθησης του βιομηχανικού «ιδιωτικού» καπιταλισμού πριν το 1870. Ο τόπος είναι η Δυτική Ευρώπη και το επίκεντρό της η Μεγάλη Βρετανία. Το πολιτικό πλαίσιο είναι εκείνο της σοσιαλιστικής πρόκλησης του status quo, το αίτημα να μετατραπούν τα υλικά αγαθά και οι δυνατότητες που ο βιομηχανικός καπιταλισμός είχε δημιουργήσει σε μια βάση για μια δίκαιη κοινωνία – «να οικοδομήσουμε την Ιερουσαλήμ στην πράσινη και ευχάριστη γη της Αγγλίας»[2]. Στη Χεγκελιανή γλώσσα που προτιμούσε ο Μαρξ, η θεωρητική δομή του Κεφαλαίου θα ήταν, επομένως, η διαλεκτική άρνηση της Πολιτικής Οικονομίας, μια αυτοσυνείδηση του καπιταλισμού που, στο υψηλότερο επίπεδο επίτευξής του, στρέφεται στην κριτική της ίδιας της ρίζας του, το ξεμασκάρεμά του και, ως εκ τούτου, την ανατροπή και τον μετασχηματισμό του.

Για τη χρονολόγηση και τοποθέτηση του Κεφαλαίου πρέπει, επίσης, να ανοίξει μια μεγάλη σειρά ερωτημάτων όσον αφορά την εξέλιξη της σκέψης του Μαρξ την περίοδο που ακολούθησε. Στο επίκεντρο είναι η δεκαετία 1872-82 της ζωής του Μαρξ, κατά την οποία αναπτυσσόταν όλο και περισσότερο η αλληλεξάρτηση μεταξύ της ανάλυσης του Μαρξ, της Ρωσικής πραγματικότητας και του Ρωσικού επαναστατικού κινήματος – ενός παράξενου προάγγελου αυτoύ που θα ερχόταν το 1917. Τα ερωτήματα αφορούν τη θεωρία του Μαρξ για τον κοινωνικό μετασχηματισμό – το πρόσταγμα για αλλαγή όχι μόνο μέσα στον καπιταλισμό. Για να το καταλάβει κάποιος αυτό μπορεί να ξεκινήσει με το Κεφάλαιο, αλλά δεν μπορεί να σταματήσει σε αυτό.

Η δύναμη του Κεφαλαίου έγκειται στη συστηματική, περιεκτική, κριτική, ιστορικά εκλεπτυσμένη και εμπειρικά τεκμηριωμένη παρουσίαση του τρόπου με τον οποίο ένα νεοσύστατο είδος οικονομίας –η σύγχρονη καπιταλιστική οικονομία της Μεγάλης Βρετανίας– είχε λειτουργήσει σε κοινωνικό επίπεδο. Μεγαλύτερης σημασίας είναι η γενικότερη χρήση που αυτό το μοντέλο έχει προσφέρει σε άλλες κοινωνίες στις οποίες έχει εμφανιστεί ο καπιταλισμός και αναπτύσσεται ραγδαία έκτοτε. Οι περιορισμοί του, όπως και τα σημεία ισχύος του, είναι «παιδιά της εποχής τους» – η εποχή των ανακαλύψεων και της εκτίναξης προς τα εμπρός της «Βιομηχανικής Επανάστασης», η εξέλιξη και η αυξανόμενη εφαρμογή της επιστήμης, και η εξάπλωση των πολιτικών φιλοσοφιών της Γαλλικής Επανάστασης για την εξέλιξη και την πρόοδο. Στο κέντρο της ήταν η θεωρία της εξέλιξης – το διανοητικό μοντέλο-ομπρέλα εκείνης της περιόδου, όπως εμφανίζεται τόσο στα έργα του Δαρβίνου, όσο και στη φιλοσοφία του Σπένσερ, τον θετικισμό του Κοντ, και τον σοσιαλισμό του Φουριέ και του Σαιν Σιμόν. Η θεωρία της εξέλιξης είναι, ουσιαστικά, μια συνδυαστική λύση στο πρόβλημα της ετερογένειας και της αλλαγής. Η ποικιλία των μορφών, φυσικών, βιολογικών και κοινωνικών, ταξινομείται και εξηγείται με την εικασία μιας δομικά αναγκαίας ανάπτυξης μέσω σταδίων που η επιστημονική μέθοδος οφείλει να αποκαλύψει. Η ποικιλία των σταδίων εξηγεί την ουσιώδη ποικιλία των μορφών. Η ισχύς αυτής της εξήγησης έγκειται στην αποδοχή της αλλαγής ως αναγκαίου μέρους της πραγματικότητας. Η κύρια αδυναμία της ήταν ο αισιόδοξος και μονογραμμικός ντετερμινισμός που ενυπάρχει συνήθως μέσα της: η πρόοδος μέσω σταδίων σήμαινε, επίσης, την οικουμενική και αναγκαία ανέλιξη σε έναν κόσμο πιο ευχάριστο για τον άνθρωπο, ή ακόμα και για το «απόλυτο πνεύμα», ή τον ίδιο τον Θεό. Η υλιστική επιστημολογία του Κεφαλαίου, η διαλεκτική αποδοχή των δομικών αντιφάσεων και των πιθανών προσωρινών πισωγυρισμάτων μέσα στον καπιταλισμό, η ένσταση στην τελεολογία, δεν απέρριπταν τον πυρήνα της εξελικτικής θεωρίας. «Η χώρα που είναι περισσότερο ανεπτυγμένη βιομηχανικά» εξακολουθούσε να προορίζεται «μόνο [για] να δείξει στις λιγότερο ανεπτυγμένες, την εικόνα του δικού τους μέλλοντος». Πράγματι, ήταν ένα ζήτημα «φυσικών νόμων, οι οποίοι εφαρμόζονται με σιδερένια αναγκαιότητα»[3].

Όμως, ο Μαρξ δεν ήταν προφανώς καθόλου ικανοποιημένος με τις μονογραμμικές απλουστεύσεις του εξελικτικού σχήματος. Ο πλούτος των στοιχείων που μελετούσε το αντιμαχόταν, και το ίδιο έκανε και η δική του διαλεκτική εκπαίδευση και η επιστημολογία που προτιμούσε. Επίσης, έμενε ακόμα να ανακαλυφθεί ο λόγος τού γιατί ήταν η βορειοδυτική γωνία της Ευρώπης που γέννησε την πρώτη έκδοση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Η αποδοχή του απλού τυχαίου γεγονότος ήταν, για τον Μαρξ, κάθε άλλο παρά απαραίτητη προϋπόθεση για μια επιστήμη της κοινωνίας. Επομένως, και ήδη από το 1853, ο Μαρξ είχε επεξεργαστεί και χρησιμοποιήσει τις έννοιες του Ανατολικού Δεσποτισμού και του Ασιατικού Τρόπου Παραγωγής, το παραπλήσιο συνώνυμό του, ως ένα σημαντικό θεωρητικό συμπλήρωμα και εναλλακτική λύση στις μονογραμμικές εξηγήσεις[4].
Ο νέος κοινωνικός χάρτης του Μαρξ θεωρεί ότι υπάρχει παγκοσμίως συνύπαρξη των δυνητικά προοδευτικών κοινωνικών σχηματισμών και των ουσιαστικά στατικών «μη-ιστορικών» κοινωνιών. Η φύση αυτών των στατικών κοινωνιών, του Ανατολικού Δεσποτισμού, ορίστηκε από ένα συνδυασμό περιβαλλοντικών και κοινωνικών χαρακτηριστικών: εκτενείς ξηρές εκτάσεις και υδραυλική γεωργία που απαιτούν μεγάλα συστήματα άρδευσης, ισχυρό κράτος και κρατικό μονοπώλιο πάνω στη γη και την εργασία, πληθώρα αυτοδύναμων αγροτικών κοινοτήτων που είναι υποτελείς στο κράτος. Ακολουθώντας τη διατύπωση του Χέγκελ, ο Μαρξ έβλεπε αυτές τις κοινωνίες ως «διαιωνίζουσες τη φυσική ύπαρξη των φυτών»[5], δηλ. εκδηλώνουν κυκλικές και ποσοτικές αλλαγές χωρίς να έχουν έναν ενσωματωμένο μηχανισμό για τον αναγκαίο κοινωνικό μετασχηματισμό. Η λίστα των περιπτώσεων του Μαρξ περιλάμβανε την Κίνα, την Αίγυπτο, τη Μεσοποταμία, την Τουρκία, την Περσία, την Ινδία, την Ιάβα, περιοχές της Κεντρικής Ασίας, και την προ-Κολομβιανή Αμερική, τη Μαυριτανική Ισπανία κλπ, και επίσης, λιγότερο ρητά, τη Ρωσία, που ορίζεται ως ημι-Ασιατική[6]. Η ετερογένεια της παγκόσμιας κοινωνίας, οι διαφορετικές ιστορίες των τμημάτων της, θα μπορούσαν ευκολότερα να τοποθετηθούν και να εξηγηθούν από ένα πλουσιότερο εφευρετικό σχέδιο – έναν συνδυασμό εξελικτικών σταδίων των κοινωνιών που εξελίσσονται και των μη-ιστορικών Ανατολικών Δεσποτισμών, με κενό χώρο ενδιάμεσα για επιπλέον κατηγορίες, όπως η «ημι-Ασιατική»[7]. Ο καπιταλισμός έρχεται ως παγκόσμιος ενοποιός που σέρνει τις μη-ιστορικές κοινωνίες του Ανατολικού Δεσποτισμού στην πορεία προς την πρόοδο, δηλαδή στην ιστορική αρένα. Αφότου απομακρυνθεί αυτό το εμπόδιο, οι σιδερένιοι νόμοι της εξέλιξης τελικά βρίσκουν το παγκόσμιο και συμπαντικό βήμα τους.

Η στάση του Μαρξ προς την αποικιοκρατία, που για πολύ καιρό αποτελούσε ντροπή για κάποιους από τους υποστηρικτές του στον Τρίτο Κόσμο, ήταν απόλυτα συνεπής με αυτές τις απόψεις. Ο Μαρξ απεχθανόταν την αποικιοκρατική καταπίεση, καθώς και την υποκρισία των πολλών αιτιολογήσεών της, και το είπε καθαρά. Την αποδέχτηκε, ωστόσο, σαν ένα πιθανό στάδιο στον δρόμο της προόδου προς τον παγκόσμιο καπιταλισμό και τελικά στον παγκόσμιο σοσιαλισμό, δηλαδή ένα θεμελιωδώς θετικό, αν και τρομερό, βήμα στον μακρύ δρόμο προς τη Νέα Ιερουσαλήμ των ελεύθερων ανθρώπων.

Στην τελευταία περίοδο του έργου του, ο Μαρξ έκανε ένα ακόμη βήμα προς μια πιο σύνθετη και πιο ρεαλιστική διατύπωση της παγκόσμιας ετερογένειας των κοινωνικών μορφών, των δυναμικών και της αλληλεξάρτησης. Η μεταβολή της άποψης του Μαρξ διαμορφώθηκε ως μια μεταγενέστερη σκέψη στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου (που δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1867) και αντανακλούσε τη νέα εμπειρία και τα στοιχεία της δεκαετίας του 1870.

Τέσσερα γεγονότα ξεχωρίζουν ως ορόσημα στο πολιτικό και διανοητικό υπόβαθρο της σκέψης του Μαρξ σε αυτή την περίοδο. Πρώτον, η Παρισινή Κομμούνα του 1871 πρόσφερε ένα δραματικό μάθημα και ένα είδος πρωτόγνωρου επαναστατικού κανόνα. Η ίδια η εμφάνιση της «αυγής της μεγάλης κοινωνικής επανάστασης που θα απελευθερώσει για πάντα την ανθρωπότητα από την ταξική κοινωνία»[8], είχε αλλάξει τους όρους εγκαθίδρυσης μιας σοσιαλιστικής κοινωνίας και έθεσε ένα νέο σύγχρονο χρονοδιάγραμμα για αυτήν. Παρείχε, επίσης, την τελική κορύφωση στις δραστηριότητες του Μαρξ στην πρώτη Διεθνή, που έληξε το 1872, για να την ακολουθήσει μια περίοδος στοχασμού. Δεύτερον, επήλθε μια σημαντική ανακάλυψη στις κοινωνικές επιστήμες κατά τη διάρκεια των δεκαετιών 1860 και 1870 – η ανακάλυψη της προϊστορίας, που «επρόκειτο να επιμηκύνει την έννοια του ιστορικού χρόνου κατά μερικές δεκάδες χιλιάδες χρόνια και να φέρει τις πρωτόγονες κοινωνίες στη σφαίρα της ιστορικής μελέτης, συνδυάζοντας τη μελέτη πάνω στα υλικά απομεινάρια με εκείνη της εθνογραφίας»[9]. Η σαγηνευτική επίδραση αυτών των εξελίξεων στη γενική κατανόηση της ανθρώπινης κοινωνίας ήταν σημαντική, με επίκεντρο τις «ανθρώπινες ιδέες και τα ιδανικά της κοινότητας»[10] – τότε, όπως και τώρα, ο πυρήνας ακριβώς της Ευρωπαϊκής κοινωνικής φιλοσοφίας. Τρίτον, και συνδεδεμένη με τις μελέτες της προϊστορίας, ήταν η επέκταση της γνώσης των αγροτικών μη-καπιταλιστικών κοινωνιών που εμπλέκονται σε έναν καπιταλιστικό κόσμο, ιδιαίτερα τα έργα των Μέιν, Φιρς και άλλων στην Ινδία. Τέλος, η Ρωσία και οι Ρώσοι προσέφεραν στον Μαρξ έναν ισχυρό συνδυασμό όλων των παραπάνω: πλούσια στοιχεία σχετικά με τις αγροτικές κοινότητες («αρχαϊκές» αλλά προφανώς ζωντανές σε έναν κόσμο καπιταλιστικών θριάμβων) και την άμεση επαναστατική εμπειρία, όλα αυτά περιλαμβανόμενα στη θεωρία και πρακτική του Ρωσικού επαναστατικού λαϊκισμού.

Η σχέση μεταξύ των νέων εξελίξεων στη σκέψη του Μαρξ και των διασυνδέσεών του με τη Ρωσία έχει τεκμηριωθεί σχολαστικά, εν τούτοις δραματικά, στο έργο του Χαρούκι Ουάντα, μετατρέποντας μια ποικιλία από περίεργα κομμάτια των τελευταίων γραπτών του Μαρξ, επανασχεδιασμούς, τροποποιήσεις και φαινομενική αμφιθυμία, σε ένα συνεπές σύνολο[11]. Με την αλλαγή της δεκαετίας, ο Μαρξ αντιλαμβανόταν όλο και περισσότερο ότι παράλληλα με την οπισθοδρομική επίσημη Ρωσία, στην οποία τόσο συχνά είχε επιτεθεί ως κέντρο και χωροφύλακα της Ευρωπαϊκής αντίδρασης, είχε αναπτυχθεί μια διαφορετική Ρωσία επαναστατών συμμάχων και ριζοσπαστών μελετητών, που ασχολούνται όλο και περισσότερο με τη δική του θεωρητική εργασία. Ήταν στη ρωσική γλώσσα που έγινε η πρώτη μετάφραση του Κεφαλαίου, μια δεκαετία προτού να δει το φως στην Αγγλία. Ήταν η Ρωσία από όπου ήρθε η είδηση επαναστατικών δράσεων, ξεχωρίζοντας όλο και περισσότερο απέναντι στην εξασθένιση των επαναστατικών ελπίδων στη Δυτική Ευρώπη μετά την Παρισινή Κομμούνα.

Το 1870-1, ο Μαρξ έμαθε μόνος του Ρωσικά, με σκοπό να παρακολουθεί απευθείας τα στοιχεία και τη συζήτηση που δημοσιεύονταν στη γλώσσα αυτή. Σε μια επιστολή της προς τον Ένγκελς, η σύζυγός του παραπονιόταν για τον τρόπο με τον οποίο αφοσιώθηκε στο νέο αυτό καθήκον – «έχει αρχίσει να μελετάει Ρωσικά σαν να ήταν ζήτημα ζωής και θανάτου»[12]. Ο Μαρξ προχώρησε με ανάλογο σθένος στη μελέτη των ρωσικών πηγών∙ πράγματι, χρησιμοποιούσε τα βιβλία των Ρώσων ριζοσπαστών μελετητών ως εγχειρίδια της γλώσσας, ξεκινώντας από τον Χέρτσεν και δίνοντας ιδιαίτερη προσοχή στους Φλερόφσκι και Τσερνισέφσκι. Μία μεγάλη βιβλιοθήκη ρωσικών βιβλίων, με σημειώσεις και παρατηρήσεις, γρήγορα συσσωρεύτηκε στα ράφια του και οι περιλήψεις τους έμπαιναν όλο και περισσότερο στις σημειώσεις του[13].

Αυτό που ακολούθησε ήταν μια μακρά σχετική σιωπή, η οποία απαιτεί μια εξήγηση – ο Μαρξ δεν δημοσίευσε τίποτα ουσιαστικό μέχρι τον θάνατό του. Ωστόσο, η κατεύθυνση στην οποία κινούνται η έρευνα και η σκέψη του, αναδύεται από την αλληλογραφία, τις σημειώσεις και τις επανεκδόσεις. Σε μια επιστολή του στον Ένγκελς το 1870, ο Μαρξ επαίνεσε την περιγραφή του Φλερόφσκι για τις «εργαζόμενες τάξεις» της Ρωσίας –μια σημαντική λαϊκίστικη ανάλυση– ως «το πιο ουσιαστικό βιβλίο μετά από το δικό σου, Η Κατάσταση της Εργατικής Τάξης…»[14]. Εν συνεχεία, πρόσθεσε και το όνομα του Νικολάι Τσερνισέφσκι στον πολύ σύντομο κατάλογο των θεωρητικών που σεβόταν και επαινούσε δημόσια, στον βαθμό που προηγουμένως απέδιδε μόνο στον Ένγκελς. Το 1877, με μια επιστολή του, ο Μαρξ έκανε κριτική στην «υπερ-ιστορική θεωρητικοποίηση», δηλ. μια εξελικτική ερμηνεία των δικών του κειμένων, όπως αυτά σχετίζονται με τη Ρωσία, και την απέρριψε ξανά, πολύ πιο συγκεκριμένα, το 1881 σε σχέση με τη Ρωσική αγροτική κοινότητα. Η ατάκα του Μαρξ την ίδια εκείνη εποχή ότι «δεν είναι μαρξιστής» γινόταν πραγματικότητα με ιδιαίτερα έντονο τρόπο όσον αφορά τη Ρωσία.
 
Η Ρωσική σύνδεση

Μια περεταίρω ενασχόληση με τον Ρωσικό επαναστατικό λαϊκισμό είναι απαραίτητη για να τεθούν τα νέα ενδιαφέροντα, οι ιδέες και οι φίλοι του Μαρξ για το Δυτικό κοινό. Η ετικέτα «λαϊκιστής», όπως και εκείνη του «μαρξιστή», στερείται πάρα πολύ σε ακρίβεια∙ η ετερογένεια και των δύο στρατοπέδων ήταν σημαντική. Στη Ρωσική γλώσσα λαϊκιστής (narodnik) θα μπορούσε να σημαίνει οτιδήποτε από έναν επαναστάτη τρομοκράτη μέχρι έναν φιλάνθρωπο άρχοντα. Αυτό που το κάνει χειρότερο είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχουν σήμερα πολιτικοί κληρονόμοι για να διεκδικήσουν και να υπερασπιστούν την κληρονομιά του Ρωσικού λαϊκισμού – οι χαμένοι πολιτικά έχουν λίγους πιστούς συγγενείς, ενώ οι νικητές μονοπωλούν τον τύπο, τα μετρητά και τη φαντασία. Το σημαντικό έργο του Λένιν, από το οποίο γενιές σοσιαλιστών έμαθαν τη Ρωσική ορολογία τους, χρησιμοποίησε τον «λαϊκισμό» σαν ταμπέλα για έναν δυο συγγραφείς που βρίσκονταν τότε στην ακροδεξιά πτέρυγα των λαϊκιστών, κάτι αντίστοιχο με τη χρήση του όρου μαρξισμός για τους αυτο-αποκαλούμενους «νόμιμους μαρξιστές» της Ρωσίας[15]. Αυτό έκανε ευκολότερη την αντι-λαϊκίστικη επιχειρηματολογία του Λένιν το 1898, ενώ αύξησε την ασάφεια του λαϊκίστικου δόγματος για τους σημερινούς αναγνώστες του.

Ο λαϊκισμός ήταν η κύρια εγχώρια επαναστατική παράδοση της Ρωσίας. Το ιδιαίτερο μείγμα του πολιτικού ακτιβισμού και της κοινωνικής ανάλυσης ξεκίνησε με τον A. Χέρτσεν και ανέδειξε μια μακρά σειρά ονομάτων γνωστών και σεβαστών στους Ευρωπαϊκούς σοσιαλιστικούς κύκλους, π.χ. τον Π. Λαβρόφ, προσωπικό φίλο και σύμμαχο του Μαρξ. Έφτασε την πλήρη επαναστατική του δύναμη στα γραπτά του Ν. Τσερνισέφσκι και την πιο δραματική πολιτική έκφρασή του την εποχή του Μαρξ στη Narodnaya Volya, δηλ. το κόμμα της Λαϊκής Θέλησης[16]. Αυτή η μυστική οργάνωση αναπτύχθηκε και άσκησε μια σημαντική επιρροή κατά την περίοδο 1879-83 και συνετρίβη τελικά το 1887 με αστυνομική επέμβαση, εκτελέσεις και εξορία.
Οι Ρώσοι λαϊκιστές αμφισβήτησαν τόσο τη Σλαβόφιλη πίστη στην έμφυτη ιδιαιτερότητα (για να μην πούμε εγγενή υπεροχή) της Ρωσίας ή των χωρικών της, όσο και τη φιλελεύθερη προπαγάνδα ότι ο Δυτικοευρωπαϊκός καπιταλισμός ήταν το λαμπρό μέλλον της Ρωσίας[17]. Δεύτερον, οι Ρώσοι λαϊκιστές υιοθέτησαν την ικανότητα και την καταλληλότητα της Ρωσίας «να παρακάμψει το στάδιο» του Δυτικοευρωπαϊκού καπιταλισμού στο δρόμο της για μια δίκαιη κοινωνία. Η δυνατότητα αυτή, όμως, δεν προέκυπτε από τη μοναδικότητα της Ρωσίας, που εκθειάζεται από τους Σλαβόφιλους, αλλά από την θέση της Ρωσίας μέσα σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο, το οποίο είχε ήδη γνωρίσει την εγκαθίδρυση του καπιταλισμού στη Δυτική Ευρώπη. Το «παγκόσμιο-ιστορικό» αναλυτικό παράδειγμα οδήγησε στην υπόθεση ότι υπάρχουν ουσιαστικά διαφορετικοί δρόμοι, τους οποίους βαδίζουν διαφορετικές κοινωνίες για να φτάσουν στους παρόμοιους στόχους ενός καλύτερου κόσμου. Κρίνοντας αυτούς τους δρόμους, το «κοινωνικό κόστος» της καπιταλιστικής προόδου απορρίφθηκε για τη Ρωσία, και η βελτίωση της κοινωνικής ισότητας και του επιπέδου διαβίωσης της πλειοψηφίας αντιμετωπίστηκαν ως το μόνο μέτρο πραγματικής κοινωνικής προόδου. Ένας τρίτος σημαντικός δείκτης, που εκφράζεται πλήρως μόνο από τη Λαϊκή Θέληση, είναι ότι το τσαρικό κράτος θεωρήθηκε ως ο κύριος εχθρός του λαού της Ρωσίας, ταυτόχρονα καταπιεστής και οικονομικά παρασιτικός όγκος. Διέφερε από τη Δυτική Ευρώπη ως προς την ικανότητά του να κρατά τους ανθρώπους στη δουλεία, και όχι μόνο ως πληρεξούσιος των εύπορων τάξεων. Ήταν το κράτος, κατά την άποψη αυτή, που ήταν η κύρια καπιταλιστική δύναμη της Ρωσίας, τόσο ο υπερασπιστής όσο και ο δημιουργός των σύγχρονων εκμεταλλευτικών τάξεων.

Απέναντι στη δύναμη της τάξης, της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης, οι επαναστάτες λαϊκιστές έθεσαν την εμπιστοσύνη τους στον ταξικό πόλεμο της Ρωσικής εργατικής τάξης, που ο Τσερνισέφσκι αντιλαμβανόταν ως «χωρικοί, εργαζόμενοι μερικής απασχόλησης (podenshchiki) και μισθωτοί εργάτες» (αυτή η τριάδα έγινε χωρικοί, εργάτες και εργαζόμενη διανόηση, σε μεταγενέστερα λαϊκίστικα κείμενα). Η ιδέα της «άνισης ανάπτυξης» (που για πρώτη φορά εκφράστηκε από τον Π. Τσαντάγιεφ) ήρθε να εφοδιάσει τον θεωρητικό πυρήνα της πολιτικής ανάλυσης. Η άνιση ανάπτυξη θεωρήθηκε ότι μετατρέπει τη Ρωσία σε προλετάριο μεταξύ των εθνών, αντιμετωπίζοντας από μειονεκτική θέση τα αστικά έθνη της Δύσης. Εσωτερικά, πόλωσε τη Ρωσία. Από την άλλη πλευρά, επέτρεψε και όντως έκανε αναγκαία τα επαναστατικά άλματα, με τα οποία η σχετική οπισθοδρομικότητα θα μπορούσε να μετατραπεί σε επαναστατικό πλεονέκτημα. Αυτό έκανε εφικτή μια άμεση σοσιαλιστική επανάσταση στη Ρωσία. Την ανατροπή του τσαρισμού με επαναστατικά μέσα έπρεπε να ακολουθήσει η εγκαθίδρυση ενός νέου καθεστώτος, στο οποίο μια παρεμβατική κυβέρνηση, που εξυπηρετεί τις δημοκρατικά εκφρασμένες ανάγκες του λαού της Ρωσίας, θα δρούσε από κοινού με την ενεργή οργάνωση της τοπικής λαϊκής εξουσίας.

Στις πρώτες συζητήσεις, η επανάσταση που οραματίζονταν οι Ρώσοι λαϊκιστές ήταν πρωτίστως «κοινωνική», δηλ. ο μετασχηματισμός της ταξικής φύσης της Ρωσίας, και όχι «απλώς πολιτική», δηλ. να στοχεύει στο εκλογικό δικαίωμα. Μια εξέγερση της αγροτικής πλειοψηφίας του έθνους έπρεπε να διαδραματίσει μείζονα ρόλο, και άλλες υποομάδες της εργατικής τάξης, και οι επαναστάτες που δεν κατάγονταν από την εργατική τάξη έπρεπε να συμμετέχουν πλήρως. Οι επαναστάτες λαϊκιστές έριξαν το μέγιστο βάρος της προπαγάνδας τους πρώτα στους αγρότες. Καθώς οι προσπάθειες της δεκαετίας του 1870 να διαδώσουν το νέο επαναστατικό πνεύμα στους αγρότες αποδείχθηκαν απογοητευτικές, το κέντρο βάρους μετατοπίστηκε, από την αγροτική προπαγάνδα, στη δράση εκτός της υπαίθρου. Μέχρι τώρα, οραματίζονταν όλο και περισσότερο έναν αγώνα δύο σε ένα: η επίθεση εναντίον του κράτους, που ήταν συνάμα ο κύριος καπιταλιστής και ο θεσμός που δημιουργεί τον καπιταλισμό, σήμαινε ότι οι πολιτικοί και κοινωνικοί αγώνες αλληλοσυνδέονται. Αυτό κατέστησε την αναμέτρηση πιο δύσκολη, αλλά πρόσφερε επίσης την ευκαιρία, μετά τη νίκη, να κινηθούν με ιδιαίτερη ταχύτητα σε έναν συνδυασμένο πολιτικό και κοινωνικό μετασχηματισμό. Η πλειοψηφία της κύριας λαϊκίστικης οργάνωσης, Γη και Ελευθερία (Zemlya i Volya), που ιδρύθηκε το 1876, είχε εν συνεχεία υιοθετήσει μία στρατηγική εξέγερσης (perevorot), δηλαδή άμεση, απευθείας και οπλισμένη αντι-κρατική πρόκληση. Το 1879, η οργάνωση διασπάστηκε στην πλειοψηφία της Λαϊκής Θέλησης (Narodnaya Volya) και τη Μαύρη Αναδιανομή (Chernyi Peredel) – μια μειοψηφία που αντιτίθεται στους στρατευμένους, τη νέα αντι-κρατική γραμμή και την αυξανόμενη πίεση για ένοπλη δράση. Η Λαϊκή Θέληση όλο και περισσότερο δραστηριοποιούταν στην οργάνωση των εργατών της πόλης, δημοσιεύοντας μάλιστα παράνομη εφημερίδα ειδικά σχεδιασμένη γι’ αυτούς, αλλά δεν το αιτιολογούσαν με τον αποκλειστικό ρόλο του προλεταριάτου, αλλά με την τακτική σημασία αυτής της συνιστώσας της γενικής (τριπλής) εργατικής τάξης, δηλ. την παρουσία της στα κέντρα διοίκησης, όπου επρόκειτο να δοθεί η κύρια μάχη με το τσαρισμό. Η οργάνωση δούλευε δραστήρια μέσα στον στρατό, ενσωματώνοντας αρκετούς αξιωματικούς, και ασκούσε όλο και μεγαλύτερη επιρροή στους σπουδαστές και τους νέους διανοούμενους. Εκτός από την προπαγάνδα και τις προετοιμασίες για εξέγερση, υιοθετήθηκε και η στρατηγική να οργανώνονται απόπειρες κατά της ζωής του τσάρου και των κορυφαίων αξιωματούχων ως ένα σημαντικό τακτικό όπλο με σκοπό να ταρακουνήσει τον τσαρισμό και να ξεσηκώσει τη λαϊκή αντίθεση και εξέγερση[18].

Μια ισχυρή ηθικολογική και υποκειμενιστική γραμμή ήταν εμφανής μέσα στην λαϊκίστικη κοσμοθεωρία (Weltanschauung*), συμπεριλαμβανομένων των γραπτών του Τσερνισέφσκι –υλιστή φιλόσοφου και θαυμαστή του Φόιερμπαχ. Επικράτησε και υπογραμμίστηκε η επίδραση των ιδεών – για τους λαϊκιστές, ένας βασικός καθοριστικός παράγοντας της άνισης ανάπτυξης των κοινωνιών και της ικανότητας ορισμένων εξ αυτών να «υπερ-πηδήσουν» το στάδιο του καπιταλισμού. Τονίστηκε η ιδιαίτερη σημασία των πνευματικών ελίτ σαν ηγέτες και σαν καταλύτες πολιτικής δράσης σε μια κοινωνία Ρωσικού τύπου – μια μερική εξήγηση για το πώς οι επαναστάτες λαϊκιστές έχτισαν την οργάνωσή τους και επέλεξαν τους στόχους τους για ένοπλη δράση. Για τους λόγους αυτούς και, επίσης, για να παράγει τα αναγκαία στελέχη για την παράνομη προπαγάνδα και την ένοπλη δράση, δόθηκε μέσα στην ομάδα εξαιρετική έμφαση στην κατάρτιση της προσωπικότητας, έτσι ώστε να εμφυσήσει σεμνότητα, ακεραιότητα και ολοκληρωτική αφοσίωση. Αυτό κατέστησε την οργάνωση της Λαϊκής Θέλησης διάσημη σε ολόκληρη την Ευρώπη τόσο για την πειθαρχία της όσο και για τον ασκητισμό και το θάρρος των μελών της[19]. Η ρωσική εικόνα και η αυτο-εικόνα των «επαγγελματιών επαναστατών» και των «κομματικών στελεχών» έχουν την κύρια καταγωγή τους εκεί. Μεγαλύτερο, βέβαια, είναι το διακύβευμα όσον αφορά την επίδραση του Ρωσικού επαναστατικού λαϊκισμού στην μελλοντική Ρωσική Επανάσταση, γιατί το κίνημα και η ανάλυση που υπερασπίστηκε, αναπτύχθηκε έχοντας αξιοσημείωτη συνεισφορά στις επαναστάσεις του 1905-7 και του 1917-20, συμπεριλαμβανομένου, επίσης, και αυτού που στην πρώτη δεκαετία του εικοστού αιώνα αποκλήθηκε Μπολσεβικισμός.

Η στάση των επαναστατών λαϊκιστών στη ρωσική αγροτική κοινότητα ήταν αναπόσπαστο τμήμα της κοσμοθεωρίας τους. Περίπου τα τρία πέμπτα της καλλιεργήσιμης γης της ευρωπαϊκής Ρωσίας ήταν στα χέρια των αγροτικών και κοζάκικων κοινοτήτων[20]. Σε αυτές, κάθε νοικοκυριό κρατούσε άνευ όρων μόνο ένα μικρό οικόπεδο, δηλαδή το σπίτι και τον κήπο, συν τα ζωντανά και τον εξοπλισμό του. Η χρήση της καλλιεργήσιμης γης εκχωρούταν σε μια οικογένεια σε μακροπρόθεσμη βάση από την κοινότητα, τα λιβάδια ξαναμοιράζονταν ετησίως και συχνά τα δούλευαν κολεκτιβιστικά, τα βοσκοτόπια και τα δάση ήταν σε κοινή χρήση. Η διαφορετικότητα του πλούτου μέσα στην κοινότητα εκφραζόταν κυρίως με τη διαφοροποίηση στην ιδιοκτησία των ζώων, της μη αγροτικής περιουσίας, και σε ορισμένες ιδιωτικές εκτάσεις αγορασμένες από μη κοινοτικές πηγές. Η χρήση της μισθωτής εργασίας μέσα στην κοινότητα ήταν περιορισμένη. Πολλές ζωτικές υπηρεσίες εκτελούνταν συλλογικά από την κοινότητα: ο βοσκός του χωριού, οι τοπικοί φρουροί, η πρόνοια των ορφανών και συχνά ένα σχολείο, μια εκκλησία, ένας μύλος, κλπ. Μια συνέλευση των αρχηγών των νοικοκυριών έλεγχε και εκπροσωπούσε τα κοινά συμφέροντα: αποφάσιζε για τις υπηρεσίες, εξέλεγε τους δικούς της αξιωματούχους και συγκέντρωνε τους ανεπίσημους φόρους ή συνδρομές. Με εξαίρεση κάποιες περιοχές στη Δύση (κυρίως πρώην Πολωνοί), η συνέλευση, επίσης, περιοδικά ξαναχώριζε τις καλλιεργήσιμες εκτάσεις σύμφωνα με κάποια αρχή ισονομίας, συνήθως σε σχέση με το μεταβαλλόμενο μέγεθος των εμπλεκομένων οικογενειών. Αρκετές αγροτικές κοινότητες σχημάτιζαν μια volost∙ οι αξιωματούχοι της ήταν ντόπιοι αλλά εξουσιοδοτημένοι και ελεγχόμενοι από τις κρατικές αρχές. Παρά την επιτήρησή της από το κράτος, η κοινότητα έπαιζε (επίσης) το ρόλο μιας de facto αγροτικής πολιτικής οργάνωσης, μιας συλλογικής ασπίδας εναντίον του εχθρικού εξωτερικού κόσμου του άρχοντα, του αστυνομικού, του εφοριακού, του ληστή, του εισβολέα ή του γειτονικού χωριού[21].

Για τον επαναστάτη λαϊκιστή, η αγροτική κοινότητα ήταν η απόδειξη της κολεκτιβιστικής παράδοσης της πλειοψηφίας του Ρωσικού λαού, η οποία παρέμενε ζωντανή παρά την καταστολή της από το κράτος. Της ασκούσαν κριτική, αλλά, γενικά, θεωρούσαν την αγροτική κοινότητα σημαντικό πλεονέκτημα για τα σχέδιά τους[22]. Θεωρήθηκε ως ένα πιθανό εργαλείο για την κινητοποίηση των αγροτών στον αγώνα κατά του τσάρου. Ήταν μια βασική μορφή της μελλοντικής οργάνωσης της τοπικής εξουσίας, η οποία τελικά θα κυβερνούσε τη Ρωσία μαζί με μια δημοκρατικά εκλεγμένη εθνική κυβέρνηση. Για τον Τσερνισέφσκι, ήταν επίσης ένα αποτελεσματικό πλαίσιο για τη συλλογική γεωργική παραγωγή στη μετα-επαναστατική Ρωσία, που έπρεπε να λειτουργεί παράλληλα με την κρατική βιομηχανία και μια μειοψηφία των ιδιωτικών (και μεταβατικών;) επιχειρήσεων. Η εικόνα έχει αξιοσημείωτη ομοιότητα με κάποιες από τις πραγματικότητες, τις εικόνες και τα σχέδια στη Ρωσία της περιόδου της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, 1921-7.
Η πιο σημαντική πρόκληση για τον επαναστατικό λαϊκισμό της δεκαετίας του 1880 (και το υποκατάστατό του στον πολιτικό χάρτη της Ρωσίας της δεκαετίας του 1890) δεν ήταν ούτε οι Σλαβόφιλοι και οι φιλελεύθεροι στα «δεξιά» τους, ούτε οι λίγοι Μπακουνικοί θαυμαστές του μαζικού αυθορμητισμού στα «αριστερά» τους, αλλά κόσμος που προερχόταν από τη «μετριοπαθή» πτέρυγα της δικής τους παράταξης. Ο βασικός λόγος για την παρακμή του επαναστατικού λαϊκισμού στα τέλη της δεκαετίας του 1880 ήταν η ήττα της επανάστασής τους, καθώς η ελπίδα για μια εξέγερση ξεθώριασε, και η αγχόνη, η θανάσιμη δίωξη και η εξορία στη Σιβηρία φίμωσαν τους περισσότερους ακτιβιστές της Λαϊκής Θέλησης, ενώ οι επικριτικές φωνές εναντίον τους δυνάμωναν. Ένα σημαντικό επιχείρημα εναντίον του επαναστατικού λαϊκισμού προήλθε από μια ομάδα με ισχυρή επιρροή που συγκεντρώθηκε γύρω από το περιοδικό Russkoe Bogatsvo, και ιδιαίτερα τον Β. Βοροντσόφ (ο οποίος υπέγραφε σαν V.V.). Μιλούσαν για έναν μετριοπαθή και εξελικτικό λαϊκισμό, με την εκπαίδευση να αποτελεί τον κύριο δρόμο προς τα εμπρός, και ακόμη και με την πιθανή μερική συνεργασία με την κυβέρνηση – έναν «νόμιμο λαϊκισμό». Βρήκαν ακροατήριο και φορέα στο είδος του καλοπροαίρετου, εξαιρετικά ομιλητικού, αλλά μάλλον αναποτελεσματικού, επαρχιώτη διανοούμενου – συχνά υπάλληλου της εκπαίδευσης και της κοινωνικής πρόνοιας των τοπικών αρχών και του συνεταιριστικού κινήματος. Ήταν αυτοί που άρχισαν όλο και περισσότερο να κυριαρχούν στον λαϊκισμό στη δεκαετία του 1890 (και για άλλη μια φορά το 1907-17, μετά την ήττα της Επανάστασης στα 1905-7), εξασθενίζοντας το περιεχόμενό του, μετατρέποντας την επαναστατική του πτέρυγα σε μια «άγρια» μειονότητα, κι έτσι συνέβαλαν καθοριστικά στην ενδεχόμενη καταστροφή ολόκληρου του κινήματος. Ήταν, ως επί το πλείστον, εκείνοι που «μιλούσαν εκ μέρους του λαϊκισμού» μεταξύ του 1887 και του τέλους του αιώνα.

Μια δεύτερη επίθεση κατά του επαναστατικού λαϊκισμού προήλθε από τα μέλη της ομάδας της Μαύρης Αναδιανομής, που διασπάστηκε από τη Λαϊκή Θέληση το 1879, εξ αιτίας των εξεγερσιακών σχεδίων της. Οι ηγέτες αυτής της ομάδας, Πλεχάνοφ, Αξελρόντ, Ντέουτς και Ζάσουλιτς, μετανάστευσαν στην Ελβετία, και αφού απέτυχαν να προχωρήσουν με το δικό τους είδος λαϊκισμού, αναδιοργανώθηκαν το 1883 και διακήρυξαν τον μαρξισμό, τον επιστημονικό σοσιαλισμό, την αναγκαιότητα του καπιταλιστικού σταδίου και την προλεταριακή επανάσταση στον δρόμο για τον σοσιαλισμό. Εξήγησαν τις αποτυχίες της Λαϊκής Θέλησης με ανάλογο τρόπο[23]. Το νέο όνομα που υιοθετήθηκε από την ομάδα ήταν Απελευθέρωση της Εργασίας (Osvobozhdenie Truda). Τα μάτια τους ήταν τώρα στραμμένα στη Γερμανία, στην οικονομία της, καθώς και στην ραγδαία άνοδο του Γερμανικού Εργατικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, με μια σαφή προσδοκία ότι η Ρωσία θα ακολουθούσε παρόμοια πορεία. Η «Ευρωπαΐστικη» αντίληψή τους και η αυξανόμενη μεταστροφή τους στον «Δυτικισμό», δηλ. τον τύπο του αυστηρού εξελικτισμού που σήμερα θα ονομάζαμε μια μαρξική Εκσυγχρονιστική Θεωρία, σήμαινε ότι η Ρωσική αγροτική κοινότητα, και από τη δεκαετία του 1890 η αγροτιά συνολικά, δεν αποτελούσε πλέον για αυτούς πλεονέκτημα αλλά ένα σημάδι οπισθοδρόμησης και αποτελμάτωσης, μια αντιδραστική μάζα. Όλα αυτά έπρεπε πρώτα να απομακρυνθούν για να ανοίξει ο δρόμος για το προλεταριάτο και τον επαναστατικό αγώνα του, και όσο πιο γρήγορα τόσο το καλύτερο. Κατά συνέπεια, έπρεπε να παρακολουθήσουν με διακαή προσδοκία την ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία –για άλλη μια φορά– όσο πιο γρήγορα τόσο το καλύτερο, για την επίσπευση του σοσιαλισμού. Σ’ αυτό το όραμα, αναφέρθηκε ο Μαρξ το 1881 χλευαστικά, ως εκείνο «των Ρώσων θαυμαστών του καπιταλισμού»[24]. Οι δικές του απόψεις κινούνταν προς την αντίθετη κατεύθυνση.

 
Αρχαϊκή κοινότητα και θεωρία της πρωτοπορίας

Το 1881, ο Μαρξ πέρασε τρεις εβδομάδες μελετώντας, μπορεί να πει κανείς παλεύοντας, την απάντησή του σε μια επιστολή σχετικά με τη Ρωσική αγροτική κοινότητα. Ήταν από την Βέρα Ζάσουλιτς, η οποία έγινε γνωστή από μια παλιότερη απόπειρα κατά της ζωής ενός ιδιαίτερα φαύλου τσαρικού αξιωματούχου, μέλος της ομάδας Μαύρη Αναδιανομή εκείνη τη εποχή, και μελλοντική συν-εκδότης της μαρξιστικής Iskra. Τα τέσσερα σχέδια της απάντησης που έγραψε ο Μαρξ μαρτυρούν το μέγεθος της εργασίας και της σκέψης που αποτελούν τη βάση τους –σαν να τέθηκαν μαζί όλες οι μελέτες του Μαρξ την τελευταία δεκαετία με τις 30.000 σελίδες σημειώσεων, χωρίς να έχει ολοκληρωθεί κανένα νέο σημαντικό κείμενο. Τα σχέδια είναι μαρτυρία της αμηχανίας αλλά και, τόσο της αυξανόμενης συνείδησης όσο και της πρώτης προσέγγισης, σε ένα νέο μείζον πρόβλημα. Είναι μια πραγματική απεικόνιση της «κουζίνας» της σκέψης του Μαρξ σε ένα σύνορο γνώσης στο οποίο, για άλλη μια φορά, αναδείχτηκε πρωτοπόρος ανάμεσα στη δική του γενιά και τους φίλους του.

Η ανακάλυψη της αγροτικής κοινότητας από τη ρωσική διανόηση οδήγησε σε μια έντονη συζήτηση για τη φύση και την ιστοριογραφία της. Για τους επικριτές της, η αγροτική κοινότητα ήταν μια δημιουργία του τσαρικού κράτους, για να αστυνομεύει και να φορολογεί την ύπαιθρο, ένας μηχανισμός που συντηρούσε τα οπισθοδρομικά («αρχαϊκά») χαρακτηριστικά της Ρωσικής γεωργίας και την πολιτική της οικονομία συνολικά[25]. Για τους λαϊκιστές και τους ακαδημαϊκούς συμμάχους τους, ήταν μια επιβίωση της κοινωνικής οργάνωσης του πρωτόγονου κομμουνισμού, δηλ. της προ-ταξικής κοινωνίας, ένα κατάλοιπο σίγουρα, αλλά ένα θετικό κατάλοιπο, τόσο στη σημερινή λειτουργία του όσο και στη μελλοντική του προοπτική. Πίσω από την έντονη συζήτηση για την ιστοριογραφία της κοινότητας, εγείρονταν θεμελιώδη πολιτικά θέματα στρατηγικής, της ταξικής φύσης του επαναστατικού στρατοπέδου, των εχθρών του και ακόμη και της φύσης του μελλοντικού (μετα-επαναστατικού;) καθεστώτος. Για τον Μαρξ, το θέμα της αγροτικής κοινότητας, όσο σημαντικό ήταν για τη Ρωσία, ήταν επίσης και το σημείο εισόδου σε μια σειρά θεμάτων πολύ ευρύτερης σημασίας, θεωρητικά και πολιτικά. Αυτά ήταν τα ζητήματα της αγροτιάς μέσα σε έναν καπιταλιστικό (επικεντρωμένο στον καπιταλισμό;) κόσμο, και τα είδη των υπο-κόσμων και των υπο-οικονομιών που μια τέτοια «ανωμαλία» είναι προορισμένη να παράγει. Ήταν, επίσης, εκείνο των σοσιαλιστικών επαναστάσεων στον κόσμο γενικότερα, δηλ. της «αγροτικής χορωδίας» χωρίς την οποία, όπως είπε κάποτε, το «σόλο τραγούδι του προλεταριάτου, γίνεται ένα κύκνειο άσμα, σε όλες τις αγροτικές χώρες»[26].

Ήδη στο Grundrisse (1857), ο Μαρξ είχε καταπιαστεί με εκτενείς συγκριτικές μελέτες για την αγροτική γεωργία και την κοινοτική ιδιοκτησία της γης μέσα στους βασικούς προ-καπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής. Η αγροτική κοινότητα δεν ήταν, για αυτόν (ή για τους επαναστάτες λαϊκιστές) μια εξαίρεση που αφορούσε μόνο τη Ρωσία. Ήταν απλώς η καλύτερα διατηρημένη στην Ευρώπη – που επέμενε για βαθιά «υλιστικούς» λόγους, και μέχρι τότε όλο και περισσότερο εισερχόταν σε ένα νέο διεθνές και τοπικό πλαίσιο, εκείνο του ανερχόμενου καπιταλισμού. Ακόμη το 1868, σε μια επιστολή προς τον Ένγκελς, ήταν σαφώς ενθουσιασμένος με «όλα αυτά τα σκουπίδια», δηλ. με τη ρωσική αγροτική κοινοτική δομή, «που φτάνουν τώρα στο τέλος τους»[27]. Στη δεκαετία του 1870, όμως, τα έργα των Μούρερ και Μόργκαν ενίσχυσαν την πεποίθηση του Μαρξ για τις θετικές ιδιότητες των κοινοτήτων των πρωτόγονων φυλών ως προς την εθνοκεντρικότητά τους (δηλαδή την επικέντρωσή τους στις ανθρώπινες ανάγκες, παρά στην παραγωγή για κέρδη) και την έμφυτη δημοκρατία τους, αντίθετα με την καπιταλιστική αποξένωση και τις ιεραρχίες των προνομίων. Ο άνθρωπος του καπιταλισμού –ο πιο προοδευτικός τρόπος παραγωγής σύμφωνα με τα στοιχεία– δεν ήταν ο ιδανικός άνθρωπος στην ιστορία της ανθρωπότητας μέχρι τότε. Ο «ερυθρόδερμος κυνηγός» Ιρόκι ήταν, κατά κάποιον τρόπο, πιο ουσιαστικά ανθρώπινος και απελευθερωμένος από τον υπάλληλο στην Πόλη του Λονδίνου, και με αυτή την έννοια, πιο κοντά στον άνθρωπο του σοσιαλιστικού μέλλοντος. Ο Μαρξ δεν είχε αυταπάτες σχετικά με τους περιορισμούς της «αρχαϊκής» κοινότητας: την υλική «ένδεια», την στενοκεφαλιά της και την αδυναμία της απέναντι σε εξωτερικές δυνάμεις εκμετάλλευσης. Η εξασθένισή της κάτω από τον καπιταλισμό θα ήταν απαραίτητη. Ωστόσο, αυτή δεν ήταν σαφώς η όλη ιστορία. Τώρα πια, μέρος της εικόνας αποτελούσε η εμπειρία και ο ενθουσιασμός της Κομμούνας του Παρισιού – για τον Μαρξ, το πρώτο άμεσο πείραμα για μια νέα λαϊκή δημοκρατία και επαναστατικό πολίτευμα. Με τα στοιχεία αυτού που εμφανίστηκε ως το πρώτο μετα-καπιταλιστικό πείραμα, ο Μαρξ ήταν πιο έτοιμος από ποτέ να εξετάσει την πραγματική φύση της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης στον κόσμο για τον οποίο αγωνιζόταν. Για τους μυημένους στη διαλεκτική του Χέγκελ, τα παιδιά έμοιαζαν στους παππούδες τους περισσότερο από ό,τι στους γονείς τους. Η «πρωτόγονη» κοινότητα, διαλεκτικά αποκατεστημένη σε ένα νέο και υψηλότερο επίπεδο υλικού πλούτου και παγκόσμιας αλληλεπίδρασης, εισχώρησε στην εικόνα του Μαρξ για τη μελλοντική κομμουνιστική κοινωνία, στην οποία για μία ακόμη φορά, τα «άτομα δεν συμπεριφέρονται ως εργάτες αλλά ως ιδιοκτήτες – σαν μέλη μιας κοινότητας που επιπλέον εργάζεται»[28].

Επιστρέφοντας από το παρελθόν/μέλλον στο παρόν, η σκέψη της συνύπαρξης και της αμοιβαίας εξάρτησης των καπιταλιστικών και μη-καπιταλιστικών (προ-καπιταλιστικών;) κοινωνικών μορφών έκανε τον Μαρξ όλο και περισσότερο να αποδέχεται και να σκέφτεται την «ανομοιογενή ανάπτυξη» με όλη της την πολυπλοκότητα. Νέα έμφαση δόθηκε, επίσης, στις οπισθοδρομικές πλευρές του καπιταλισμού και τη σύνδεσή του με το ζήτημα του κράτους στη Ρωσία. Η αποδοχή της μονογραμμικής «προόδου» απορρίπτεται εμφατικά. Η επέκταση ενός ουσιαστικά εξελικτικού μοντέλου, μέσω των ιδεών του Ανατολικού Δεσποτισμού, είναι τώρα πια ανεπαρκής. Συγκεκριμένα, ο Μαρξ είδε την παρακμή της αγροτικής κοινότητας στη Δυτική Ευρώπη και την κρίση της, στη Ρωσία, όχι ως νόμο των κοινωνικών επιστημών –αυθόρμητη οικονομική διαδικασία– αλλά ως αποτέλεσμα μιας επίθεσης στην πλειοψηφία του λαού, η οποία θα μπορούσε και θα έπρεπε να καταπολεμηθεί. Η μελέτη της Ρωσικής κοινότητας στα σχέδια της «Επιστολής στη Ζάσουλιτς» τα έφερε όλα αυτά στην επιφάνεια. Θα ήταν καλύτερα να παρουσιάσουμε την ουσία του μηνύματος με τα λόγια του ίδιου του Μαρξ[29].
Αρχικά, «αυτό που απειλεί τη ζωή της Ρωσικής κοινότητας δεν είναι ούτε ιστορικά αναπόφευκτο ούτε μια θεωρία, αλλά η καταπίεση από το Κράτος και η εκμετάλλευση από καπιταλιστές εισβολείς, τους οποίους το κράτος ισχυροποίησε σε βάρος του αγρότη». Το είδος της υπό συζήτηση κοινωνίας διαχωρίστηκε από το διεθνές του πλαίσιο, δηλ. το «σύγχρονο ιστορικό περιβάλλον: είναι σύγχρονο με μια ανώτερη κουλτούρα και συνδέεται με μια παγκόσμια αγορά, στην οποία κυριαρχεί η καπιταλιστική παραγωγή», ενώ η χώρα «δεν είναι, όπως οι Ανατολικές Ινδίες, το θήραμα μιας κατακτητικής ξένης δύναμης». Η ταξική συμμαχία εκείνων που ήθελαν την καταστροφή των αγροτών –το μπλοκ εξουσίας σε κοινωνίες με αριθμητική κυριαρχία των αγροτών– ορίστηκε ως «το κράτος… το εμπόριο… οι γαιοκτήμονες και… από το εσωτερικό [της αγροτικής κοινότητας]… η τοκογλυφία» (οι πλάγιοι χαρακτήρες είναι επιπρόσθετοι), δηλ. το κράτος, οι έμποροι καπιταλιστές, οι τσιφλικάδες και οι κουλάκοι – με αυτή τη σειρά. Ολόκληρο το κοινωνικό σύστημα αναφέρθηκε ως ένα συγκεκριμένο «είδος καπιταλισμού που ενισχύεται από το κράτος σε βάρος των αγροτών».

Για τον Μαρξ, το γεγονός ότι η Ρωσική κοινότητα ήταν σχετικά προηγμένου τύπου, αφού δεν βασιζόταν στην συγγένεια αλλά στην τοπικότητα, και η «διπλή φύση» της, που αντιπροσωπευόταν τόσο από την «ατομική» ιδιοκτησία καθώς και την «κοινοτική γη», πρόσφερε τη δυνατότητα δύο διαφορετικών δρόμων ανάπτυξης. Το κράτος και η συγκεκριμένη ποικιλία του κρατικοδίαιτου καπιταλισμού επιτίθονταν, διείσδυαν και κατέστρεφαν την κοινότητα. Θα μπορούσε να καταστραφεί, αλλά δεν υπήρχε καμία «μοιραία αναγκαιότητα» γι’ αυτό. Η συνεταιριστική πλευρά της ύπαρξης της κοινότητας θα μπορούσε να κυριαρχήσει, όταν η επανάσταση θα είχε απομακρύνει τις αντι-κοινοτικές πιέσεις και η προηγμένη τεχνολογία που αναπτύχθηκε από τον δυτικό καπιταλισμό θα έμπαινε σε νέα χρήση υπό τον κοινό έλεγχο των παραγωγών. Μια τέτοια λύση θα ήταν πράγματι η καλύτερη για το σοσιαλιστικό μέλλον της Ρωσίας. Ο κύριος περιορισμός της αγροτικής κοινότητας, δηλαδή η απομόνωσή της, που διευκόλυνε μια Ρωσική εκδοχή του «συγκεντρωτικού δεσποτισμού», θα μπορούσε να ξεπεραστεί από τη λαϊκή εξέγερση και την επακόλουθη επέκταση της κρατικά διαχειριζόμενης volost από «συνελεύσεις εκλεγμένες από τις κοινότητες – ένα οικονομικό και διοικητικό σώμα που θα εξυπηρετεί το δικό του συμφέρον». Δηλαδή, συγκλονιστικά, οι αγρότες θα διαχειρίζονται τις δικές τους υποθέσεις, από τα μέσα και ως μέρος της σοσιαλιστικής κοινωνίας. Πράγματι, «η εξοικείωση των Ρώσων χωρικών με τις συνεταιρικές (“artel”) σχέσεις θα εξομάλυνε πάρα πολύ τη μετάβασή τους από το μικρό χωράφι στην κολεκτιβιστική καλλιέργεια»∙ όμως, υπάρχει μια προϋπόθεση για όλα αυτά: «η Ρωσική κοινωνία, έχοντας ζήσει για τόσο πολύ καιρό σε βάρος της αγροτικής κοινότητας, της οφείλει τους αρχικούς πόρους που απαιτούνται για μια τέτοια αλλαγή∙ δηλαδή, η ακριβής αναστροφή της «πρωταρχικής συσσώρευσης» ορίστηκε τώρα από τον Μαρξ ως προϋπόθεση για την επιτυχή κολεκτιβοποίηση της Ρωσικής αγροτικής γεωργίας. Επίσης, θα ήταν σταδιακή αλλαγή… «[κατά την οποία] το πρώτο βήμα θα ήταν να τεθεί η κοινότητα υπό κανονικές συνθήκες [δηλ. σε ένα μη-εκμεταλλευτικό πλαίσιο] πάνω στη σημερινή της βάση».

Εν κατακλείδι, για τον Μαρξ, μια έγκαιρη νίκη της επανάστασης θα μπορούσε να μετατρέψει τη Ρωσική κοινότητα σε ένα σημαντικό «όχημα κοινωνικής αναγέννησης». Ένα «άμεσο σημείο εκκίνησης του συστήματος για το οποίο η σύγχρονη κοινωνία αγωνίζεται» και ένα πλαίσιο βάσης για τη «συνεταιριστική εργασία μεγάλης κλίμακας» και τη χρήση «σύγχρονων μηχανημάτων». Επιπλέον, αυτό μπορεί να καταστήσει ορισμένες κυρίως αγροτικές χώρες «ανώτερες με αυτή την έννοια από τις κοινωνίες όπου κυβερνάει ο καπιταλισμός». Αυτός είναι, πράγματι, ο λόγος που «το δυτικό προηγούμενο θα αποδειχθεί εδώ ένα τίποτα». Ακόμα περισσότερο, «το ζήτημα δεν είναι ενός προβλήματος που πρέπει να λυθεί, αλλά απλά ενός εχθρού που πρέπει να νικηθεί… για να σώσει κάποιος τη Ρωσική κοινότητα, χρειάζεται μια Ρωσική επανάσταση». Σημειώστε την έκφραση Ρωσική επανάσταση, που επαναλαμβάνεται δύο φορές μέσα στο κείμενο. Τέλος, για να τα καταλάβει όλα αυτά, «κάποιος πρέπει να κατέβει από την καθαρή θεωρία στη Ρωσική πραγματικότητα» και να μην φοβάται τη λέξη «αρχαϊκό», γιατί «το νέο σύστημα στο οποίο τείνει η σύγχρονη κοινωνία θα είναι μια αναβίωση, σε ανώτερη μορφή, μιας αρχαϊκού τύπου κοινωνίας».

Το ζήτημα της αγροτικής κοινότητας χρησιμοποιήθηκε, ακόμα, από τον Μαρξ ως ένας σημαντικός τρόπος προσέγγισης μιας σειράς θεμελιωδών προβλημάτων, νέων για τη γενιά του, τα οποία, όμως, σήμερα θα αναγνωρίζονταν εύκολα ως εκείνα των «αναπτυσσόμενων κοινωνιών», είτε πρόκειται για «εκσυγχρονισμό», «εξάρτηση» ή η «συνδυασμένη και άνιση» εξάπλωση του παγκόσμιου καπιταλισμού και της ειδικής «περιφερειακής» έκφρασής του. Υπήρχαν αρκετά τέτοια στοιχεία στη νέα διαδρομή του Μαρξ για θέματα μελέτης και προκαταρκτικά συμπεράσματα, κανένα από τα οποία δεν αναλύθηκε πλήρως. Στο επίκεντρο βρίσκεται η πρόσφατη θεωρία της «άνισης ανάπτυξης», που ερμηνεύεται όχι ποσοτικά (δηλ. ότι «ορισμένες κοινωνίες κινούνται ταχύτερα από άλλες)», αλλά ως παγκόσμια αλληλεξάρτηση των κοινωνικών μετασχηματισμών. Οι «Χρονολογικές Σημειώσεις», δηλ. η εκτενής περίληψη που έγραψε ο Μαρξ στα 1880-2, έχουν άμεση σχέση εδώ. Όπως σωστά παρατήρησε σε ένα ενδιαφέρον άρθρο του ο Μ. Πόρσνεφ (ο οποίος την αναφέρει σαν την «περίοδο των τελευταίων 9-12 ετών της ζωής του Μαρξ»), δείχνει ότι η προσοχή του Μαρξ στρέφεται στο «πρόβλημα της ιστορικής αλληλεξάρτησης των ανθρώπων και των χωρών στη διαφορετική περίοδο της παγκόσμιας ιστορίας, δηλαδή τη συγχρονική ενότητα της ιστορίας» (και κάποιος θα πρέπει να προσθέσει τη διχρονική δια-κοινωνική ενότητα)[30]. Ο Μαρξ έρχεται τώρα να εικάσει, ακόμα, ότι στο μέλλον θα υπάρχει ένα πλήθος δρόμων κοινωνικού μετασχηματισμού, μέσα στο παγκόσμιο πλαίσιο των αμοιβαίων και διαφοροποιημένων επιδράσεων. (Ήδη στο Grundrisse το είχε αποδεχτεί ξεκάθαρα για το προ-καπιταλιστικό παρελθόν.) Πράγματι, γι’ αυτό και η γενικευμένη εφαρμογή της ανάλυσης της «πρωταρχικής συσσώρευσης» στον Πρώτο Τόμο του Κεφαλαίου απορρίφθηκε τόσο ρητά ως το 1877. Όπως τεκμηριώνει και υποστηρίζει ο Ουάντα, αυτό σήμαινε, επίσης, ότι ο Μαρξ είχε αρχίσει να «αντιλαμβάνεται τη μοναδική δομή του υπανάπτυκτου καπιταλισμού»[31] –ίσως θα ήταν καλύτερα να πούμε «δομές». Η ιδέα της «εξαρτημένης ανάπτυξης» δεν υπάρχει ακόμα, αλλά έχουν μπει τα θεμέλιά της. Για να το συνοψίσουμε απερίφραστα, για τον Μαρξ, η Αγγλία που γνώριζε εκείνος ότι «είναι πιο ανεπτυγμένη βιομηχανικά», πραγματικά, δεν θα μπορούσε πλέον «να δείξει στη λιγότερο ανεπτυγμένη» Ρωσία «την εικόνα του δικού της μέλλοντος». Από ειρωνεία της ιστορίας, έναν αιώνα αργότερα, προσπαθούμε ακόμη να απορρίψουμε τον αντίθετο ισχυρισμό του μονοπωλίου της Ρωσίας μετά το 1917 για την επαναστατική φαντασία, την εικασία ότι είναι η Ρωσία εκείνη που θα δείξει σε όλες τις Αγγλίες της εποχής μας την εικόνα του δικού τους σοσιαλιστικού μέλλοντος.
Οι δογματικοί μαρξιστές αναγνώρισαν αναμφισβήτητα τη νέα στροφή της σκέψης του Μαρξ κατά τον δικό τους τρόπο. Η Ομάδα Απελευθέρωσης της Εργασίας δεν δημοσίευσε ποτέ την «Επιστολή προς την Συντακτική Επιτροπή του Otechestvennye Zapiski», παρά τις υποσχέσεις τους στον Ένγκελς, ο οποίος τους την έδωσε για να τη δημοσιεύσουν. Δεν δημοσιεύσαν ούτε την «Επιστολή προς τη Ζάσουλιτς», που γράφτηκε μετά από σαφές αίτημα να γίνουν γνωστές οι απόψεις του Μαρξ. (Το πρώτο από αυτά δημοσιεύθηκε αρχικά το 1887 από τον Αγγελιοφόρο της Λαϊκής Θέλησης∙ το δεύτερο μόνο στα 1924). Πολλά ψυχολογίστικα σκουπίδια γράφτηκαν στη Ρωσία και τη Δύση για το πώς και το γιατί αυτά τα γραπτά ξεχάστηκαν από τον Πλεχάνοφ, την Ζάσουλιτς, τον Αξελρόντ κλπ. και περί της «ανάγκης να το εξηγήσουν εξειδικευμένοι ψυχολόγοι»[32]. Πιθανότατα, το ζήτημα ήταν απλούστερο και πιο χοντροκομμένο. Ήδη στη γενιά του Μαρξ υπήρχαν μαρξιστές που γνώριζαν καλύτερα από τον Μαρξ τι είναι ο μαρξισμός και ήταν έτοιμοι να τον λογοκρίνουν λάθρα, για το καλό του.
Την πιο προφανή αποτίμηση για την πρωτοτυπία του Μαρξ και τις νέες του απόψεις έδωσε μια γενιά αργότερα ένας από τους πιο εμβριθείς Ρώσους μαρξιστές της εποχής του, ο Ριαζάνοφ, πρώτος διευθυντής του Ινστιτούτου Μαρξ-Ένγκελς στη Μόσχα, που δημοσίευσε πρώτος το 1924 τα τέσσερα σχέδια της «Επιστολής προς την Ζάσουλιτς» (που ανακάλυψε ο ίδιος το 1911). Κατά τη γνώμη του, τα τέσσερα σχέδια που συντάχθηκαν σε λιγότερο από δύο εβδομάδες εντατικών διανοητικών και πολιτικών μελετών υποδήλωναν τη εξασθένιση των ικανοτήτων του Μαρξ[33]. Εκτός από αυτόν τον υπαινιγμό, πρόσθεσε, αναφέροντας τον Έντουαρντ Μπερνστάιν, και μια επιπλέον εξήγηση για τη λαϊκίστικη απόκλιση του Μαρξ: «Ο Μαρξ και ο Ένγκελς περιόρισαν την έκφραση του σκεπτικισμού τους για να μην αποθαρρύνουν πάρα πολύ τους Ρώσους επαναστάτες»[34]. Ο φτωχός γερο-Μαρξ ολοκάθαρα ξεμωράθηκε στα 63 του, ή αλλιώς έλεγε ψεματάκια για λόγους ευγένειας και σκοπιμότητας, αφού παρέκκλινε από τον «σωστό και τίμιο» μαρξισμό των επιγόνων του. (Μια διασκεδαστική ομοιότητα – κατά τη διάρκεια και μετά την Επανάσταση του 1905-7, ο Λένιν κατηγορήθηκε ότι κλίνει προς τον λαϊκισμό από μερικούς μαρξιστές αντιπάλους και συνεργάτες του[35]. Φαίνεται ότι αυτοί οι δύο είχαν μια «απόκλιση» από κοινού).
 
Ριζοσπαστική οπισθοδρόμηση και συντηρητικοί επαναστάτες

Θα πρέπει να επισημανθούν άλλα τρία συναφή θέματα: η φύση της Ρωσικής εμπειρίας, η στάση του Μαρξ στα επαναστατικά κινήματα και η θέση του Ένγκελς ως του πιο σημαντικού ερμηνευτή του Μαρξ. Πρώτον, ενώ η εμπειρία της Ινδίας ή της Κίνας για τους Ευρωπαίους της γενιάς του Μαρξ ήταν μακρινή, αφηρημένη και συχνά παρεξηγημένη, η Ρωσία ήταν πλησιέστερη, όχι μόνο γεωγραφικά αλλά και με τη βασική έννοια της ανθρώπινης επαφής, της πιθανής γνώσης της γλώσσας και της διαθεσιμότητας στοιχείων και ανάλυσης, που παρέχονταν από τους ίδιους τους ντόπιους. Ωστόσο, δεν ήταν μόνο η διαφορά στον όγκο των πληροφοριών. Η Ρωσία εκείνης της εποχής χαρακτηριζόταν από πολιτική ανεξαρτησία και αυξανόμενη διεθνή αδυναμία, τοποθετημένη στις περιφέρειες της καπιταλιστικής ανάπτυξης, σε μεγάλο βαθμό αγροτική αλλά με ραγδαία αναπτυσσόμενη βιομηχανία (που ανήκε κυρίως σε αλλοδαπούς και το στέμμα) και με ένα εξαιρετικά παρεμβατικό κράτος. Στην εννοιολογική γλώσσα της δικής μας γενιάς, η Ρωσία ήταν, ή γινόταν γρήγορα, μια «αναπτυσσόμενη κοινωνία» – ένα νέο είδος κοινωνικού φαινομένου. Είναι δύσκολο να αναγνωρίσεις τους νεοφερμένους, αλλά η εννοιολογική «διαίσθηση» του Μαρξ ήταν πολύ καλή για να χάσει εξ ολοκλήρου αυτό τo πρώτο περίγραμμα ενός νέου σχήματος. Δεν ήταν τυχαίο ότι από τη Ρωσία και από τους Ρώσους έμαθε ο Μαρξ νέα πράγματα για την παγκόσμια «ανισότητα», για τους αγρότες και για την επανάσταση, ιδέες που θα ίσχυαν και τον επόμενο αιώνα. Οι τρεις πηγές της αναλυτικής σκέψης του Μαρξ που πρότεινε ο Ένγκελς –η γερμανική φιλοσοφία, ο γαλλικός σοσιαλισμός και η βρετανική πολιτική οικονομία– πρέπει στην πραγματικότητα να συμπληρωθούν με μία τέταρτη, αυτή του ρωσικού επαναστατικού λαϊκισμού. Όλα αυτά είναι ευκολότερο να τα αντιληφθεί κανείς όταν τα κοιτάζει από τα τέλη του εικοστού αιώνα, αλλά η εκτενής πλύση εγκεφάλου με την ερμηνεία που ξεκίνησε από τη δεύτερη Διεθνή εξακολουθεί να είναι αρκετά ισχυρή ώστε να την μετατρέπει σε «τυφλό σημείο».

Για να προχωρήσουμε κάπως περισσότερο με αυτή τη γραμμή επιχειρηματολογίας προκειμένου να την υποβάλλουμε σε εξέταση, η άλλη σημαντική παρέκκλιση του Μαρξ από την εξελικτική αντίληψη, η οποία προϋπέθετε μια αναπόφευκτη πορεία της ιστορίας προς τον καπιταλιστικό συγκεντρωτισμό, και χρησιμοποιούσε τον δείκτη της παγκόσμιας οικονομικής «προόδου» στην πολιτική κρίση, σχετιζόταν, επίσης, με μια άμεση εμπειρία του αγώνα στις στενές «περιφέρειες» του καπιταλισμού sensu strictu. Η εξέγερση των Φένιαν στην Ιρλανδία έκανε τον Μαρξ να γράψει στον Ένγκελς το 1868, «Πίστευα ότι ο διαχωρισμός της Ιρλανδίας από την Αγγλία θα ήταν αδύνατος. Τώρα τον θεωρώ αναπόφευκτο» (οι πλάγιοι χαρακτήρες είναι επιπρόσθετοι)[36]. Ως ηγέτης της Διεθνούς είχε, επίσης, λάβει δημόσια θέση για αυτό το θέμα. Το 1867, ο Μαρξ όρισε την ανεξαρτησία της Ιρλανδίας και τη θέσπιση προστατευτικών δασμών κατά της Αγγλίας, μαζί με την αγροτική επανάσταση, ως τις μεγαλύτερες ανάγκες της χώρας. Όχι μόνο το συμπέρασμα, αλλά και ο τρόπος που υποστήριξε το επιχείρημά του, αποτελούσαν σημαντικά βήματα απομάκρυνσης από τις ιδέες του 19ου αιώνα για την πρόοδο, και προς την κατανόηση αυτού που η δική μας γενιά θα αποκαλούσε «εξαρτημένη ανάπτυξη» και τις παγίδες της. Τον ίδιο χρόνο, ο Μαρξ μίλησε, επίσης, για τον τρόπο που το βρετανικό κράτος και η οικονομία περιόριζε την ιρλανδική βιομηχανία και καθυστερούσε τη γεωργία. Ως το 1870, ο Μαρξ έφτασε να λέει ότι, «Το αποφασιστικό πλήγμα ενάντια στις κυρίαρχες τάξεις στην Αγγλία (και αυτό το πλήγμα είναι καθοριστικό για το εργατικό κίνημα σε όλο τον κόσμο) δεν πρόκειται να δοθεί στην Αγγλία παρά μόνο στην Ιρλανδία»[37]. Με πλήρη επίγνωση του τι μπορεί να σημαίνει μια τέτοια στάση στο κέντρο του μητροπολιτικού εθνικισμού, κάλεσε τους βρετανούς εργάτες να υποστηρίξουν τον Ιρλανδικό αγώνα ανεξαρτησίας. Η ωραία φράση που επινόησε ο Ένγκελς στις ημέρες της επαναστατικής τους νιότης, ότι «οι άνθρωποι που καταπιέζουν άλλους ανθρώπους δεν μπορούν οι ίδιοι να είναι ελεύθεροι»[38], επέστρεψε, αυτή τη φορά με μία σαφώς «Τριτοκοσμική» νότα.

Δεύτερον, ο Μαρξ υποστήριξε τις πολιτικές του προτιμήσεις ξεκάθαρα. Εξέφρασε τη συμπάθειά του για τους μαχητές και τους επαναστάτες, κι ας ήταν τα «ψιλά γράμματα» των πεποιθήσεών τους αυτά που ήταν, και ήταν εναντίον των δογματικών μαρξιστών, ειδικά όταν σε θεωρητική βάση ασκούσαν κριτική στον επαναστατικό αγώνα. Αυτό ήταν ξεκάθαρο όταν έγραψε για την «έφοδο στον ουρανό» των κομμουνάριων του Παρισιού το 1871. Στην Κριτική του Προγράμματος της Γκότα (1875) περιφρονούσε τους σοσιαλιστές που «κρατούν τους εαυτούς τους εντός των ορίων του λογικά πιθανού και του επιτρεπτού από την αστυνομία»[39]. Τα μέλη της Λαϊκής Θέλησης που δικάζονταν σε ισόβια ήταν για αυτόν όχι μόνο σωστοί στα βασικά στοιχεία της πολιτικής τους στάσης αλλά «απλοί, αντικειμενικοί, ηρωικοί». Δεν ήταν «τυραννοκτόνοι ως “θεωρία” και “πανάκεια”, αλλά ένα μάθημα για την Ευρώπη με έναν “ειδικά” ρωσικό, ιστορικά αναπόφευκτο τρόπο δράσης∙ εναντίον του οποίου κάθε ηθικολογία από ασφαλή απόσταση ήταν προσβλητική»[40]. Αντίθετα, είχε στραφεί εναντίον των επικριτών τους στην ομάδα Μαύρη Αναδιανομή του Πλεχάνοφ στη Γενεύη[41].

Πολλοί εκλεπτυσμένοι μαρξολόγοι συνήθιζαν να χλευάζουν αυτές τις εκφράσεις του Μαρξ ή να τις ερμηνεύουν πατροναριστικά ως «επηρεασμένες μάλλον από… συναισθηματικά κίνητρα»[42] (το αντίθετο, αναμφισβήτητα, του “αναλυτικές”, “επιστημονικές” ή “λογικές”). Αλλά η αντίληψη της πολιτικής δράσης, ιδιαίτερα του αγώνα για ένα σοσιαλιστικό μετασχηματισμό της ανθρωπότητας, ως άσκηση λογικής ή μονάχα ως πρόγραμμα κατασκευής εργοστασίων, είναι τελείως εσφαλμένη, όπως γνώριζε καλά ο Μαρξ. Επίσης, μοιραζόταν με τους Ρώσους επαναστάτες την πίστη στην εξαγνιστική δύναμη της επαναστατικής δράσης, η οποία μεταμορφώνει την ίδια τη φύση εκείνων που εμπλέκονται σε αυτή –την «εκπαίδευση των εκπαιδευτών»[43]. Το ενδιαφέρον των Ρώσων επαναστατών λαϊκιστών για τα ηθικά ζητήματα βρήκαν έτοιμη ανταπόκριση από αυτόν. Πέρα από τα ηθικά συναισθήματα (και αυτά υπήρχαν εκεί και εκφράστηκαν ευθέως), η επαναστατική ηθική ήταν συχνά τόσο σημαντική όσο και η ιστοριογραφία στην πολιτική κρίση του Μαρξ. Το ίδιο ήταν και η αποστροφή του Μαρξ για εκείνους, για τους οποίους το νόημα της μαρξιστικής ανάλυσης ήταν η λατρεία ή η επεξεργασία ακαταμάχητων νόμων της ιστορίας, που τους χρησιμοποιούν ως ελεύθερο για να μην κάνουν τίποτα.

Τέλος, και ιδιαίτερα μετά το θάνατο του Μαρξ, η διαφορά έμφασης μεταξύ Μαρξ και Ένγκελς προμήνυε μια δυαρχία που ήταν ολοένα και πιο εμφανής μέσα στο μαρξιστικό κίνημα μετά τον Ένγκελς. Πρέπει να ληφθεί υπόψη εδώ η επισήμανση του Χομπσμπάουμ ενάντια στη «σύγχρονη τάση αντιπαραβολής του Μαρξ και του Ένγκελς, γενικά προς μειονέκτημα του τελευταίου», αλλά και η αιτιολογία του: «οι δύο άντρες δεν ήταν Σιαμαίοι δίδυμοι»[44]. Οι δυο τους ήταν σύντροφοι, σύμμαχοι και φίλοι, ενώ η αφοσίωση του Ένγκελς στον Μαρξ και την κληρονομιά του έγινε δίκαια διάσημη. Σε πολλά ζητήματα, ήταν ο Ένγκελς που έδειξε τον δρόμο και, πράγματι, συχνά δίδαξε τον Μαρξ, ειδικά όσον αφορά πολιτικά και στρατιωτικά ζητήματα. Όλα αυτά, ωστόσο, δεν είναι υπό συζήτηση. Στις απόψεις του, ο Ένγκελς ήταν λιγότερο διατεθειμένος να κινηθεί στις νέες κατευθύνσεις που εξερευνούσε ο Μαρξ την τελευταία δεκαετία της ζωής του. Παρά τις προειδοποιήσεις του Ένγκελς εναντίον της αντιμετώπισης του μαρξισμού ως μιας μορφής οικονομικού ντετερμινισμού, ήταν πολύ περισσότερο από ό,τι ο Μαρξ ένας άνθρωπος της γενιάς του με τις εξελικτικές, «νατουραλιστικές» και «θετικές» πεποιθήσεις της. Το ίδιο ισχύει ακόμα περισσότερο για τον Κάουτσκι ως μεταγενέστερου κύριου ερμηνευτή του Μαρξ και για την επικρατούσα ρωσική ερμηνεία του Μαρξ από τον Πλεχάνοφ.
Όταν εργάζονταν ακόμα δίπλα-δίπλα, ο Μαρξ και ο Ένγκελς ένιωθαν το ίδιο για το παρελθόν∙ η μεσαιωνική αγροτική κοινότητα στη γερμανική εκδοχή της ήταν και για τους δύο «ο μόνος πυρήνας λαϊκής ελευθερίας και ζωής»[45] της εποχής εκείνης. Συμφωνούσαν για τις καταστροφικές επιρροές του καπιταλισμού στην αγροτική κοινότητα και ότι μόνο η επανάσταση θα μπορούσε να τη σώσει στη Ρωσία. Και οι δύο θεωρούσαν ότι άξιζε να σωθεί – να ενσωματωθεί και να μετασχηματιστεί σε μια νέα σοσιαλιστική εποχή. Αλλά για τον Ένγκελς, το μέλλον της ρωσικής κοινότητας υπόκειται αναπόφευκτα στην προλεταριακή επανάσταση στη Δύση, η ίδια μέρος της ακαταμάχητης πορείας της «προόδου». Η βασική τάξη των πραγμάτων δεν μπορούσε να αλλάξει. Ο Μαρξ απομακρυνόταν από τέτοιες απόψεις (αν και πόσο μακριά είχε μετακινηθεί μέχρι το 1882 θα είναι για πάντα θέμα συζήτησης). Επίσης, ενώ ο Ένγκελς υποκλινόταν στην ανώτερη γνώση του Μαρξ για την «Ανατολή» και τις ιδιαιτερότητές της, η ίδια η ετερογένεια της δομής και η παγκόσμια κινητικότητα ήταν για τον Ένγκελς πολύ μικρότερο πρόβλημα, λιγότερο ενοχλητικό και δεν πυροδοτούσε ιδιαίτερη νέα ανάλυση.

Ο καλύτερος τρόπος για να εξετάσουμε τις διαφορές μεταξύ των δύο ανδρών θα ήταν να μελετήσουμε τα γραπτά του Ένγκελς μετά το θάνατο του Μαρξ. Στα μέσα του 1884, μέσα σε δύο μήνες, έγραψε το πολύ σημαντικό έργο του Η Καταγωγή της Οικογένειας, της Ιδιωτικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους, «εκπληρώνοντας το κληροδότημα του Μαρξ» και χρησιμοποιώντας την περίληψή του για τη μελέτη του Μόργκαν. Το βιβλίο ήταν εξαιρετικό στην ανάλυσή του για τις «αρχαϊκές» κοινωνικές δομές, αλλά στα άλλα του μέρη, προσέφερε απλώς μια κανονική επιτομή του εξελικτισμού με ένα διαλεκτικό «αίσιο τέλος» ως κατάληξη. Μέσα σε αυτό, και υποκινούμενα από τον ολοένα ευρύτερο «καταμερισμό της εργασίας», βρίσκονται ιστορικά στάδια, που ακολουθούν το ένα το άλλο με την ακρίβεια, την επανάληψη και την αναπόφευκτη λειτουργία του ρολογιού, γιατί «ό,τι ισχύει για τη φύση ισχύει και για την κοινωνία»[46]. Όλα εξελίσσονται μονογραμμικά από την «νηπιακή ηλικία της ανθρώπινης φυλής» στην «ανώτατη μορφή του κράτους, τη δημοκρατική πολιτεία, μέσα στην οποία μόνο μένει να διεξαχθεί ο αποφασιστικός αγώνας μεταξύ προλεταριάτου και αστικής τάξης». Τότε έρχεται ο σοσιαλισμός, η «αναγέννηση σε μια ανώτερη μορφή της ελευθερίας και της αδελφοσύνης των αρχαίων φυλών»[47]. Από τα μέσα του 1884, ούτε και αυτός ο Ανατολικός Δεσποτισμός δεν φαινόταν ουσιώδης για την ιστοριογραφία, και ακόμα και ο όρος εξαφανίστηκε από το δημοσιευμένο έργο του Ένγκελς. Στο Αντι-Ντίρινγκ (1877), που γράφτηκε κάτω από την ισχυρή παρουσία του Μαρξ ακόμα, ο Ανατολικός Δεσποτισμός εξαπλώνεται «από την Ινδία μέχρι τη Ρωσία»[48]. Ποτέ δεν αναφέρεται στην Καταγωγή της Οικογένειας, της Ιδιωτικής Ιδιοκτησίας και του Κράτους. Στην γνωστή αλληλογραφία του Ένγκελς, η έννοια εμφανίζεται για τελευταία φορά τον Φεβρουάριο του 1884. Έκτοτε και μέχρι τον θάνατο του Ένγκελς το 1895, δεν αναφέρθηκε ούτε μία φορά στο σύνολο των σχεδόν 3.000 σελίδων των γραπτών και επιστολών του[49]. Επιστρέφουμε πίσω στη Γερμανική Ιδεολογία του 1846. Στην εποχή του, ήταν μια συνταρακτική τομή σημαντικής διαφώτισης και μια εννοιολογική βάση για το Κομμουνιστικό Μανιφέστο (1848) με την τεράστια και διαρκή επιρροή του. Τώρα ήταν ένα βήμα προς τα πίσω.

Ο Ένγκελς έγραφε καλά, το ύφος του ξεχώριζε από την ικανότητά του να παρουσιάζει σύνθετα ζητήματα με απλότητα, δύναμη και άψογη συνοχή των επιχειρημάτων. Υπήρχε, όμως, ένα τίμημα γι’ αυτή τη σαφήνεια, και η διαφωνία του Ένγκελς με τον Τκατσέφ είναι ένα καλό παράδειγμα.

Ο Πέτρος Τκατσέφ ήταν ένας Ρώσος Ιακωβίνος, ιστορικός υλιστής, του οποίου η ταξική ανάλυση τον έκανε να θεωρεί ύποπτη την εξιδανίκευση των «μαζών» από αρκετούς συντρόφους του – ζητούσε άμεση χρήση βίας από μια αποφασισμένη επαναστατική μειονότητα. Στην επίθεσή του προς το ρωσικό κράτος, σίγουρα, ο Τκατσέφ είχε υπερβάλει για τις υπερταξικές, αδρανοποιημένες, «αυτόνομες» διαστάσεις του τσαρισμού – για αυτόν ήταν ένα «κράτος που κρέμεται στον αέρα, για να το πούμε έτσι, που δεν έχει τίποτα κοινό με την υπάρχουσα κοινωνική τάξη και που έχει τις ρίζες του στο παρελθόν»[50]. Όμως, όπως άρεσε στον Ένγκελς να λέει, «η απόδειξη της πουτίγκας» της πολιτικής θεωρίας είναι «στην κατανάλωσή της». Σχετικά με την πολιτική πρόβλεψη και στρατηγική, ο Τκατσέφ κατέληξε, στην ίδια γραμμή με τις απόψεις του Τσερνισέφσκι, ότι η Ρωσία θα μπορούσε να επωφεληθεί από τα «σχετικά πλεονεκτήματα της οπισθοδρόμησης» και έτσι να κάνει ευκολότερα την «κοινωνική επανάσταση» από τη Δυτική Ευρώπη. Επίσης, κατά την άποψή του, η δυναμική αυτή θα μπορούσε να χαθεί αν δεν γινόταν εγκαίρως. Είχε προτείνει, με θράσος για το 1874, πως υπήρχε μια πιθανότητα ότι η Ρωσία θα μπορούσε να προχωρήσει σε μια επαναστατική πορεία προς τον σοσιαλισμό, νωρίτερα ακόμη και από τις ΗΠΑ ή τη Μεγάλη Βρετανία. Ένα τέτοιο «άλμα» πάνω από ένα «στάδιο» θα απαιτούσε την κατάκτηση και τη μαζική χρήση της κεντρικής κρατικής εξουσίας. Ο Τκατσέφ είχε, επίσης, συμπεράνει ότι για να πραγματοποιήσουν τους στόχους της κοινωνικής ανασυγκρότησης, ενώ αντιμετώπιζαν εχθρούς και μια ακόμα αναξιόπιστη πλειοψηφία του πληθυσμού, οι επαναστάτες θα έπρεπε / όφειλαν να συνεχίσουν για κάποιο χρονικό διάστημα να κυβερνούν «από πάνω» – μια δικτατορία του επαναστατικού κόμματος. Όλη η ευρωπαϊκή αριστερά ανακουφίστηκε ελαφρώς, επομένως, όταν το 1875 ο Ένγκελς αποφάσισε να εξασκήσει το πνεύμα του στον Τκατσέφ. Τέτοιες «απόψεις άπειρου μαθητή», κατά τις οποίες η Ρωσία μπορεί να κάνει περισσότερα για τον σοσιαλισμό από το να διευκολύνει απλώς την έναρξη της σοσιαλιστικής επανάστασης εκεί όπου πρέπει πραγματικά να ξεκινήσει, δηλαδή στη Δύση, ή ακόμα πιο εξωφρενικά, ένα όραμα για ένα σοσιαλιστικό καθεστώς στη Ρωσία των μουζίκων, μάλιστα πριν από την εκβιομηχανισμένη Δυτική Ευρώπη, ήταν «καθαρές αερολογίες» και απλώς αποδείκνυαν ότι ήταν ο Τκατσέφ που «πετούσε στα σύννεφα» και δεν είχε ακόμα «μάθει την Αλφαβήτα του σοσιαλισμού»[51]. Όλα αυτά είναι πολύ αστεία, αλλά με μια αναπάντεχη ανατροπή όταν τα βλέπουμε εκ των υστέρων, δύο γενιές μετά το Νοέμβριο του 1917 στη Ρωσία και μια γενιά μετά τον Οκτώβριο του 1949 στην Κίνα.
Όσον αφορά το ζήτημα της ρωσικής κοινότητας, ο Ένγκελς υπερασπίστηκε πιστά μέχρι τέλους τόσο την άποψη ότι μπορεί να χρησιμεύσει ως μονάδα σοσιαλιστικής μεταμόρφωσης, όσο και την πρόβλεψη ότι για να συμβεί αυτό μια προλεταριακή επανάσταση στη Δύση πρέπει να δείξει «στις καθυστερημένες χώρες… το πώς γίνεται αυτό με το παράδειγμά της»[52], όπου με «αυτό» εννοούσε την εγκαθίδρυση της μετα-καπιταλιστικής κοινωνίας. «Πρέπει να έχουμε κατά νου», πρόσθεσε το 1894, «ότι η μακρόχρονη διάλυση της ρωσικής κοινοτικής περιουσίας έχει [από το 1875] προχωρήσει σημαντικά»[53]. Ο Πλεχάνοφ ήταν τώρα ο σημαντικότερος οδηγός του Ένγκελς για τη Ρωσία και ο επικεφαλής της ρωσικής μαρξιστικής οργάνωσης, που είχε εμπλακεί σε μια βίαιη διαμάχη για το μέλλον της αγροτιάς με τους (κυρίως «νόμιμους», δηλαδή ρεφορμιστές) λαϊκιστές εκείνης της εποχής[54]. Συνεπώς, ο Ένγκελς πίστευε ολοένα και περισσότερο ότι η ρωσική αγροτική κοινότητα είναι στα τελευταία της, με τον καπιταλισμό να κάνει ολοένα πιο σαρωτική την παρουσία του. Το μόνο που έμενε σε εκείνους που τους άρεσε λίγο ήταν «να παρηγορηθούμε με την ιδέα ότι όλα αυτά θα εξυπηρετήσουν τελικά την υπόθεση της ανθρώπινης προόδου»[55]. Όσον αφορά την ευρωπαϊκή αγροτιά, είχε ακόμη πιο καυστικά πράγματα να πει, το 1894, αποκαλύπτοντας τη γενική στάση που επικρατούσε στη δεύτερη Διεθνή: «εν συντομία, ο μικρός αγρότης μας, όπως και κάθε άλλη επιβίωση των προηγούμενων τρόπων παραγωγής, είναι απελπιστικά καταδικασμένος… ενόψει των προκαταλήψεων που προέρχονται από την όλη οικονομική τους θέση, την ανατροφή και την απομόνωση… μπορούμε να κερδίσουμε τη μάζα των μικρών αγροτών μόνο αν τους δώσουμε μια υπόσχεση που εμείς οι ίδιοι γνωρίζουμε ότι δεν μπορούμε να τηρήσουμε»[56] – κάτι που, βέβαια, αποκλειόταν.

Αλλά ο Ένγκελς ήταν και επαναστάτης και το ίδιο ήταν πολλοί από τους πνευματικούς κληρονόμους, δικούς του και του Μαρξ. Ήταν η υποστήριξή τους για επαναστατικές στρατηγικές που όλο και περισσότερο διαφωνούσε με το θεωρητικό δόγμα. Και, ενώ στο επίπεδο της θεωρίας, ο Μαρξ είχε «ενγκελσοποιηθεί» και ο Ένγκελς, ακόμα περισσότερο, «καουτσκιοποιηθεί» και «πλεχανοφοποιηθεί» σε ένα εξελικτικό καλούπι, με την αλλαγή του αιώνα, εξαπλώνονταν επαναστάσεις από τις καθυστερημένες / αναπτυσσόμενες κοινωνίες: Ρωσία το 1905 και το 1917, Τουρκία το 1906, Ιράν το 1909, Μεξικό το 1910, Κίνα το 1910 και το 1927. Η εξέγερση των αγροτών ήταν το επίκεντρο στις περισσότερες από αυτές. Καμία από αυτές δεν ήταν «αστική επανάσταση» με τη δυτικοευρωπαϊκή έννοια, και κάποιες από αυτές αποδείχθηκαν τελικά σοσιαλιστικές σε ηγεσία και αποτελέσματα. Την ίδια εποχή, καμία σοσιαλιστική επανάσταση δεν έγινε στη Δύση, ούτε και πραγματοποιήθηκε καμιά σοσιαλιστική «παγκόσμια επανάσταση». Στην πολιτική ζωή των σοσιαλιστικών κινημάτων του εικοστού αιώνα, υπήρχε επείγουσα ανάγκη να αναθεωρηθούν οι στρατηγικές ή να χρεωκοπήσουν. Ο Λένιν, ο Μάο και ο Χο επέλεξαν το πρώτο. Αυτό σήμαινε να μιλάνε με «διπλή γλώσσα» – μία για τη στρατηγική και την τακτική, κι άλλη για το δόγμα και τα εννοιολογικά υποκατάστατα, και οι «προλεταριακές επαναστάσεις» στην Κίνα ή το Βιετνάμ, που έγιναν από αγρότες και «στελέχη», χωρίς καμία ανάμιξη βιομηχανικών εργατών, είναι ιδιαίτερα δραματικά παραδείγματα.

Η εναλλακτική ήταν η θεωρητική καθαρότητα και η πολιτική καταστροφή. Χρησιμοποιώντας για άλλη μια φορά προσωπικότητες για να καταδείξουμε ένα ευρύτερο ζήτημα, το τέλος της ζωής του Πλεχάνοφ και του Κάουτσκι, του «πατέρα του ρωσικού μαρξισμού» και του πιο εμβριθή μαρξιστή του κόσμου αντίστοιχα, παρέχει μια τραγική μαρτυρία και μια ένδειξη. Ο πρώτος πέθανε το 1918, ένας «εσωτερικός εξόριστος» στο μέσο της επανάστασης – ένας πικραμένος, μπερδεμένος και μοναχικός εχθρός του πειράματος του οποίου ήταν ο πατέρας. Ο δεύτερος πέθανε το 1938, ένας εξόριστος που, έντρομος και χωρίς να καταλαβαίνει, παρακολουθούσε τη διπλή σκιά που απλωνόταν πάνω από την Ευρώπη, του Ναζισμού στη βιομηχανικά προοδευτική και εκλογικά μαζική σοσιαλιστική Γερμανία, και του Σταλινισμού στην πρωτότοκη σοσιαλιστική Ρωσία. Η τρομερή μοίρα του να βρεθεί κάποιος «στον σκουπιδοτενεκέ της ιστορίας» περίμενε την πρώτη γενιά των μαρξιστών θεωρητικών.
 
Διαβάζοντας τον Μαρξ: θεοί και τεχνίτες

Επιστροφή στον Μαρξ: εκείνο που προσθέτει σημασία στη συζήτηση για το τελευταίο στάδιο της ανάπτυξης της σκέψης του είναι αυτό που μας διδάσκει για την πνευματική του δεξιοτεχνία και για τον ίδιο ως άνθρωπο. Το ίδιο το γεγονός του μετασχηματισμού της σκέψης του Μαρξ, και όχι μόνο η ανάπτυξη της λογικής του, προκαλεί σοκ σε εκείνους για τους οποίους ο Μαρξ είναι θεός. Ήταν θεός ή άνθρωπος; Αντίθετα με τους θεούς και τις θεότητες, το τεστ της ανθρώπινης φύσης έγκειται στο ότι είναι περιορισμένη, ευμετάβλητη και συχνά λανθασμένη. Το ανθρώπινο όραμα αντικατοπτρίζει το φυσικό, κοινωνικό και πνευματικό περιβάλλον. Το ανθρώπινο όραμα αλλάζει με τον καιρό – μαθαίνουμε και ανακαλύπτουμε. Οι άνθρωποι σφάλλουν στην αντίληψη, την κατανόηση και την πρόβλεψη. Το όραμα του Θεού είναι απεριόριστο, αμετάβλητο και αλάθητο – μπορεί μόνο να ξεδιπλώσει αυτό που είναι ήδη μέσα του. Είναι, επίσης, πέρα από την ηθική, διότι δεν υπάρχει κανένας τρόπος να κρίνουμε την ηθική του Θεού – είναι ο λόγος του που είναι ο ηθικός κώδικας. Αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο το ανθρώπινο μυαλό έχει σχεδιάσει τους θεούς ως αντι-μοντέλο της ανθρωπότητας και πάντα λαχταρά την ύπαρξή τους, ως τελική λύση σε έναν οδυνηρά ασταθή κόσμο ατέλειωτης ετερογένειας και έκπληξης. Δεν έχουν αλλάξει και πολλά σε αυτό το ζήτημα από την επιστημονική επανάσταση της εποχής μας.

Όταν αντιμετωπίζεις πραγματικές αυθεντίες της σκέψης και της πράξης, ο μεγάλος πειρασμός είναι να τους επενδύσεις με θεϊκές ιδιότητες. Σίγουρα, τουλάχιστον, βρίσκονται πάνω από το περιβάλλον, την ιστορία, το λάθος και την αμαρτία, προσφέροντας στους προσκυνητές και τους ερμηνευτές τους μια αίσθηση αιωνιότητας και μια σύνδεση με το Απόλυτο.

Για να υποστηρίξουμε την ανθρώπινη φύση του Μαρξ, μάλλον είναι καλύτερα να αρχίσουμε με τις ερμηνείες της θεοποίησής του. Ενώ τα σχόλια ποικίλλουν, η θεοποίηση του Μαρξ και του Πρώτου Τόμου του Κεφαλαίου ήταν βαθιά ριζωμένη στη δεύτερη Διεθνή. Η πολιτική νίκη του 1917 κατέστησε τον Μπολσεβικισμό την πιο σημαντική ερμηνεία του μαρξισμού στον κόσμο. Μέχρι τη δεκαετία του 1930, ο σταλινισμός τον είχε απλοποιήσει και αποκτηνώσει σε ένα μοναδικό εργαλείο ιδεολογικού ελέγχου. Ο Στάλιν είχε δίκιο και ο Λένιν επομένως είχε δίκιο και κατά συνέπεια ο Μαρξ ήταν ως επί το πλείστο σωστός (διαφορετικά…). Η πολιτική σκοπιμότητα, όπως ορίζεται από την αλάνθαστη ηγεσία, είχε συγχωνευθεί με την τελική αλήθεια και την αδιαμφισβήτητη ηθική της υπακοής. Μόλις οι «ανταγωνιστικές κοινωνικές τάξεις» «καταργηθούν» και το Κομμουνιστικό Κόμμα μπει επικεφαλής, το ίδιο το γεγονός της οικονομικής προόδου θα δημιουργούσε αναπόφευκτα τον σοσιαλισμό που τον ακολουθεί ο κομμουνισμός. Αυτή η θεμελιώδης κρατική νομιμοποίηση έχει δημιουργήσει μια ισχυρή ιδεολογική αξίωση για τη μονογραμμικότητα ως τον μοναδικό τρόπο εξήγησης – ένα μοντέλο αναπόφευκτης προόδου που ορίζεται από κάθε βήμα του πιο προοδευτικού καθεστώτος στη γη. Ο Ανατολικός Δεσποτισμός (ή πράγματι οποιοδήποτε πολυγραμμικό μοντέλο) δεν ανταποκρίνεται στις ανάγκες αυτές. Ακόμη χειρότερα, θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί, και όντως χρησιμοποιήθηκε, για να επικρίνει το ίδιο το Σοβιετικό καθεστώς ως οπισθοδρομικό. Δυο τρόποι υπήρχαν για την επίλυση αυτών των προβλημάτων στη δεκαετία του 1920: α) να οριστεί ο Ανατολικός Δεσποτισμός ως ένα παγκόσμιο στάδιο της μονογραμμικής εξέλιξης (που ακολουθεί τον «πρωτόγονο κομμουνισμό» και προηγείται της δουλείας) ή αλλιώς, ένα υπο-στάδιο των προ-ταξικών «αρχαϊκών» κοινωνιών∙ και β) να παραλειφθεί ο Ανατολικός Δεσποτισμός εξ ολοκλήρου ως σαθρός για ακαδημαϊκούς λόγους[57]. Ο Στάλιν διέλυσε όλους αυτούς τους προβληματισμούς, προσπερνώντας τους. Η έννοια του Ανατολικού Δεσποτισμού καταργήθηκε με διάταγμα, δηλ. ανακηρύχθηκε ως αντι-μαρξιστική, επιφέροντας τις συνηθισμένες κυρώσεις.

Για τους μαρξιστές δυτικά της ΕΣΣΔ, η δεκαετία του 1960 ήταν μια περίοδος δραματικής αλλαγής και επανεκτίμησης που, ξεκινώντας από το 20ο Συνέδριο του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος και την Ουγγρική εξέγερση, κορυφώθηκε με τις εμπειρίες του 1968: Σαϊγκόν, Παρίσι, Ουάσιγκτον, Πράγα και Πεκίνο. Τα πρώιμα γραπτά του Μαρξ ήταν η μεγάλη ανακάλυψη εκείνων των ημερών[58]. Τα γραπτά διέφεραν κάθετα από το Κεφάλαιο στα άμεσα ενδιαφέροντά τους, το σχεδιασμό τους και τη γλώσσα ανάλυσής τους. Το πιο σημαντικό, νομιμοποίησαν την ανησυχία πολλών μαρξιστών στην μετα-Στάλιν εποχή, όπου τα άτομα αντιμετώπιζαν συστήματα κοινωνικού ελέγχου και καταστολής, μη σοσιαλιστικά καθώς επίσης και σοσιαλιστικά. Ο διάλογος για τους υλικούς και κοινωνικούς προσδιορισμούς της αλλοτρίωσης του ανθρώπου προσέφερε ένα σημαντικό και ακόμα ισχυρό αναλυτικό εργαλείο για την επίλυση μερικών από τα πιο σημαντικά ζητήματα της ανθρώπινης χειραφέτησης. Έτσι, λοιπόν, ένα ημιτελές και δυσνόητο γερμανικό κείμενο έγινε έμπνευση για τη ριζοσπαστική γενιά του 1968 στη Δυτική και Ανατολική Ευρώπη.

Προφανώς, η ανακάλυψη του πρώιμου Μαρξ απλώς σήμαινε την αποδοχή ότι οι απόψεις του εξελίχθηκαν και μετασχηματίστηκαν. Παραδόξως, ήταν ακριβώς αυτό το στοιχείο της ολοφάνερης ετερογένειας των γραπτών του που επέφερε μια ακόμη ανατροπή στην θεοποίηση του Μαρξ. Μια «επιστημολογική ρήξη» θεσπίστηκε στο Παρίσι, χωρίζοντας τον Μαρξ του 1844 (νέος και εν μέρει-Χεγκελιανός) και τον μαρξισμό, δηλαδή την αληθινή σκέψη του Μαρξ (ώριμη και αγνή) – μια εντελώς νέα σχολαστική και τελεσίδικη Επιστήμη των Ανθρώπων[59]. Στο κάτω κάτω, ο Μαρξ ήταν αλάνθαστος∙ απλώς, το αλάθητό του ξεκίνησε σε μεταγενέστερη ηλικία. Το όραμα της «επιστημολογικής ρήξης», δηλαδή το άλμα του Μαρξ ταυτόχρονα στην ωριμότητα, την επιστημονικότητα και την αγιότητα, έχει χρησιμοποιηθεί, επίσης, για να αποσυνδέσει την ανάλυσή του από τους στόχους και τις πεποιθήσεις του. Ο «ανθρωπισμός» χαρακτηρίστηκε αστική έννοια, που δεν είχε καμιά σχέση με τον ώριμο, δηλαδή τον επιστημονικό, Μαρξ, και στην καλύτερη περίπτωση, ήταν κάτι που επέζησε από την προ-επιστημονική σκέψη παράλληλα με την επιστήμη[60]. Ο «ώριμος Μαρξ» δεν ήταν μόνο απόλυτος στην αλήθεια, αλλά και πέρα από την ηθική.

Οι υποστηρικτές, λοιπόν, αυτής της Επιστήμης των Ανθρώπων ήταν επιφορτισμένοι με το καθήκον της περεταίρω επεξεργασίας και εξαγωγής συμπερασμάτων από τους αντικειμενικούς και αιώνιους Νόμους, που αποκαλύφθηκαν στα «ώριμα» γραπτά του Μαρξ. Για να επιτύχει κάποιος σε αυτό το εγχείρημα, έπρεπε απλώς να κρατηθεί αγνός και μακριά από τις σηπτικές επιδράσεις της «αστικής επιστήμης», δηλαδή οτιδήποτε άλλο. Εκεί, πίσω από τους φιλοσοφικούς διαλόγους για τις σχέσεις μεταξύ της σκέψης του Χέγκελ και του Μαρξ, φάνηκε να ξεπροβάλλει ένα παλιό και άσχημο πρόσωπο. Γιατί, επομένως, θα μπορούσαν να υπάρχουν μόνο δύο πραγματικά αξιόπιστες εξηγήσεις για την αποτυχία της πρόβλεψης που ήταν βασισμένη πάνω στην απόλυτη σοφία: α) η λανθασμένη ανάγνωση όσων υπάρχουν ήδη στις Γραφές – που προκλήθηκε από την υποταγή στο δηλητήριο του αστικού ακαδημαϊσμού (δηλαδή, ο ψευδο-ακαδημαϊσμός)∙ και β) η σκόπιμη προδοσία στην υπηρεσία των εχθρών του λαού. Γνωρίζουμε ποιοι ήταν οι τρόποι διόρθωσης για καθένα από αυτά. Θα πρέπει, επίσης, να γνωρίζουμε μέχρι τώρα πόσο τεράστιο και αυτοκαταστροφικό είναι το κόστος όσον αφορά τη σοσιαλιστική σκέψη, πράξη και αίμα.

Ένας άλλος, πιο εκλεπτυσμένος τρόπος για να «κρατηθεί ο Μαρξ εντός γραμμής» ήταν να περισωθεί η μονογραμμική του εξέλιξη με την προσωρινή εγκατάλειψη του αλάθητού του. Αυτό ακριβώς έκανε ένα ενδιαφέρον και πολύ εμπεριστατωμένο βιβλίο του Νικοφόροφ[61]. Ο συγγραφέας έχει πειστικά διαφωνήσει με τις προσπάθειες των συναδέλφων του στην ΕΣΣΔ να υποβαθμίσουν τη σημασία του Ανατολικού Δεσποτισμού στα γραπτά του Μαρξ. Στη συνέχεια, προχωρεί στην συντριβή της ιδέας – ο Μαρξ και ο Ένγκελς απλώς έκαναν λάθος σε αυτό το θέμα. Οι μελέτες του Μαρξ για την προϊστορία και τις Ρωσικές και Ινδικές αγροτικές κοινότητες τον κάνουν να αναγνωρίσει μέχρι το 1879 κάποιες δυσκολίες στην ιδέα αυτή, αλλά ακόμα δεν την έχει «ξεπεράσει». Στη συνέχεια, ένα πιο δραματικό συμπέρασμα μας αφήνει άφωνους. Υπό την επίδραση του Μόργκαν, στις τελευταίες στιγμές της ζωής του, ο Μαρξ τελικά «την ξεπερνάει», απορρίπτοντας τον Ανατολικό Δεσποτισμό (και τις λανθασμένες θεωρίες του κράτους που συνδέονται με αυτόν) για να επιστρέψει στη μονογραμμική εξέλιξη, δηλαδή στην πίστη στη «Λεωφόρο της Ιστορίας» (Magisralnaya Doroga), την οποία όλες οι κοινωνίες είναι προορισμένες να ακολουθήσουν. Η ημερομηνία της θείας ενσάρκωσης του Μαρξ, δηλ. όταν τελικά συνέλαβε τα πράγματα σωστά και τελεσίδικα, είναι το 1881[62]. Η απόδειξη αυτού βρίσκεται και πάλι όχι στον Μαρξ, αλλά σε μια ανασκόπηση των μεταγενέστερων γραπτών του Ένγκελς και κυρίως της Καταγωγής… κ.λπ. Ως μια δευτερεύουσα απόδειξη είναι το γεγονός ότι στα σχέδια του Μαρξ για την «Επιστολή στη Ζάσουλιτς» και στην περίληψη του βιβλίου του Μόργκαν, ο όρος «Ανατολικός Δεσποτισμός» δεν εμφανίστηκε καν. Ένα σχόλιο του Μαρξ που σχετίζεται με μια μελέτη της Ινδίας (στο ίδιο σημειωματάριο που περιέχει τις σημειώσεις πάνω στον Μόργκαν), «αυτός ο γάιδαρος, ο Φέαρ, αποκαλεί φεουδαρχική την οργάνωση της αγροτικής κοινότητας», αναπαράγεται αλλά απορρίπτεται ως ασαφής. Το γεγονός ότι ο Μαρξ κάνει πραγματικά λόγο για «κεντρικό δεσποτισμό» («συγκεντρωτικό», σε άλλα κείμενα) στα σχέδια του 1881 δεν παρατηρείται καν[63]. Δεν υπάρχει τίποτε άλλο – μια εξαιρετικά σαθρή απόδειξη για το μέγεθος της αξίωσης που έγινε. Το ευτυχές τέλος της επιστροφής του Μαρξ στο μονογραμμική στάνη θυμίζει ένα από τα πιο γνωστά παραμύθια του 18ου αιώνα για τον Βολτέρο, που στο κρεβάτι του θανάτου επιστρέφει στην αγκαλιά της Καθολικής Εκκλησίας, καθώς ο κλήρος στο προσκέφαλό του το αποδεικνύει ακράδαντα. Οι απόψεις του Ένγκελς είναι βεβαίως ένα άλλο θέμα.

Είναι καιρός να ανακεφαλαιώσουμε εν συντομία. Η τελευταία δεκαετία της ζωής του Μαρξ ήταν μια ξεχωριστή περίοδος για την αναλυτική προσπάθειά του: γεγονός αναγνωρισμένο, αν και για διαφορετικούς λόγους, από έναν σταθερά αυξανόμενο αριθμό μελετητών. Κεντρικό στοιχείο ήταν η ενασχόλησή του με τη ρωσική κοινωνία, τόσο σαν πηγή βασικών στοιχείων όσο και σαν μέσο ανάλυσης και παρουσίασης των προβλημάτων ενός συγκεκριμένου τύπου κοινωνίας, που διέφερε δομικά από την «κλασική περίπτωση του καπιταλισμού», στην οποία βασίστηκε ο πρώτος τόμος του Κεφαλαίου. Ήδη στο Grundrisse (1857-8), ο Μαρξ είχε εικάσει την πολλαπλότητα των δρόμων κοινωνικής ανάπτυξης στις προ-καπιταλιστικές κοινωνίες. Η μη διαδοχική ερμηνεία του Χομπσμπάουμ ως «τρεις ή τέσσερις εναλλακτικές διαδρομές απομάκρυνσης από τα πρωτόγονα κοινοτικά συστήματα», η κάθε μια ξεκινώντας από ένα διαφορετικό πεδίο, δηλαδή ως «αναλυτικά, και όχι χρονολογικά, στάδια… εξέλιξης», είναι σημαντική εδώ[64]. Εάν γίνει αποδεκτή, είναι ήδη πολύ πιο εξελιγμένη και ρεαλιστική απ’ ό,τι οποιοδήποτε απλό εξελικτικό μοντέλο. Ο Μαρξ είχε αλλάξει τη θέση του ήδη από την περίοδο 1873-4 των εκτεταμένων επαφών με τους Ρώσους μελετητές, τους επαναστάτες και τα γραπτά τους, αλλά πιο ξεκάθαρα και συνειδητά από το 1877. Ο Μαρξ είχε δεχτεί τώρα πια την πολλαπλότητα των δρόμων και μέσα σε έναν κόσμο στον οποίο υπήρχε ο καπιταλισμός και είχε γίνει κυρίαρχη δύναμη. Αυτό σήμαινε α) την προσδοκία μελλοντικών κοινωνικών ιστοριών ως αναγκαστικά άνισων, αλληλοεξαρτώμενων και πολυγραμμικών με τη «δομική» έννοια∙ β) την επακόλουθη ανεπάρκεια του μονογραμμικού «προοδευτικού» μοντέλου για ιστορική ανάλυση, καθώς και για πολιτικές κρίσεις που αφορούν τον καλύτερο τρόπο προώθησης της υπόθεσης του  σοσιαλισμού∙ γ) τα πρώτα βήματα προς την εξέταση της ιδιαιτερότητας των κοινωνιών που αποκαλούμε σήμερα «αναπτυσσόμενες κοινωνίες»∙ και, σ’ αυτό το πλαίσιο, δ) την επανεκτίμηση της θέσης της αγροτιάς και της κοινωνικής της οργάνωσης στις επαναστατικές διαδικασίες που έρχονται∙ ε) ένα προκαταρκτικό βήμα για να δούμε εκ νέου τον συνασπισμό της άρχουσας τάξης και τον ρόλο του κράτους στις «αναπτυσσόμενες κοινωνίες»∙ και στ) δίνεται μια νέα σημασία στην αποκέντρωση της κοινωνικοπολιτικής εξουσίας μέσα στην μετα-επαναστατική κοινωνία, στην οποία η αναβίωση των «αρχαϊκών» κοινοτήτων μπορεί να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο.

Είναι αξιοσημείωτο για έναν άνθρωπο που πέθανε το 1883, ότι ο Μαρξ εκείνων των ημερών είχε αρχίσει να αναγνωρίζει ποια είναι πραγματικά η φύση, τα προβλήματα και ο διάλογος σχετικά με τις «αναπτυσσόμενες» και τις μετα-επαναστατικές κοινωνίες του εικοστού αιώνα. Η έκφραση «νεο-μαρξιστής», που χρησιμοποιείται συχνά για όσους βασίστηκαν στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου για τις ερμηνείες τους σχετικά με τις «αναπτυσσόμενες κοινωνίες», είναι σαφώς εσφαλμένη. Το μεγαλύτερο μέρος του αποκαλούμενου νεο-μαρξισμού, ο οποίος συχνά αντιμετωπίζεται ως πρωτότυπος ή σκανδαλώδης, είναι ο μαρξισμός του Μαρξ. Για να κατανοήσει κάποιος το εύρος αυτού του επιτεύγματος, θα πρέπει να επανεξετάσει τις τρεις γενιές διανοητικής τύφλωσης των αντιπάλων του Μαρξ στις διάφορες «εκσυγχρονιστικές σχολές», καθώς και τους επίσημους επιγόνους του Μαρξ. Το πεδίο είναι τώρα πια γεμάτο με αυτο-εκπληρούμενες προφητείες που μεταμφιέζονται ως ιστορικές αναγκαιότητες και ως νόμοι των κοινωνικών επιστημών, ιδιαίτερα όσον αφορά την ύπαιθρο. Ωστόσο, ήταν ο Μαρξ που έθεσε τα θεμέλια για την παγκόσμια ανάλυση της «ανομοιομορφίας» της «ανάπτυξης», για τη σοσιαλιστική μεταχείριση της αγροτιάς, όχι μόνο ως το αντικείμενο ή τον σανό της ιστορίας, για τη μελέτη του σοσιαλισμού που είναι περισσότερο από προλεταριακός, και ούτω καθεξής. Πράγματι, η προσέγγιση του Μαρξ στη ρωσική αγροτιά, την οποία δεν είχε δει ποτέ, αποδείχθηκε γενικά πιο ρεαλιστική από εκείνη των Ρώσων μαρξιστών το 1920 – που είδαν με τα μάτια τους τη Νέα Οικονομική Πολιτική. Χωρίς να εξιδανικεύσει τον «μουζίκο», ο Μαρξ επέδειξε μεγαλύτερη σοφία ακόμα και όσον αφορά τις βέλτιστες παραμέτρους της κολεκτιβοποίησης – αναλογιστείτε τη σύγχρονη Ουγγαρία. Και μπορούμε να δώσουμε πολλά τέτοια παραδείγματα.
Πώς το τελευταίο στάδιο της σκέψης του Μαρξ ταιριάζει στη γενική ακολουθία της δουλειάς του; Για να εικάσουμε την ίδια την ύπαρξη αυτού του σταδίου πρέπει να δεχθούμε τουλάχιστον τρία σημαντικά βήματα στην διανοητική εξέλιξη του Μαρξ: ο πρώιμος Μαρξ της δεκαετίας του 1840, ένας μέσος Μαρξ της δεκαετίας του 1850 και του 1860 (η έκφραση «ώριμος» μας εισάγει λαθραία στη μεταφορά μιας «κορυφής», που την ακολουθεί απαραιτήτως η παρακμή) και ο ύστερος Μαρξ της δεκαετίας του 1870 και του 1880. Αν και το τελευταίο στάδιο έμεινε ανολοκλήρωτο λόγω του θανάτου του το 1883, ήταν πλούσιο σε περιεχόμενο, έθεσε τα θεμέλια για μια νέα προσέγγιση στον παγκόσμιο καπιταλισμό, τους όχι και τόσο καπιταλιστικούς συντρόφους της παγκόσμιας σκηνής, αλλά και τις προοπτικές του σοσιαλισμού – ζητήματα και αμφιβολίες που η δική μας γενιά κατέληξε να θεωρεί δικά της. Για να γίνει αυτό αποδεκτό, θα πρέπει να διορθωθεί το ιστορικό καταγραφής σχετικά με τη σκέψη του Μαρξ. Πρέπει, επίσης, να γκρεμιστεί η ίδια η δυνατότητα να διασωθεί το θεϊκό ανάστημα του Μαρξ μετατρέποντάς τον, ή ένα μέρος του, σε «είδωλο». Οι άκαμπτες διαιρέσεις σε στάδια δεν μας κάνουν∙ συχνά, ξαναγύριζε σε κάποιο παλαιότερο κομμάτι μελέτης για να το επεξεργαστεί ή / και να το ενσωματώσει με έναν νέο τρόπο, π.χ. η επανεμφάνιση των στοιχείων της ανάλυσης της συνείδησης στη Γερμανική Ιδεολογία (1845-6) στην εξέταση του φετιχισμού των βασικών προϊόντων στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου (1867), ή η σαφής σχέση μεταξύ της ανάλυσης των αγροτών και της αγροτικής κοινότητας στο Grundrisse (1857-8) και τα σχέδια της «Επιστολής προς τη Ζάσουλιτς» (1881). Αλλά είναι πια καιρός να ξεφορτωθούμε την ολοένα επαναλαμβανόμενη βλακεία του να συζητάμε για μια συνθετική «άποψη του Μαρξ», παραβλέποντας δύο δεκαετίες έντονης δουλειάς και σκέψης βάζοντας δυο εισαγωγικά, μόνο για να ανακαλύψουμε με λύπη ή απόγνωση «αντιφάσεις». Θα μπορούσε να είναι λάθος, αλλά για όνομα του Θεού, δεν θα μπορούσε να είναι αντιμαρξιστής. Το να παραδεχτούμε την ιδιαιτερότητα του ύστερου Μαρξ σημαίνει (επίσης) να δούμε τον Μαρξ σε όλη τη δημιουργικότητά του.
Τέλος, μια τέτοια ερμηνεία του ύστερου Μαρξ υποδηλώνει ότι η εξέλιξη στη σκέψη του δεν ήταν ούτε εκλεκτική ούτε ο τύπος του ζιγκ-ζαγκ που πρότεινε ο Νικοφόροφ: μονογραμμική εξέλιξη, έπειτα κάτι άλλο (όχι πολύ σίγουρο τι), και σ  τη συνέχεια πίσω στη μονογραμμική εξέλιξη. Η κίνηση φαίνεται πολύ πιο συνεπής: υπήρξε i) μια εκλεπτυσμένη εκδοχή της μονογραμμικής εξέλιξης με τις «υλιστικές» και διαλεκτικές υποθέσεις που αποτελούν μέρος της∙ ii) προ-καπιταλιστική πολυγραμμικότητα (διγραμμικότητα;) με την εικασία ότι ο καπιταλισμός θα την επιλύσει τελικά και iii) αποδοχή της πολλαπλής κατεύθυνσης και μέσα σε έναν κόσμο με κυρίαρχο τον καπιταλισμό (που εγκυμονεί τον σοσιαλισμό;) με αμοιβαία εξάρτηση, πράγματι, με την ετερογένεια που προκύπτει από αυτή την ίδια την αλληλεξάρτηση.

Αυτό μας φέρνει στην προτελευταία ερώτηση: ήταν άνθρωπος ο Μαρξ; Για να το θέσουμε αλλιώς πρέπει να ξεκινήσουμε από την «πολυδιάστατη θεωρία του Μαρξ που προκαλεί όλους, εκτός από τους ανόητους ή τους προκατειλημμένους, να σέβονται και να θαυμάζουν τον Μαρξ ως στοχαστή ακόμα και όταν δεν συμφωνούν μαζί του»[65], και να προσθέσουμε ότι δεν ασχολούμαστε εδώ μόνο με καθαρή λογική. Ο Μαρξ είναι ένας στην προσωπική του προσπάθεια, ηθική στάση και διανοητική ανάλυση. Επέδειξε αξιοσημείωτη επιμονή αλλά και εξαιρετική ευελιξία στο μυαλό. Πότε και με ποιον τρόπο;

Από το 1847, και μέσα από τις δοκιμασίες των πολιτικών ηττών, των φραξιονιστικών αγώνων, των ελπίδων που διαλύθηκαν και της ακραίας προσωπικής στέρησης, ο Μαρξ ποτέ δεν απόκλινε από το στόχο του να υπηρετήσει τη σοσιαλιστική επανάσταση, έτσι όπως την έβλεπε σαν νεαρός άνδρας. Σε ανθρώπινο επίπεδο, το χειμώνα του 1863, όταν υποσιτισμένος, με το νοίκι απλήρωτο, άρρωστη σύζυγο, τις κόρες του να μην πηγαίνουν στο σχολείο γιατί τα χειμωνιάτικα παπούτσια τους ήταν στον ενεχυροδανειστή, ο Μαρξ συνέχιζε την έρευνα και την πολιτική του δράση. Υπήρχαν περισσότεροι τέτοιοι χειμώνες, όμως, ο Μαρξ έμεινε σταθερός, αρνούμενος διάφορες «ευνοϊκές επιλογές» και προσφορές, π.χ. αυτή της ημι-κρατικής και καλά προστατευμένης δημοσιογραφίας. Τέτοιες βιογραφικές λεπτομέρειες είναι ανεξήγητες με όρους «καθαρής λογικής», αλλά έχουν μια δική τους λογική, χωρίς την οποία η ζωή του Μαρξ δεν θα έβγαζε πολύ νόημα.
Σε πιο θεωρητικό επίπεδο, τα πρώιμα γραπτά του Μαρξ δεν είναι μόνο ενδείξεις για τα προσωπικά του όνειρα και την εξέγερση ενάντια στην ανθρώπινη φτώχεια και καταπίεση, αλλά και για τη φιλοσοφική ανθρωπολογία του, τις ιδέες του για την ουσία του να είσαι άνθρωπος. Προσφέρουν ακόμα τη μόνη διαθέσιμη «αντικειμενική» βάση για την σοσιαλιστική ηθική, εναλλακτική είτε στην απλή πολιτική σκοπιμότητα, δηλαδή τη γραμμή του κόμματος, όπως ορίζεται από έναν σημερινό ηγέτη, ή αλλιώς στη θεολογία – ένα ζήτημα τόσο επιτακτικό όσο και υποτιμημένο στη σοσιαλιστική σκέψη. Διότι δεν είναι μόνο ένα ζήτημα λεπτού πνεύματος και αμερόληπτου λόγου, αλλά και πολιτικής δράσης και των υπαρκτών σοσιαλισμών (θυμηθείτε την Πολωνία).

Μολονότι ήταν σαφώς ανυπόμονος με τετριμμένο συναισθηματισμό, ο Μαρξ ήταν ανθρωπιστής και κληρονόμος της κουλτούρας του Διαφωτισμού, με τον οποίο ήταν διαποτισμένος. Η μελέτη του ήταν ένα επιλεγμένο εργαλείο στην υπηρεσία ενός μεγάλου ηθικού σχεδιασμού απελευθέρωσης της ανθρώπινης ουσίας από την αλλοτρίωσή της που προκλήθηκε από το χέρι της φύσης καθώς και από τους τεχνικούς κόσμους (τους φτιαγμένους από ανθρώπινο χέρι) των ταξικά διαχωρισμένων κοινωνιών. Η καλύτερη απόδειξη αυτής της πλευράς του Μαρξ είναι η αμείωτη γοητεία του σήμερα, η οποία τελικά δεν είναι σαν μια λατρεία του πίνακα πολλαπλασιασμού. Το να εξαγνίσουμε τον «ώριμο» Μαρξ από τη φιλοσοφική ηθική του πρώιμου Μαρξ, το να διαιρέσουμε πτυχές της σκέψης του σε ξεχωριστά κουτάκια, ή το να ντρεπόμαστε «για λογαριασμό του» εξ αιτίας του ισχυρισμού του για το ηθικό περιεχόμενο του σοσιαλισμού, καταλήγει πράγματι στο να του καταφέρουμε «τόσο μεγάλη τιμή» (σύμφωνα με τον κώδικα πρακτικής κάποιου άλλου) αλλά και «τόσο μεγάλο πλήγμα» (με τον δικό του κώδικα)[66].
Οι θεοί παραμένουν αμετάβλητοι από τη διαδικασία της δημιουργίας και, όπως ειπώθηκε, μπορούν να σκέφτονται μόνο για τον εαυτό τους. Εάν πρόκειται να χρησιμοποιηθούν μεταφορές, ο Μαρξ δεν ήταν θεός αλλά μεγάλος τεχνίτης. Οι τεχνίτες αλλάζουν την ύλη ενώ αλλάζουν και οι ίδιοι κατά τη διαδικασία της δημιουργίας. Επίσης, αν ένας ερασιτέχνης είναι πράγματι «ένας άνθρωπος που σκέφτεται περισσότερο για τον εαυτό του παρά για το θέμα του», ο Μαρξ ήταν επαγγελματίας στις αναλυτικές ικανότητές του και συνεπώς αυτοκριτικός στο μέγιστο βαθμό. Συχνά ήταν δριμύς στα σχόλια και τις πολεμικές του, αλλά για έναν άνθρωπο που θαυμάζονταν πολύ από τον δικό του κύκλο, ήταν εξαιρετικά απαλλαγμένος από αυτο-θεοποίηση.

Αυτή είναι, κατά πάσα πιθανότητα, η ρίζα της μακράς δημόσιας σιωπής κατά την τελευταία δεκαετία της ζωής του Μαρξ. Ήταν άρρωστος, αλλά από την άλλη, δεν ήταν ποτέ πολύ υγιής. Ήταν κουρασμένος και μερικές φορές καταθλιπτικός από την επαναστατική ύφεση στην Ευρώπη μετά το 1871, αλλά η κούραση και η ήττα, επίσης, δεν του ήταν πρωτόγνωρες. Εργάστηκε πάνω στους υπόλοιπους τόμους του Κεφαλαίου, αλλά δεν έκανε και πολλά. Οι βιογράφοι έχουν επαναλάβει πιστά τη σημείωση του Μέρινγκ ότι η τελευταία δεκαετία του Μαρξ ήταν «αργός θάνατος», παραλείποντας να αναγνωρίσουν ότι ακόμη και ο Μέρινγκ όντως το περιέγραψε (πριν το 1882) σαν «χονδροειδής υπερβολή»[67]. Η μεταγενέστερη ανακάλυψη 30.000 σελίδων με σημειώσεις δέκα χρόνων, όσο και η ποιότητα της δουλειάς που έκανε, συνηγορούν εναντίων των αγωνιωδών παρατηρήσεων σχετικά με τις εξασθενημένες δυνάμεις του Μαρξ. Κατά την περίοδο που ακολούθησε αμέσως μετά τη δημοσίευση του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, ο Μαρξ αντιμετώπισε κριτικά σχόλια και μια αυξανόμενη εισροή «επίμονων δεδομένων», τα οποία δεν ταίριαζαν πλήρως και έπρεπε να επεξεργαστούν. Επανεξέταζε εντατικά, για ακόμη μία φορά, τις θεωρητικές δομές του και προχωρούσε σε νέα πεδία. Η έλλειψη διαύγειας και μια «βαθυστόχαστη πένα» είναι συχνά η τιμή της εμβάθυνσης σε μια πρωτοποριακή προσπάθεια. Πρέπει ένας ερευνητής να είναι άρρωστος ή ξεμωραμένος για να μην «βιαστεί να τυπώσει», ενώ εξακολουθεί να σκέφτεται νέες θεωρητικές αρχές;
Συμπερασματικά, δεν υπήρχε ούτε «επιστημολογική ρήξη» στη σκέψη του Μαρξ, ούτε παρακμή ή υποχώρηση, αλλά σταθερός μετασχηματισμός, άνισος, όπως συμβαίνει σε αυτές τις διαδικασίες. Η τελευταία δεκαετία του ήταν ένα διανοητικό άλμα, το οποίο διέκοψε ο θάνατός του. Ο Μαρξ ήταν τόσο άνθρωπος της διανόησης όσο και άνθρωπος του πάθους για κοινωνική δικαιοσύνη, ένας επαναστάτης που προτιμούσε τους επαναστάτες από τους δογματικούς οπαδούς. Οι προσπάθειες να ξεχωρίσουμε τον πραγματικά επιστημονικό, εξωτερικό και πέρα από την ηθική Μαρξ από τον Μαρξ τον ερευνητή, τον αγωνιστή και τον άνθρωπο, είναι τόσο ανόητες όσο και ψευδείς. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο κανείς δεν πρέπει να «διαβάζει το Κεφάλαιο» αλλά να διαβάζει τον Μαρξ (συμπεριλαμβανομένου του Κεφαλαίου), καθώς και τους Γκαίτε, Χάϊν και Αισχύλο, τους οποίους θαύμαζε ο Μαρξ και, μαζί με την ιστορία του Προμηθέα, έγιναν μέρος της ζωής του. Για να δώσουμε τα οφειλόμενα στον μεγαλύτερο επαναστάτη ερευνητή, θα πρέπει να τον δούμε όπως ήταν, κόντρα στις καρικατούρες και τις εικόνες που σχεδιάζουν οι εχθροί του και οι προσκυνητές του. Για να τον γνωρίσουμε πρέπει να τον δούμε να αλλάζει και να δούμε και με ποιους τρόπους δεν το έκανε. Το να είσαι «στο πλευρό του» είναι να προσπαθείς να κληρονομήσεις από αυτόν τον καλύτερο εαυτό του – την αντίληψή του για τους νέους κόσμους που πρόκειται να έρθουν, την κριτική και αυτοκριτική του ικανότητα, την ανελέητη ειλικρίνεια της πνευματικής δεξιοτεχνίας του, την επιμονή και το ηθικό του πάθος.
 

Ευχαριστίες

Ευχαριστίες οφείλονται σε όσους, με σχόλια ή βοήθεια στη συλλογή των στοιχείων, συνέβαλαν σε αυτό το άρθρο: Πέρι Άντερσον (Λονδίνο), Μίκαελ Μπαράτ-Μπράουν (Βάσλοου), Ζίγκμουντ Μπάουμαν (Λιντς), Ιζάια Μπέρλιν (Οξφόρδη), Φίλιπ Κόρριγκαν Λονδίνο,), Αργκίρι Εμμανουήλ (Παρίσι), Λέο Χάιμσον (Νέα Υόρκη), Χάρι Μαγκτόφ (Νέα Υόρκη), Μ. Μικελάντοφ (Μόσχα), Σίντνεϊ Μιντς (Βαλτιμόρη), Ντέρεκ Σάγιερ (Γλασκώβη), Πολ Σουίζι (Νέα Υόρκη), Έρικ Γουλφ (Νέα Υόρκη) και τη συντακτική ομάδα του History Workshop.
 

* Το άρθρο αυτό είναι το πρώτο στο συλλογικό έργο: Late Marx and the Russian Road, Marx and ‘the peripheries of capitalism’, το οποίο επιμελήθηκε και έκδωσε ο Teodor Shanin το 1983 στη Μεγάλη Βρετανία.
[1] Ο Λούκατς όρισε με αυτόν τον τρόπο την πιο γενική αλλά περιεκτική σφαίρα του «ιστορικού υλισμού, στην κλασσική του μορφή». G. Lukacs, History and Class Consluence, Cambridge, Mass., 1971, σ. 229. Ένα σχόλιο του Harry Magdoff: «Αυτό δεν είναι λάθος, αλλά θα προτιμούσα σε μια περιγραφή του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου να δοθεί έμφαση στους νόμους της κίνησης του καπιταλισμού, την εξέλιξή του και τους σπόρους του μετασχηματισμού του…».
[2] Για όσους είναι αμύητοι στη βρετανική πολιτική κουλτούρα, αυτά είναι τα λόγια του «Μίλτον» του Γουίλιαμ Μπλέικ, που τραγουδιέται ακόμα ως ύμνος στα συνέδρια του Εργατικού Κόμματος. Η Νέα Ιερουσαλήμ ήταν η αντι-εικόνα του Μπλέικ στους «σκοτεινούς σατανικούς μύλους» του καπιταλισμού του δέκατου ένατου αιώνα: τα εργοστάσια και οι εκκλησίες του.
[3] Κ. Marx, Κεφάλαιο, Harmondsworth, 1979, τόμος Ι, σελ. 91. Η ίδια ιδέα εκφράστηκε από τον Μαρξ ως ένα εφευρετικό στρατήγημα, που διαμορφώθηκε στην ίδια βάση με τις φυσικές επιστήμες: «Η ανθρώπινη ανατομία είναι το κλειδί για την ανατομία του πιθήκου… [που] μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο αφού το ζώο της ανώτερης τάξης είναι ήδη γνωστό». Κ. Marx, Grundrisse, Harmondsworth, 1973, σελ. 105 (μετάφραση ελαφρά τροποποιημένη).
[4] Βλ. «Η Βρετανική διακυβέρνηση στην Ινδία», που γράφτηκε το 1853, στο Κ. Marx και F. Engels, Selected Works, Moscow, 1973, τόμ. 1. Ο Ε. Χομπσμπάουμ περιέγραψε την έννοια ως «την κύρια καινοτομία στον πίνακα των ιστορικών περιόδων» που εισήχθη κατά την περίοδο που γράφτηκε το Grundrisse, δηλαδή το 1857-8, για το οποίο βλ. Κ. Marx, PreCapitalist Economic Formations, London, 1964, σ. 32 (Εισαγωγή). Βλέπε, επίσης, Πρόλογος του Godelier στο Sur les Societes Pre-Capitalistes, Παρίσι, 1970, L. Krader, The Asiatic Mode of Production, Assen, 1975, και Μ. Sawyer, «Η έννοια του ασιατικού τρόπου παραγωγής και σύγχρονος Μαρξισμός» στο S. Avineri, Varieties of Marxism, Χάγη, 1977, και υποσημείωση 7 παρακάτω. Για μια καλή περίληψη του Σοβιετικού διαλόγου σε αυτό το θέμα από έναν σύγχρονο σοβιετικό μελετητή, βλ. V. Nikoforov, Vostok i Vsemirnaya Istoriya, Μόσχα, 1975, και Ε. Gelner, «Soviets against Witfogel» (αδημοσίευτο MS).
[5] Γ. Χέγκελ, Η Φιλοσοφία της Ιστορίας, Λονδίνο, 1878, σ. 168. Η οργανική μεταφορά είναι ιδιαίτερα κατάλληλη, γιατί καμία κοινωνία δεν θεωρείται στάσιμη με τη μηχανική έννοια∙ η «τελμάτωση» σημαίνει σαρωτική κυκλικότητα των διαδικασιών μέσα σε αυτήν.
[6] Η Ρωσία στερούταν, φυσικά, από «υδραυλικούς» καθοριστικούς παράγοντες. Ήταν ο αντίκτυπος της εκτεταμένης στρατιωτικοποίησης και της κατάκτησης που υποτίθεται ότι έχει διαμορφώσει το Ρωσικό κράτος και την κοινωνία με έναν «ανατολίτικο» τρόπο.
[7] Η έλξη της έννοιας του Ανατολικού Δεσποτισμού ως συμπλήρωμα του δυναμικού μοντέλου του Κεφαλαίου είναι ακόμα ισχυρή. Για καλά επιχειρηματολογημένες περιπτώσεις υπέρ και εναντίον της σύγχρονης χρήσης της έννοιας μέσα στην μαρξιστική ανάλυση, ένα ζήτημα που δεν μας αφορά άμεσα εδώ, βλέπε U. Melotti, Marx and the Third World, London, 1977, και P. Anderson, Lineages of the Absolutist State, London, 1970, Παράρτημα Β. Το πρόσφατο βιβλίο του R. Bahro, The Alternative in Eastern Europe, London, 1977, έχει αμβλύνει τις εννοιολογικές παρυφές του όρου, χρησιμοποιώντας τον ως μια υπολειπόμενη περιεκτική κατηγορία για όλα όσα είναι σύγχρονα, όμως ούτε σοσιαλιστικά ούτε καπιταλιστικά. Η σημαντικότερη εξήγηση της στάσης του Μαρξ για την ανομοιογένεια των κοινωνικών εξελίξεων, εναλλακτική από εκείνη που προτάθηκε, είναι αυτή του Χομπσμπάουμ στην Εισαγωγή του στο Προ-καπιταλιστικοί Οικονομικοί σχηματισμοί του Μαρξ, σελ. 36-8. Ο Χομπσμπάουμ θεωρεί ότι με μοναδική εξαίρεση τη μετατροπή της φεουδαρχίας στον καπιταλισμό, τα «στάδια» του Μαρξ για την κοινωνική ανάπτυξη πρέπει να νοηθούν ως αναλυτικές κατηγορίες και όχι χρονολογικά.
[8] Κ. Marx, F. Engels, Sochineniya (Γραπτά), Moscow, 1961, τομ. 18, σ. 51 (γράφτηκε από τον Μαρξ το 1872).
[9] R. Samuel, Sources of Marxist historyNew Left Review, 1980, νo. 120, σ. 36. Βλ. επίσης Nikoforov, ο, π., σ. 81-103.
[10] R. Nisbet, Οι κοινωνικοί φιλόσοφοι, St. Albans, 1973, σ. 11. Ο Nisbet περιέγραψε το ζήτημα της κοινότητας ως τον κύριο άξονα ολόκληρης της ιστορίας της Δυτικής κοινωνικής φιλοσοφίας.
[11] Βλ. H. Wada, «Ο Μαρξ και η επαναστατική Ρωσία» (Late Marx and the Russian Road, Marx and ‘the peripheries of capitalism’, σ. 40). Το επίτευγμα του Ουάντα ξεχωρίζει ιδιαίτερα σε σύγκριση με το έργο αναλυτών που «τα γνώριζαν όλα», δηλ. γνώριζαν τα στοιχεία, όμως δεν έκαναν και πολλά με αυτά. Βλέπε, για παράδειγμα, τα συντακτικά σχόλια στο Κ. Μαρξ, Φ. Ένγκελς, Η Ρωσική απειλή για την Ευρώπη, Glencoe, Illinois, 1952, και πολλά Σοβιετικά αντίστοιχα, ειδικά στη δεκαετία του 1930.
[12] Μ. Rubel και Μ. Manale, Marx without Myth, Oxford, 1975, σ. 252.
[13] Marks Istorik, Μόσχα, 1968, σ. 373. Το βιβλίο προσφέρει μια σημαντική συνεισφορά στο σύνολο του θέματος που συζητήθηκε. Η πιο σημαντική προηγούμενη σχετική μελέτη είναι αυτή της «Ρωσικής βιβλιοθήκης του Μαρξ», γραμμένη από τον Β. Νικολαέφσκι και δημοσιευμένη στο Arkhiv K, Marksa i F. Engel’sa, Μόσχα, 1929, τ. 4.
[14] Marks i Engels, o. π., τ. 32, σ. 358. Ο Μαρξ έχει χρησιμοποιήσει σαφώς το υπερθετικό «πιο» για να αναφερθεί σε ένα είδος βιβλίου, δηλαδή στις αναλυτικές περιγραφές των σύγχρονων λαϊκών τάξεων. Δύο δεκαετίες αργότερα, ο Πλεχάνοφ προσπάθησε σκληρά να «εξηγήσει» το εγκωμιαστικό σχόλιο του Μαρξ ως ανεπαρκώς ενημερωμένο για αυτό το προφανώς λαϊκίστικο βιβλίο.
[15] Το βιβλίο που αναφέρθηκε είναι Η Ανάπτυξη του Καπιταλισμού στη Ρωσία και οι λαϊκιστές που επελέγησαν για τιμωρία σε αυτό ήταν ο Ντανιέλσον (ο οποίος υπέγραφε σαν Νικολάι-ον) και ο Βορόντσοφ (Β.Β.). Ο Λένιν, του οποίου ο θαυμασμός για τον Τσερνισέφσκι ήταν βαθύς, αλλά μετριαζόταν από τις τακτικές ανάγκες του αγώνα εναντίον του Σοσιαλεπαναστατικού Κόμματος (που διεκδικούσε την κληρονομιά του Τσερνισέφσκι), έδωσε την τελική λύση, ονομάζοντας τον Τσερνισέφσκι «επαναστάτη δημοκράτη», σημασιολογικά άσχετο με τον «λαϊκισμό». Τη θέση αυτή ακολούθησαν συχνά οι επίσημες Σοβιετικές εκδόσεις. Για περεταίρω συζήτηση, βλέπε Α. Walicki, The Controversyover Capitalism, Oxford, 1969, σελ. 16-22.
[16] Η λέξη volya σήμαινε στη Ρωσία του 19ου αιώνα τόσο τη «θέληση» όσο και την «ελευθερία».
[17] Για βιογραφικές λεπτομέρειες, βλ. Late Marx and the Russian Road, Marx and ‘the peripheries of capitalism’ σ. 172-8. Για μια σειρά σχετικών γραπτών, βλ. στο ίδιο Μέρος Τρίτο. Για μελέτες της Ρωσικής λαϊκίστικης παράδοσης που είναι διαθέσιμες στα αγγλικά, βλέπε ιδιαίτερα F. Venturi, Ρίζες της Επανάστασης, Λονδίνο, 1960, Ι. Berlin, RussianThinkers,, Harmondsworth, 1979, και Walicki, ο. π. Βλ. επίσης T. Dan, The Origins of Bolshevism, London, 1964, κεφ. 3, 6 και 7, και L. Haimson, Οι Ρώσοι μαρξιστές και οι αρχές του μπολσεβικισμού, Boston, 1966. Υπάρχει σημαντική ρωσική φιλολογία για το θέμα με πιο πρόσφατη την εξαίρετη μελέτη του V. Kharos, Ideinye techeniya narodnicheskogo tipa, Μόσχα, 1980. Αντίθετα με την άποψη που συχνά υποστηρίζεται, οι Ρώσοι λαϊκιστές δεν απέρριψαν την εκβιομηχάνιση αλλά ήθελαν να είναι κοινωνικά ελεγχόμενη και προσαρμοσμένη στις ανάγκες των περιφερειών, ιδέες που συχνά συμπίπτουν με κάποια από τα αιτήματα των πιο σύγχρονων «περιβαλλοντολόγων» και σοσιαλιστών. Βλέπε Walicki, ο. π., σελ. 114-16, και Kharos, o. π., σελ. 36-40, 220-5.
[18] Βλ. Late Marx and the Russian Road, Marx and ‘the peripheries of capitalism’, Τρίτο Μέρος, και κυρίως την ανάλυση του Kibalich, σ. 212-18.
* Σ.τ.Μ. Η γερμανική λέξη Weltanschauung (κοσμοθεωρία) απαρτίζεται από το Welt (κόσμος) και Ansschauung (θέα ή άποψη). Η γερμανική λέξη χρησιμοποιείται επίσης και στην αγγλική γλώσσα.
[19] Βλ. τις διαθήκες των μελών της λαϊκής Θέλησης στο Late Marx and the Russian Road, Marx and ‘the peripheries of capitalism’, σ. 239-40
[20] Statistika zemlevladeniya 1905, Αγία Πετρούπολη, 1907. Τα ποσοστά αναφέρονται στις πενήντα guberya(επαρχίες) της Ευρωπαϊκής Ρωσίας, δηλαδή εξαιρούνταν η Ρωσική Πολωνία και ο Καύκασος.
[21] Για περεταίρω πληροφορίες περί της Ρωσικής κοινότητας, βλ. G.T. Robinson, Rural Russia under the Old Regime, Νέα Υόρκη, 1979, Τ. Shanin, The Awkward Class, Οξφόρδη, 1972, και στα ρωσικά V. Aleksandrov, Sel’skaya obshchina v Rossii, Μόσχα, 1976, από τους L. και V. Danilov στο Obshchina v afrike: problemy typologii, Μόσχα, 1978.
[22] Π.χ. ήδη ο Χέρτσεν μιλούσε για την ανάγκη να ξεπεραστούν ταυτόχρονα «ο βρετανικός κανιβαλισμός», δηλαδή η ολική παράδοση στους κανόνες του καπιταλιστικού ανταγωνισμού και η ολική απορρόφηση του Ρώσου χωρικού από την κοινότητα του, να διατηρηθεί η προσωπική ανεξαρτησία του πρώτου και η κολεκτιβιστική élan (ορμή) της δεύτερης.
[23] Βλέπε Venturi, ο. π., κεφ 20 και 21, επίσης Dan, ο. π., κεφ. 6, 7 και 8. Για μια καλή αυτο-περιγραφή της ομάδας Μαύρη Αναδιανομή βλέπε Λ. Ντέουτς στο V. Nevskii, Istoriko-revolyutsionyi sbornik, Leningrad, 1924, τομ. 2, σελ. 280-350.
[24] Βλ. Late Marx and the Russian RoadMarx and ‘the peripheries of capitalism, Μέρος Β. Αυτή η γραμμή ανάλυσης αντικατοπτρίζεται μεταγενέστερα με ιδιαίτερη ένταση στις εργασίες των Ρώσων «νόμιμων μαρξιστών», π.χ. M. Tugan Baranovskii Russkaya fabrica, Αγία Πετρούπολη, 1901, τ. 1, κεφ. 4.
[25] Κεντρικά στην επιχειρηματολογία αυτή ήταν τα έργα και οι απόψεις του Μ. Τσιτσέριν που υιοθετήθηκαν στην εποχή του Μαρξ από τον Α. Βάγκνερ και στις επόμενες γενιές από τους Π. Μιλιούκοφ, K. Κοτσαρόφσκι κ.λπ., καθώς και από τους Γ. Πλεχάνοφ και I. Τσερνίσεφ στο μαρξιστικό στρατόπεδο. Αυτή η άποψη συχνά αναφέρεται ως «κρατική σχολή». Ένας εξίσου εντυπωσιακός κατάλογος μελετητών και πολιτικών θεωρητικών ήταν αντίθετοι, από τους οποίους ο N. Τσερνισέφσκι και ο I. Μπελγιάεφ ήταν οι σημαντικότεροι για τη γενιά του Μαρξ. Ο ίδιος ο Μαρξ μίλησε έντονα κατά του Τσιτσέριν (Marks i Engels, ο. π., τ. 33, σελ. 482). Για μια καλή ιστοριογραφία της αντιπαράθεσης βλ. Αλεξαντρόφ, ο. π., σελ. 3-46.
[26] Ο Μαρξ έγραψε αυτό το κομμάτι στη «Δεκάτη ογδόη Μπριμέρ του Λουδοβίκου Βοναπάρτη» (1852) που αναφερόταν στη Γαλλία αλλά το διέγραψε στην ανατύπωση του 1869. Οι ημερομηνίες είναι σημαντικές για τους λόγους που συζητούνται στο κείμενό μας.
[27] Μαρξ και Ένγκελς, Sochineniya (Γραπτά), ο. π., τ. 32, σελ. 158. Την ίδια εποχή, ο Μαρξ επιτέθηκε στην άποψη του Χέρτσεν το 1867 και μίλησε με απόλυτους όρους για τον συντηρητισμό της Γαλλικής αγροτιάς (π.χ. στις σημειώσεις του 1871 για την Παρισινή Κομμούνα, στο ίδιο, τ, 17, σ. 554-7).
[28] Μαρξ, Προ-Καπιταλιστικοί Οικονομικοί Σχηματισμοί, ο. π., σελ. 68.
[29] Βλ. Late Marx and the Russian Road, Marx and ‘the peripheries of capitalism’, Μέρος Β, για το πλήρες κείμενο.
[30] Marks – Istorikο. π., σ. 431.
[31] Βλ. Haruki Wada, Marx and Revolutionary Russia, που περιλαμβάνεται στο συλλογικό Late Marx and the Russian Road, Marx and ‘the peripheries of capitalism’, σ. 63.
[32] Βλ. Late Marx and the Russian Road, Marx and ‘the peripheries of capitalism’, σ.129. Το πόσο πολύ όλα αυτά εξακολουθούν να «πονάνε» μπορεί να διευκρινιστεί καλύτερα από μια σύντομη παρένθεση της P. Konyushaya, Karl Marx i revolyutsionnaya rossiya, Μόσχα, 1975, όπου μετά από ένα ποταμό ύβρεων εναντίον της πληθώρας των «παραχαρακτών του Μαρξ», δηλαδή όλους όσοι τον συζήτησαν έξω από τη Ρωσία, μας λέει ότι ο Πλεχάνοφ βασίζει το επιχείρημά του στη θέση που διατύπωσε ο Μαρξ στην επιστολή του προς το «Otechestvennye Zapiski» (σελ. 357). Ξεχνά να μας ενημερώσει πότε, πού και πώς.
[33] Νταβίντ Ριαζάνοφ, βλ. Late Marx and the Russian Road, Marx and ‘the peripheries of capitalism’, δεύτερο μέρος. Για τα σύγχρονα Δυτικά αντίστοιχα αυτής της άποψης βλ. Μαρξ και Ένγκελς, Η Ρωσική Απειλή για την Ευρώπη, ο. π., σελ. 266, και στα αριστερά, J. Elster στο Κ. Marx, Verker i Utlag, Oslo, 1970, σελ. 46.
[34] Βλ. Late Marx and the Russian Road, Marx and ‘the peripheries of capitalism’, σ. 130.
[35] Ο Πλεχάνοφ στην ομιλία του στο τέταρτο συνέδριο του Ρωσικού Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος το 1906 το δήλωσε ρητά. Από την άλλη πλευρά, το 1905 έγιναν επίσης και οι εκκλήσεις των Μπολσεβίκων του Σαράτοφ και του Νικοντίμ (Α. Σεστάκοφ, επικεφαλής του αγροτικού τμήματος της επιτροπής των Μπολσεβίκων της Μόσχας) κατά του νέου αγροτικού προγράμματος του Λένιν, που το αντιμετώπισαν ως «συνθηκολόγηση» με τον λαϊκίστικο μικροαστισμό.
[36] Επιστολές της 2ας και 30ης Νοεμβρίου 1876, Rubel and Monale, ο. π., σελ. 229-31.
[37] Στο ίδιο, σελ. 254. Για περεταίρω ανάλυση βλ. το έγγραφο του K. Mohri στο Monthly Review, 1979, τ. 30, ν. 11.
[38] Από την ομιλία του 1847 για την ανεξαρτησία της Πολωνίας, Μαρξ και Ένγκελς, Sochineniya (Γραπτά), ο. π., τ. 4, σελ. 273.
[39] Στο ίδιο, τ. 19, σ. 28.
[40] Η παραπομπή προέρχεται από την επιστολή του Μαρξ της 21ης Μαρτίου 1881 στην κόρη του, στο ίδιο, τ. 35, σελ. 145-8.
[41] Για την έντονη κριτική του Μαρξ σχετικά με τα «βαρετά δόγματα» της Μαύρης Αναδιάρθρωσης, βλ. την επιστολή του προς τον Σορτζ της 5ης Οκτωβρίου 1880, στο ίδιο, τ. 34, σελ. 380. Ο τρόπος με τον οποίο ο Μαρξ (και στα 1880, και ο Ένγκελς) εκφράζουν τη στάση τους απέναντι στη Λαϊκή Θέληση προς τις άλλες επαφές τους είναι ενδιαφέρων. Στο ίδιο γράμμα του Μαρξ, που μίλησε με θαυμασμό για τις ανθρώπινες ιδιότητες των μελών της Λαϊκής Θέλησης (11 Απριλίου 1881), χαρακτήρισε τον Κάουτσκι ως «μετριότητα, όχι πολύ ικανό, σίγουρο για τον εαυτό του, “ξερόλα”… ομολογουμένως εργάζεται σκληρά, ξοδεύει πολύ χρόνο σε στατιστικές χωρίς να σημειώνει πρόοδο, φυσικά ανήκει στη φάρα των “φιλισταίων”, ενώ, από τη άλλη πλευρά, χωρίς αμφιβολία, είναι ένας αξιοπρεπής σύντροφος». Στις 23 Απριλίου 1885, ο Ένγκελς απάντησε στο αίτημα της Βέρα Ζασούλιτς να εκφράσει τις απόψεις του για το βιβλίο του Πλεχάνοφ που δηλώνει τη μαρξιστική του πίστη εναντίον των Ρώσων λαϊκιστών (Nashi raznoglasiya), αρνούμενος να κάνει κριτική: «Οι φίλοι μου της Λαϊκής Θέλησης, δεν μου είπαν για αυτά τα θέματα» και μετά προχώρησε στην υπεράσπιση της πίστης της Λαϊκής Θέλησης για τις πιθανότητες μιας άμεσης ρωσικής επανάστασης.
[42] W. Weitraub, «Ο Μαρξ και οι Ρώσοι επαναστάτες», Cambridge Journal1949, τ. 3, σ. 501.
[43] Η Τρίτη Θέση του Φόιερμπαχ, Μαρξ και Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, τ. 1, σ. 13.
[44] Μαρξ, Προ-καπιταλιστικοί Οικονομικοί Σχηματισμοί, ο. π. (Εισαγωγή), σ. 53. Για μια ενδιαφέρουσα ανάλυση των φιλοσοφικών διαφορών μεταξύ του Μαρξ και των άμεσων ερμηνευτών του, Ένγκελς, Κάουτσκι, Πλεχάνοφ και Μπερνστάιν κ.λπ., βλ. Λ. Κολέτι, την εισαγωγή στο Κ. Μαρξ, Πρώιμα Γραπτά, Harmondsworth, 1975, σελ. 14. Βλ. Επίσης Λ. Κολακόφσκι, Κύρια ρεύματα του Μαρξισμού, Οξφόρδη, 1981, τομ. 1.
[45] Marks i Engels, ο. π., σελ. 272 (το απόσπασμα που υιοθετήθηκε από τον Μάουερ). Για τις απόψεις του Ένγκελς βλέπε το άρθρο του « Marka», που γράφτηκε το 1882, Μαρξ και Ένγκελς, Sochineniya (Γραπτά), ο. π., τ. 19, σελ. 335-7.
[46] Βλ. Late Marx and the Russian Road, Marx and ‘the peripheries of capitalism’, σ. 108
[47] Στο ίδιοσ. 334 (παράθεση από τον Μόργκαν).
[48] Φ. Ένγκελς, Αντι-Ντίρινγκ, Λονδίνο 1943, σ. 203.
[49] Μαρξ και Ένγκελς, Sochineniya (Γραπτά),ο. π., τ. 21-2 (δημοσιεύσεις) και 36-9 (αλληλογραφία). Οφείλουμε εδώ ευχαριστίες στον καθηγητή M. Mchedlov του Ινστιτούτου Μαρξ-Ένγκελς-Λένιν στη Μόσχα για την επαλήθευση του σημείου αυτού. Έχει επισημάνει ότι, από την άλλη πλευρά, ο Ένγκελς δεν αφαίρεσε τον όρο αυτό από τις νέες εκδόσεις του Αντι-Ντίρινγκ το 1886 και το 1894, ένα σημαντικό σημείο ανοιχτό, ωστόσο, σε ποίκιλες ερμηνείες.
Η εξήγηση που πρόσφερε ο Χομπσμπάουμ (Μαρξ, Προ-καπιταλιστικοί Οικονομικοί Σχηματισμοί, ο. π., σ. 51) και μερικοί σοβιετικοί μελετητές ότι το «Ασιατικό Μοντέλο» απλώς υποκαταστάθηκε σε αυτό το στάδιο από την ευρύτερη έννοια του Αρχαϊκού Σχηματισμού δεν είναι επαρκής, δηλ. δεν εξηγεί την σχέση μεταξύ της εξαφάνισης της έννοιας του Ανατολικού Δεσποτισμού από το έργο του Ένγκελς και την ημερομηνία του θανάτου του Μαρξ.
[50] Αναφέρεται από τους Μαρξ-Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, ο. π., τ. 2, σ. 388. Για βιογραφικές λεπτομέρειες, βλ. παρακάτω, σελ. 177.
[51] Στο ίδιο, σ. 387-8, 390, 395.
[52] Στο ίδιο, σ. 403-4.
[53] Στο ίδιο, σ. 395-412.
[54] Στη δεκαετία του 1890, ο Πλεχάνοφ μετακινήθηκε σε μια κάθετη «αντι-αγροτική» θέση, ως μέρος της αυξανόμενης πολεμικής του κατά των λαϊκιστών. Άσκησε αδιάκοπη πίεση, ανάμειξε κολακεία και γαλιφιά, για να στρατολογήσει το κύρος του Ένγκελς στους καυγάδες εντός της ρωσικής αριστεράς, για τις οποίες βλ. Perepiska, Marksa i Engel’sa (Αλληλογραφία, Μαρξ και Ένγκελς), Μόσχα, 1951, σελ. 324-46. Ο Ένγκελς είχε γενικά απορρίψει τις πιέσεις αυτές και είχε δείξει για αρκετό καιρό σημαντική υποψία για τον Πλεχάνοφ (Walicki, ο. π., σ. 181-3), αλλά παρ’ όλα αυτά, χωρίς αμφιβολία, επηρεάστηκε, και ακόμα περισσότερο αφού τα ρωσικά του είχαν «σκουριάσει» από τα τέλη της δεκαετίας του 1880, και με δική του παραδοχή, είχε σταματήσει να διαβάζει πηγές σε αυτή τη γλώσσα.
[55] Επιστολή του Ένγκελς του 1892 στον Ντάνιελσον στην Perepiska (Αλληλογραφία), ο. π., σελ. 126.
[56] Μαρξ και Ένγκελς, Διαλεχτά Έργα, ο. π., τ. 3, σ. 460 και 469.
[57] Για λεπτομέρειες βλ. Μαρξ, Προ-καπιταλιστικοί Οικονομικοί Σχηματισμοί, ο. π. (Εισαγωγή), σ. 60-2.
[58] Καρλ Μαρξ, Πρώιμα Γραπτά, Λονδίνο, 1963.
[59] Λ. Αλτουσέρ και Ε. Μπαλιμπάρ, Διαβάζοντας το Κεφάλαιο, Λονδίνο, 1975. Για μια βρετανική εκδοχή του ίδιου θέματος, βλ. Μ. Χίντες και Π. Χιρστ, Προ-καπιταλιστικοί Τρόποι Παραγωγής, Λονδίνο, 1975. Το επόμενο βήμα ήρθε όταν ο Αλτουσέρ ανακάλυψε Χεγκελιανά ίχνη στο ίδιο το Κεφάλαιο και ως εκ τούτου επαναπροσδιόρισε την πλήρη «ωριμότητα» του Μαρξ στην «Κριτική του Προγράμματος της Γκότα», δηλ. το 1875 (όταν ο Μαρξ ήταν ηλικίας 57 ετών). Λ. Αλτουσέρ, Λένιν και Φιλοσοφία, Νέα Υόρκη, 1971, σελ. 93-4.
[60] «Ο ανθρωπισμός είναι το χαρακτηριστικό γνώρισμα της ιδεολογικής προβληματικής (το οποίο επιβιώνει παράλληλα με την επιστήμη). Η επιστήμη… όπως εκτίθεται στο καλύτερο έργο του Μαρξ, υποδηλώνει έναν θεωρητικό αντι-ανθρωπισμό». Αλτουσέρ και Μπαλιμπάρ, Διαβάζοντας το Κεφάλαιο, ο. π., σ. 312 (το γλωσσάριο της μετάφρασης εξουσιοδοτήθηκε από τον συγγραφέα).
[61] Νικοφόροφ, ο. π., σ. 113-35.
[62] Στο ίδιο, σ. 145, 149. Βλέπε επίσης, για λεπτομέρειες, Γκέλνερ, ο. π., από την οποία δανείστηκε με ευγνωμοσύνη ο όρος «ημερομηνία της ενσάρκωσης».
[63] Βλ. Late Marx and the Russian Road, Marx and ‘the peripheries of capitalism’, σ. 103. Φαίνεται ότι η μόνη λογική ερμηνεία των στοιχείων είναι πράγματι εκείνη του Χομπσμπάουμ: «Δεν υπάρχει –τουλάχιστον από την πλευρά του Μαρξ– καμία τάση να εγκαταλείψει τον “Ασιατικό τρόπο”… και σίγουρα μια σκόπιμη άρνηση να την επαναταξινομήσει ως φεουδαρχική». Μαρξ, Προ-καπιταλιστικοί Οικονομικοί Σχηματισμοί, ο. π., σ. 58 (Εισαγωγή).
[64] Μαρξ, Προ-καπιταλιστικοί Οικονομικοί Σχηματισμοί, ο. π., σ. 32 και 36-37 (Εισαγωγή).
[65] Μαρξ, Προ-καπιταλιστικοί Οικονομικοί Σχηματισμοί, ο. π. (Εισαγωγή), σ. 16.
[66] Το απόσπασμα προέρχεται από τα λόγια του ίδιου του Μαρξ σε υπεράσπιση του εαυτού του ενάντια σε μια μονογραμμική ερμηνεία των γραπτών του, «Επιστολή στο Otechestvennye Zapiski» (1877-8). Βλ. Late Marx and the Russian Road, Marx and ‘the peripheries of capitalism’, Μέρος Β.
[67] Φ. Μέρινγκ, Καρλ Μαρξ: Η Ιστορία της Ζωής του, Λονδίνο, 1936 (πρώτη έκδοση 1918), σ. 501, 526. Για παράδειγμα πρόσφατης επανάληψης αυτής της άποψης, βλ. το κεφάλαιο 8 του Ντ. Μακλίλαν, Καρλ Μαρξ: Η Ζωή και η Σκέψη του, Λονδίνο, 1977, από την οποία μια νέα γενιά αγγλοσαξόνων σπουδαστών μαθαίνει για τον Μαρξ.

Μετάφραση: Σωτήρης Παπαδημητρίου


Σε χρειαζόμαστε

Το ThePressProject είναι το μοναδικό μέσο ανεξάρτητης, ερευνητικής και αποκαλυπτικής δημοσιογραφίας που στηρίζεται αποκλειστικά στις μικρο-δωρεές των επισκεπτών του. Πιστεύουμε ότι η πληροφορία πρέπει να είναι διαθέσιμη σε όλους και για αυτό δεν κλειδώνουμε κανένα κομμάτι της ύλης αλλά για να παραχθεί το πρωτογενές υλικό που θα βρείτε εδώ χρειαζόμαστε την υποστήριξή σου. Αν δεν πληρώσουμε εμείς για την ενημέρωσή μας, θα την πληρώσει κάποιος άλλος (και αν δεν είσαι ο Μαρινάκης μάλλον δεν έχεις τα ίδια συμφέροντα). Μάθε πώς
- Κάνε κλικ για να σχολιάσεις