Τα βουλεβάρτα και τα οδοφράγματα αποτελούν δύο αντιθετικής φύσης αρχιτεκτονήματα. Τα πρώτα σηματοδοτούν την ανεξέλεγκτη και απρόσωπη αστική ανάπτυξη πάνω στον δημόσιο χώρο, ενώ τα δεύτερα τον καθοριστικό της φραγμό και την επανοικειοποίηση του δημόσιου χώρου από τον λαό. Αν και τα οδοφράγματα αποτελούν γνωστή επαναστατική τεχνική που επιβιώνει ως τις μέρες μας, δεν είχαν πάντα τον συγκυριακό χαρακτήρα που έχουν σήμερα. Σε ορισμένες ιστορικές περιόδους, αποτελούσαν μακροχρόνιο τμήμα της καθημερινότητας ορισμένων κατοίκων.

Τα οδοφράγματα έκλειναν ολόκληρους δρόμους, αποκόβοντας κάποιες περιοχές από την κυκλοφοριακή ροή, δημιουργώντας γκέτο ή στρατόπεδα μέσα στις καρδιές των πόλεων, αφήνοντας μια μόνιμη μυρωδιά μπαρουτιού και σάπιου ξύλου να βαραίνουν την ατμόσφαιρα. Και μόνο η παρουσία της υποδήλωνε μια πράξη αντίστασης, ότι ανά πάσα στιγμή μπορεί να ξεσπάσει η σπίθα της εξέγερσης και να παραδώσει στις φλόγες όλη την πόλη.

Για τον αρχιτέκτονα Carl Douglas, αυτός υπήρξε και ο βασικός λόγος της επικράτησης των μεγάλων βουλεβάρτων στο αστικό τοπίο σχεδόν σε όλες τις πόλεις του δυτικού κόσμου από τα μέσα του 19ου αιώνα και έπειτα. Τα βουλεβάρτα σηματοδοτούν την έναρξη μιας άλλης εποχής, όπου οι αστικές γειτονιές χάνουν την παραδοσιακή φυσιογνωμία και μορφολογία τους, οι κοινωνικές σχέσεις αλλάζουν οριστικά και μαζί τους αλλάζει και η αντίληψη για την έννοια του ιδιωτικού και του δημόσιου χώρου.

Έτσι, με μια ματιά στα σύγχρονα αστικά τοπία, μπορεί να γίνει σαφές ότι η αρχιτεκτονική δεν αντικατοπτρίζει απλώς τις κοινωνικές σχέσεις, αλλά ενεργεί δραστικά ώστε να τις παράγει. Και ένα από τα καθήκοντα της κυρίαρχης τάξης να τσακίσει κάθε επαναστατική έκφραση που θα μπορούσε να υποκινηθεί και από τον δημόσιο χώρο.

 

Παραγωγή, αναπαραγωγή και αναπαράσταση του κοινωνικού χώρου

Ούτως ή άλλως, ο χώρος, αν και αφηρημένη έννοια, αποτελεί μια ενεργή δύναμη η οποία δύναται να τροποποιηθεί και να δομηθεί με απτά χαρακτηριστικά, μέσω των φυσικών και ανθρωπογενών παρεμβάσεων. Η δυναμικότητα του χώρου, η δυνατότητα τόσο να κατασκευάζεται όσο και να κατασκευάζει εντείνεται με την καθοριστική συμπλοκή της ανθρώπινης δραστηριότητας. Υπό αυτό το πρίσμα, η οργάνωση του χώρου είναι μια έκφραση της ανθρώπινης συμπεριφοράς, όχι η παθητική αντανάκλαση των φυσικών νόμων. Επομένως, ο χώρος γίνεται αντιληπτός ως το αποτέλεσμα των δραστικών πρακτικών και των επιλογών των δρώντων υποκειμένων που τον διαχειρίζονται και τον βιώνουν, κάτι που συναποτελεί στην αντιμετώπιση του ανθρώπινου τοπίου ως πολιτισμικό φαινόμενο.

Για τον Γάλλο φιλόσοφο και κοινωνιολόγο Henri Lefevbre, ο χώρος δεν αποτελεί το άδειο δοχείο που περιβάλλει την ανθρώπινη συμπεριφορά, αλλά ορίζει ουσιαστικά το εύρος και την ποιότητα των ανθρώπινων σχέσεων, τόσο μεταξύ τους όσο και με τον ίδιο τον χώρο. Στο έργο του, «Η παραγωγή του κοινωνικού χώρου», που εκδόθηκε το 1974, περιγράφει πώς η παραγωγή κοινωνικών σχέσεων σημαίνει την a priori παραγωγή ενός χώρου για αυτές τις σχέσεις, μέσω κοινωνικών πρακτικών και αναπαραστάσεων. Υποστηρίζει ότι ο ίδιος ο χώρος είναι ένα κοινωνικό προϊόν (βασισμένο στην αξία και την κοινωνική παραγωγή νοημάτων) που επηρεάζει με τη σειρά του τις κοινωνικές πρακτικές και τις αντιλήψεις των ανθρώπων.

Ο Lefebvre αντιλαμβάνεται έναν χώρο από τρεις οπτικές γωνίες: τη φυσική, την πνευματική και την κοινωνική. Ο φυσικός χώρος -αφηρημένος στο σύνολό του- κατασκευάζεται, εν πολλοίς, από διάφορους δραστικούς παράγοντες, κυρίως όμως, από τους έχοντες την εξουσία. Ο φυσικός χώρος παλαιότερα πλάθονταν από τους βασιλιάδες, τους άρχοντες και τους μηχανικούς της αυλής. Στη σύγχρονη εποχή, κατασκευάζεται από το κράτος, τους εργολάβους και τους μηχανικούς του κράτους ή του ιδιωτικού τομέα.

Αντίστοιχα, οι αναπαραστάσεις του χώρου αφορούν την ανάλυση του λόγου του κοινωνικού χώρου, ανεξάρτητα εάν ένας χώρος είναι υπαρκτός ή όχι, υπό κατασκευή ή υπό κατάρρευση, και λαμβάνουν χώρα στη δημόσια σφαίρα ανεξάρτητα από την πραγματική παρουσία του. Η αναπαράσταση του κοινωνικού χώρου αποτελεί το σύνολο όλων των συλλογισμών που αναδύονται αναφορικά με έναν χώρο, όλες τις προθέσεις και τα πεδία του πολιτικού ανταγωνισμού που προσπαθούν να ηγεμονεύσουν το ένα στο άλλο. Έτσι, ο κοινωνικός χώρος είναι, φύσει και θέσει, ένα πολιτικό διακύβευμα, που παράγεται και αναπαράγεται από τις ανταγωνιστικές δυνάμεις που τον διεκδικούν την εκάστοτε χρονική συγκυρία.

Από τη στιγμή που καμία πρακτική κατασκευής και ανακατασκευής ενός χώρου δεν λαμβάνει χώρα εν κενώ, η τακτική της «εξυγίανσης» του αστικού τοπίου, εκτός του ότι είναι πολιτικά φορτισμένη, σηματοδοτεί και την ηγεμονία μιας συγκεκριμένης πολιτικής θέσης έναντι μιας άλλης, την οποία και προσπαθεί να κατατροπώσει μέχρι τη Λήθη. Ειδικά, σε τόπους όπου έχουν γίνει επαναστάσεις ή εξεγέρσεις, αυτή η τακτική έρχεται για να τις ισοπεδώσει στη συλλογική Μνήμη, να λειτουργήσει ως διαρκής υπενθύμιση της ήττας έναντι της πολιτικής κυριαρχίας της αστικής τάξης.

Τα βουλεβάρτα όχι μόνο κατέστρεψαν παλιούς μικρούς δρόμους και έκοψαν στη μέση γειτονιές, κάνοντας και πρακτικά αδύνατη την ανύψωση οδοφραγμάτων, αλλά και η ίδια η μεγαλειώδης αισθητική τους λειτουργεί ως άμεσος δείκτης αυτής της αστικής κυριαρχίας. Ο δημόσιος χώρος μεταποιείται όχι κατά το πως εξυπηρετεί τον λαό, τους κατοίκους που τον βιώνουν με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, αλλά ως εξυπηρετεί την κυρίαρχη τάξη, τόσο πολιτικά όσο και πρακτικά.

 

Το Παρίσι εν καιρώ ειρήνης

Το Παρίσι από την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης ήταν ένα καζάνι που έβραζε. Τα οδοφράγματα που χτίστηκαν στους δρόμους του Παρισιού στα επαναστατικά χρόνια που ακολούθησαν το 1789 και έκλεισαν με την καταστολή της Παρισινής Κομμούνας το 1871, δεν ήταν τα μοναδικά ούτε στη Γαλλία, ούτε και στην Ευρώπη. Η μακροβιότητά τους, όμως, σε συνδυασμό με τον εντεταλμένο κρατικό σχεδιασμό που ενορχηστρώθηκε για την καταστροφή τους, τα μετατρέπει σε ιστορικά αντικείμενα προσφιλή για μελέτη.

Στην αρχή, τα Παριζιάνικα οδοφράγματα ήταν προσωρινά εμπόδια ή μικροί τοίχοι που υψώνονταν στους δρόμους. Ήταν συμπαγείς μάζες κατασκευασμένες από ανώνυμες ομάδες εξεγερμένων που χρησιμοποιούσαν οποιοδήποτε υλικό υπήρχε προς διαθεσιμότητα, όπως καρότσες, έπιπλα, βαρέλια, και βέβαια, πέτρες από θρυμματισμένα λιθόστρωτα. Κατά τη διάρκεια της Ιουλιανής Επανάστασης του 1830 υπήρχαν πάνω από 4.000 οδοφράγματα, ενώ στην Επανάσταση του 1848 ο αριθμός τους είχε ανέβει στα 6.000! Η τελευταία φορά που χρησιμοποιήθηκαν οδοφράγματα στους δρόμους του Παρισιού με σημαίνοντα τρόπο ήταν κατά τη διάρκεια της Παρισινής Κομμούνας του 1871, όταν η σοσιαλιστική κυβέρνηση της πόλης δήλωσε ότι ήταν ανεξάρτητη από το Παλάτι των Βερσαλλιών.

 

Μεταξύ 1795 και 1871, όταν τα οδοφράγματα ήταν μια κοινή επαναστατική τακτική, η Γαλλία εναλλάσσονταν μεταξύ επαναστατικών κυβερνήσεων και περιόδων συγκεντρωτικής αυτοκρατορικής κυριαρχίας. Τις περιόδους που η μοναρχία αποκαθίστατο, ο δημόσιος χώρος του Παρισιού άλλαζε ριζικά, σε μια προσπάθεια καταστολής της επαναστατικής σπίθας.

Η περίφημη αστική αναδιάρθρωση του Παρισιού από τον αρχιτέκτονα George-Eugène Haussmann, που συνέβη κατά τη διάρκεια μιας από τις τελευταίες περιόδους – της Δεύτερης Αυτοκρατορίας του Λουδοβίκου Ναπολέοντα (1852-1871) – ήταν, εν μέρει, μια ρητή απάντηση στην απειλή των οδοφραγμάτων. Ο Haussmann έκοψε φαρδιές νέες λεωφόρους μέσα από την υφή της παλιάς πόλης του Παρισιού, αγοράζοντας και κατεδαφίζοντας οτιδήποτε θεωρούσε ως εμπόδιο, στήνοντας άξονες και μνημεία και καθαρίζοντας τον χώρο γύρω από μνημειώδη κτίρια όπως η Παναγία των Παρισίων και το Μέγαρο του Λούβρου.

 

Κόβοντας το σώμα της πόλης με τις λεωφόρους του και προωθώντας την ανεμπόδιστη κυκλοφορία, ο Haussmann ήλπιζε όχι μόνο να αμβλύνει τις κοινωνικές πιέσεις που προκάλεσαν αναταραχή, αλλά και να καταστήσει αδύνατη την κατασκευή και την υπεράσπιση των οδοφραγμάτων.

Ο Γερμανός φιλόσοφος και κοινωνιολόγος Walter Benjamin αναγνώρισε στην ανακατασκευή του Παρισιού την προσπάθεια καταστολής της επαναστατικής διαδικασίας, και ονόμασε αυτή την πρακτική ως “Haussmannization”. «Στο Παρίσι του Haussmann», λέει ο Benjamin, οι αστοί των λεωφόρων αντιτίθεται στον άτοπο εργάτη, που δεν ανήκει πραγματικά στην πόλη. Η αναδιαμόρφωση των υλικών και των χώρων της πόλης επαναδιαμορφώνει και τις κοινωνικές σχέσεις».
Αντίστοιχα, ο Benjamin υποστηρίζει ότι ο νόμος και η τάξη δεν μπορούν να αντιταχθούν στη βία. Αντίθετα, πρέπει να θεωρούνται οι ίδιοι ως ουσιαστικά βίαιοι. Η νομοθέτηση είναι δημιουργία εξουσίας και, σε αυτόν τον βαθμό, μια άμεση εκδήλωση βίας, και η επιβολή των νόμων είναι πολύ πιθανό να πυροδοτήσει νέους κύκλους της βίας. Στη σκέψη του Benjamin, είναι ψευδής η αντίθεση που δημιουργήθηκε από τον Hausmann ανάμεσα στα «καταστροφικά, βίαια οδοφραγμάτα» και «στα νόμιμο, οικοδομήσιμο χώρο του Παρισιού». Μάλιστα, σημειώνει ότι ο Haussmann αποκαλούσε τον εαυτό του ως «καλλιτέχνη-κατεδαφιστή».

Έτσι, η επιβολή των βουλεβάρτων είναι και αυτή με τη σειρά της μια μορφή βίας που κατασπαράζει την καρδιά των πόλεων κατά το δοκούν ορισμένων, οι οποίοι ευαγγελίζονται ότι απαντούν με αναπτυξιακή πρόοδο στη βία. Και, φυσικά, οποιαδήποτε προσπάθεια εξυγίανσης του αστικού τοπίου επιβάλλεται στους ανθρώπους χωρίς τη δική τους ενσωμάτωση, χωρίς τη δική τους συναίνεση, αποτελεί μια βίαιη κρατική πρακτική, μια μορφή συνειδησιακής καταστολής και εξαναγκαστικής φυσικοποιήσης επιλογών που δεν είναι δικές τους.

Η καταστροφή της συλλογικής Μνήμης: Γιατί τόση βία στα Εξάρχεια;

Με το παράδειγμα του Παρισιού, παρουσιάστηκε ο τρόπος με τον οποίο ο κρατικός μηχανισμός αναδιαμορφώνει το πολιτισμικό τοπίο έτσι ώστε να καταπνίξει την οποιαδήποτε επαναστατική σπίθα μπορεί να πυροδοτηθεί. Οδοφράγματα κατασκευάστηκαν και σε άλλες πόλεις, όπως η Βαρκελώνη και το Βερολίνο, αλλά ποτέ σε τέτοιο βαθμό και σε τέτοια πολιτικά χαρακτηριστικά όσο του Παρισιού.

Το παράδειγμα των λεωφόρων, βέβαια, δεν αποτελεί αποκλειστικότητα για τον τρόπο που η αστική εξυγίανση καταστρέφει το πολιτισμικό τοπίο με αποφασιστικό τρόπο. Από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και έπειτα, η πρόφαση του «εκμοντερνισμού» στην αστική αρχιτεκτονική έχει επιφέρει ριζικές αλλαγές, με βίαιες επιβολές σε όλες τις πολεοδομικές βαθμίδες, και τις περισσότερες φορές με πολιτικές σκοπιμότητες. Στην Ελλάδα για παράδειγμα, η συστηματική καταστροφή των οθωμανικών κτιρίων, και αργότερα, των Εβραϊκών γειτονιών, ήταν χαρακτηριστική στην προσπάθεια μετατροπής της πρόσφατης ιστορικής Μνήμης.

Ακόμα και σήμερα υπάρχουν ορισμένοι χώροι μέσα στον αστικό ιστό, οι οποίοι εκτός από την εγγενή κοινωνικότητά τους, νοηματοδοτούνται και με την έννοια του συμβολισμού. Ο χώρος των Εξαρχείων είναι ένας τέτοιος χώρος, μια «ετεροτοπία», θα μπορούσε να πει κανείς, στην καρδιά της πόλης των Αθηνών. Όχι διότι τα πράγματα συμβαίνουν διαφορετικά στα Εξάρχεια, ή οι κάτοικοι δρουν με διαφορετική κοινωνική συμπεριφορά από ότι ο υπόλοιπος κόσμος. Είναι ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται και διαμεσολαβείται αυτή η κοινωνική συμπεριφορά των ανθρώπων που επιλέγουν να κοινωνικοποιηθούν στον συγκεκριμένο χώρο, οι διαφορετικές σχέσεις που αναπτύσσονται αναφορικά με τον δημόσιο χώρο, που έχουν δημιουργήσει τη διαχρονική συμβολικότητα των Εξαρχείων.

Και μάλιστα, η περιοχή των Εξαρχείων έχει γνωρίσει, ιστορικά, πολλά οδοφράγματα, και τα αξιοποιεί μέχρι τις ημέρες μας, εφόσον χρειαστεί. Δεν είναι τυχαίο που η κυρίαρχη πολιτική προσπαθεί να ηγεμονεύσει πάνω στην πολιτική νοηματοδότηση που έχουν λάβει τα Εξάρχεια τις τελευταίες δεκαετίες. Με πόσο μένος έχουν πέσει επάνω σε αυτή τη μικρή περιοχή, τη χτυπάνε αλύπητα, αυτή και τους κατοίκους της, με την ταυτόχρονη επίκληση στο γράμμα του Νόμου, το οποίο, όπως έλεγε και ο Benjamin, έχει καταλήξει ακόμα πιο βίαιο από τη βία που υποτίθεται ότι θέλει να περιορίσει.

Τέτοιου είδους πρακτικές, είναι δεδομένο ότι θέλουν να χτυπήσουν τη συλλογική συνείδηση των ανθρώπων, να εντείνουν το κρατικό μονοπώλιο της βίας. Καθώς μέσα στο πλαίσιο του νεοφιλελευθερισμού τόσο το φυσικό περιβάλλον, όσο και ο κοινωνικός κόσμος αντικειμενικοποιούνται αυτό φέρει ως αποτέλεσμα να επικρατεί η άποψη ότι η ανθρώπινη βούληση γίνεται αδρανής και δεν μπορεί να επιφέρει καμία αλλαγή στον κόσμο, όπως δεν μπορεί να φέρει καμία αλλαγή στα φυσικά φαινόμενα. Η ματαίωση ενός αγώνα μετατρέπεται, σταδιακά, στη ματαίωση κάθε αγώνα, και ακριβώς αυτό είναι που η κυρίαρχη πολιτική θέλει να επιτύχει στη λαϊκή συνείδηση, να την αποσπάσει και να τη θρυμματοποιήσει. Να την αποσπάσει από τον ίδιο τον κοινωνικό χώρο που αλληλοεπιδρά, την παράγει και αναπαράγεται, και τη θρυματτοποιήσει αφαιρώντας το ουσιαστικό πολιτικό νόημά της.

Δεν είναι η πρώτη φορά που η αστική τάξη προκαλεί τέτοια ψευτοδιλήμματα: Βαριοπούλες ή βιβλιοθήκες, Εκπαίδευση ή Ανομία, Ανάπτυξη ή Μιζέρια κ.λ.π, που δεν σημαίνουν απολύτως τίποτα έξω από τα οβάλ γραφεία που λέγονται και τους δημοσιογράφους που τα αναπαράγουν απνευστί. Οι πόλεις μας είναι, εν πολλοίς, και οι αντανακλάσεις αυτών των πολιτικών, η ψυχρή αποξένωση των ανθρώπων που νιώθουν τον χώρο τους ολοένα και πιο αφιλόξενο, ολοένα και πιο απομονωμένο. Που νιώθουν ότι διώχνονται από τα σπίτια τους, και όντως διώχνονται από αυτά, μέρα με τη μέρα.

Και έτσι, μια συμβολικά νοηματοδοτημένη γειτονιά, μια Μονμάρτη ή ένα Γκρίνουιτς Βίλατζ των Αθηνών χτυπιέται άλλη μια φορά μέχρι να σταματήσει να υπάρχει.

Ενδεικτική βιβλιογραφία:

Walter Benjamin, Paris, Capital of the Nineteenth Century.

Henri Lefevbre, Δικαίωμα στην Πόλη. Χώρος και Πολιτική.

Henri Lefevbre, The Production of Social Space.

Carl Douglas, Barricades and Boulevards, Material transformations of Paris, 1795-1871.

Yannis Stavrakakis, The radical act: Towards a spatial critique.