Με σχεδόν το 99% των ψήφων καταμετρημένο, ο 45χρονος γιος του πρώην προέδρου της άκρας δεξιάς, Ζαΐρ Μπολσονάρου, συγκέντρωνε λίγο πάνω από 47%, έναντι σχεδόν 45% του 80χρονου Λουίς Ινάσιου Λούλα ντα Σίλβα. Η διαφορά στένεψε αισθητά όσο προχωρούσε η καταμέτρηση, καθώς αρχικά ο υποψήφιος της δεξιάς φαινόταν να έχει σαφές προβάδισμα.

Ο Φλάβιο Μπολσονάρου δήλωσε «πολύ ικανοποιημένος» και εξέφρασε τη βεβαιότητά του για την τελική επικράτηση: «Είμαι πολύ ευτυχής για την ιδέα ότι η Βραζιλία θα μπορέσει να δώσει σε τρεις εβδομάδες την οριστική απάντησή της». Από την πλευρά του, ο Λούλα δήλωσε ότι το αποτέλεσμα ήταν «απροσδόκητο», εμφανίστηκε όμως βέβαιος: «Το ματς τώρα αρχίζει. Είμαστε στην παράταση και σ’ αυτήν θα πείσουμε τον βραζιλιάνικο λαό».

Ο Φλάβιο Μπολσονάρου υπόσχεται σιδηρά πυγμή κατά του εγκλήματος, πολιτικές λιτότητας και την απελευθέρωση του πατέρα του. Ο Λούλα επιδιώκει να προστατεύσει τις κατακτήσεις της θητείας του για τα ασθενέστερα στρώματα.

Έρευνα για πιθανή αμερικανική παρέμβαση στις εκλογές

Οι δημοσκοπήσεις των τελευταίων ημερών, που έδιναν στον Λούλα μικρό προβάδισμα, διαψεύστηκαν — όπως και το 2018, υποτίμησαν την εκλογική δύναμη της ακροδεξιάς.

Η επιρροή Τραμπ έγινε αισθητή στην εκστρατεία, ιδίως μετά την επιβολή δασμών και κυρώσεων στη Βραζιλία, στον απόηχο της δίκης του Ζαΐρ Μπολσονάρου, ο οποίος εκτίει κατ’ οίκον ποινή 27 ετών για απόπειρα πραξικοπήματος. Ο Λούλα είχε καλέσει τον Ντόναλντ Τραμπ να μην «αναμιχθεί» στις βραζιλιάνικες εκλογές, ενώ ο Αμερικανός πρόεδρος δήλωσε ότι παρακολουθεί «πολύ στενά» την αναμέτρηση.

Η Ομοσπονδιακή Αστυνομία της Βραζιλίας διερευνά πιθανή εξωτερική παρέμβαση των ΗΠΑ στις εκλογές, μετά από καταγγελία της Νομικής Υπηρεσίας του κράτους, όπως ανακοίνωσε ο γενικός διευθυντής της υπηρεσίας, Αντρέι Ροντρίγκες.

«Πρόκειται για έρευνα που βρίσκεται σε εξέλιξη, μια προκαταρκτική διαδικασία. Δεν έχει δημοσιευθεί ακόμη η απόφαση για την επίσημη έναρξη, αλλά ήδη διεξάγουμε έρευνα», δήλωσε ο Ροντρίγκες κατά τη διάρκεια επίσκεψής του στην έδρα της Ομοσπονδιακής Αστυνομίας Αυτοκινητοδρόμων στη Μπραζίλια.

Η έρευνα ξεκίνησε έπειτα από αίτημα της Νομικής Υπηρεσίας του κράτους προς την Ομοσπονδιακή Αστυνομία και τη Γενική Εισαγγελία, με αφορμή δημοσιογραφική έρευνα της βρετανικής εφημερίδας The Guardian. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών διοχέτευσε ένα εκατομμύριο δολάρια από το Ταμείο για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα και τη Δημοκρατία σε πρόγραμμα με τίτλο «Καταπολέμηση του lawfare και της λογοκρισίας στη Βραζιλία», με σκοπό να χρηματοδοτήσει δίκτυα που θα «αποσταθεροποιήσουν τη θεσμική λειτουργία της βραζιλιάνικης Δικαιοσύνης».