Την κατάργηση της Εισαγγελίας Διαφθοράς και της Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος, και την δημιουργία μίας νέας Οικονομικής «Υπερεισαγγελίας» δρομολόγησε και υλοποίησε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας, με την ψήφιση του νόμου που μεταξύ άλλων, ακυρώνει μαζικά αιτήσεις για τον Νόμο Κατσέλη και προβλέπει «πάγωμα διώξεων για λαθρεμπορία και φοροδιαφυγή», που θέσπισε στις αρχές του περασμένου Νοεμβρίου, και εφάρμοσε την Πέμπτη το Δικαστικό Συμβούλιο.

Η κυβέρνηση Μητσοτάκη έκανε πράξη με την εξέλιξη αυτή τις μεθοδεύσεις για τη αφαίρεση της υπόθεσης του σκανδάλου χρηματισμών της πολυεθνικής φαρμακευτικής από τα χέρια της μέχρι πρότινος Εισαγγελέως Διαφθοράς, Ελένης Τουλουπάκη, συγχωνεύοντας Εισαγγελία Διαφθοράς και Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος αποδεικνύει το ψευδεπίγραφο της πρόφασης του «περιορισμού της διαφθοράς και των οικονομικών εγκλημάτων».

Όπως έχει αναλυθεί και από ανώτατους δικαστικούς στο TPP από τις αρχές του περασμένου Σεπτεμβρίου, η ενοποίηση των δύο Εισαγγελιών δεν είναι τίποτα άλλο από την δημιουργία μίας «Υπερεισαγγελίας», όπου ένας εισαγγελέας με υπερεξουσίες πλέον θα έχει στα χέρια του όλες τις μεγάλες υποθέσεις διαφθοράς και οικονομικών σκανδάλων. Με ότι αυτό συνεπάγεται τόσο για τη διερεύνησή τους, όσο και για την χειραγώγηση των όποιων ερευνών, καθώς το παιχνίδι εξουσίας και επιρροής που ξεκίνησε με την ίδρυση των δύο «ειδικών» Εισαγγελιών το 2012, όχι μόνο δεν θα σταματήσει, αλλά θα κορυφωθεί, με την εκάστοτε κυβέρνηση να πασχίζει να προωθήσει τα δικά της πρόσωπα για την πλήρωση των κρίσιμων -πλέον- αυτών θέσεων.

Κατασκευάζουν «Υπερεισαγγελία» που θα συσσωρεύει πολιτικά και οικονομικά σκάνδαλα

Σημειώνεται πως αυτή δεν είναι η πρώτη φορά που κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας αλλάζει τον νόμο κατά το δοκούν, καθώς και το 2012 για τη σύσταση της Εισαγγελίας Διαφθοράς ακολούθησε παρόμοια πρακτική, αφαιρώντας τότε την υπόθεση της Siemens από τα χέρια των οικονομικών εισαγγελέων, όπως σήμερα αφαιρεί τη διερεύνηση της υπόθεσης της Novartis από την εισαγγελέα Διαφθοράς.

Οι πληροφορίες του TPP και οι κυβερνητικές διαρροές επιβεβαιώθηκαν την Πέμπτη, καθώς τελικά ο εκλεκτός της κυβέρνησης ήταν και αυτός που επελέγη από το Δικαστικό Συμβούλιο, για να αναλάβει τη νέα αυτή νευραλγική θέση. Έτσι, ο Νίκος Μπαρδάκης θα είναι ο νέος οικονομικός εισαγγελέας που θα προΐσταται της νέας αυτής Υπερεισαγγελίας στην Εισαγγελία Εφετών.

Αξίζει να σημειωθεί πως ο νέος εισαγγελέας χαίρει της εκτίμησης της κυβέρνησης και του φιλοκυβερνητικού Τύπου, και στο παλμαρέ του υπάρχουν, μεταξύ άλλων, η υπόθεση της Siemens το 2009, όταν ο ίδιος βρισκόταν μεταξύ των γνωμοδοτούντων εισαγγελέων, μετά την άσκηση των πρώτων ποινικών διώξεων, στην διαδικασία της ανάκρισης. Ακόμα, ο Ν. Μπαρδάκης ήταν ο εισαγγελέας έδρας στο Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων της δίκης του «συνδικάτου του εγκλήματος», με την υπόθεση της απαγωγής του εφοπλιστή Παναγόπουλου το 2007. Επίσης, το 2012 επελέγη από το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου ως αντικαταστάτης του Παναγιώτου Πούλιου στο πόστο του εισαγγελέα της ΕΥΠ, ενώ το 2017, ο ίδιος πρότεινε προς το Δικαστικό Συμβούλιο να δικαστούν συνολικά 17 άτομα για το αδίκημα της ενεργητικής δωροδοκίας σε βάρος του Δημοσίου στην υπόθεση της υπογραφή της σύμβασης για τα «ιπτάμενα ραντάρ», με την απαλλαγή ακόμα εννέα ατόμων. Το 2019 προήχθη σε εισαγγελέας εφετών, ενώ λίγο αργότερα βρέθηκε αναπληρωτής οικονομικού εισαγγελέα, κάτω από την θέση της επικεφαλής, Μαριάννας Ψαρουδάκη.

Μετά από εισήγηση του αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαρ. Βουρλιώτη, επιλέγησαν επίσης ομόφωνα:

– αναπληρώτρια του κ.Μπαρδάκη, η εισαγγελέας Εφετών Κυριακή Στεφανάτου

– τακτικοί εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος, αποκλειστικής δηλαδή απασχόλησης, οι εισαγγελείς Εφετών Παν. Καψιμάλης, Αθανασία Βλαχου και Νικος Ποιμενίδης

– Αναπληρωτές τους (μη τακτικά μέλη, μερικής απασχόλησης) οι αντεισαγγελείς Εφετών Παναγιώτα Φάκου, Δημ. Πιέρρος, Ελένη Μαυροπούλου

Επίσης, ως επίκουροι (μερικής απασχόλησης) οικονομικοί εισαγγελείς ορίστηκαν 9 εισαγγελείς και αντεισαγγελείς Πρωτοδικών.

– Οι 7 από αυτούς προέρχεται από το Πρωτοδικείο Αθηνών:

Αντωνία Γεωργίου, Παναγιώτα Ιωαννίδου (εισαγγελείς Πρωτοδικών), Ελένη Παπαδοπούλου , Κων/να Κοντογιάννη, Βελισάριος Χολής, Μιχ. Μιχαλόπουλος, Αικατερίνη Κολιοκώστα.

– Οι δυο προέρχονται από τη Θεσσαλονίκη:

Σοφία Διπλοϊδου και Χαρίκλεια Χοβαρδά.

Στο εξωτερικό πληρώνει η Novartis, στην Ελλάδα η Τουλουπάκη

Αντιδράσεις του νομικού κόσμου, και όχι μόνο

Την ίδια ημέρα της παραπάνω απόφασης, δύο δικηγόροι κατέθεσαν υπόμνημα προς το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο του Αρείου Πάγου, αντιδρώντας έτσι στη σημερινή απόφαση του Συμβουλίου για τα πρόσωπα που θα στελεχώσουν τη νέα υπερεισαγγελία.

Όπως αναφέρουν η ξαφνική κατάργηση της θέσης του Εισαγγελέα κατά της Διαφθοράς με αλλαγή του Νόμου αντίκειται και παραβιάζει άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ενώ το θέμα αναμένεται να κριθεί και από τα Ευρωπαικά Δικαστήρια.

Διαβάστε αναλυτικά το υπόμνημα:

1] Του Αθανασίου Καβουρίνου του Ιωάννη, Δικηγόρου Αθηνών και κατοίκου Αθηνών, επί της οδού Ζωοδόχου Πηγής αρ. 3, με ΑΜ ΔΣΑ: 18881.

2] Του Μπινιχάκη Νικολάου του Γεωργίου, Δικηγόρου Αθηνών και κατοίκου Αθηνών, επί της οδού Έντισον αρ. 12, με ΑΜ ΔΣΑ ………..

ΠΡΟΣ

Το Ανώτατο Δικαστικό Συμβούλιο

της Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης του Αρείου Πάγου

κοιν: κ. Εισαγγελέα Αρείου Πάγου

Αθήνα, 02.12.2020

Αξιότιμοι κύριοι

Με ιδιαίτερη τιμή και σεβασμό θέτουμε υπ’ όψιν σας τα κάτωθι σε σχέση με τον Ν. 4745/2020 περί «Ρυθμίσεων για την επιτάχυνση της εκδίκασης εκκρεμών υποθέσεων του ν. 3869/2010, σύμφωνα με τις επιταγές της παρ. 1 του άρθρου 6 της Ε.Σ.Δ.Α., ως προς την εύλογη διάρκεια της πολιτικής δίκης, τροποποιήσεων του Κώδικα Δικηγόρων και άλλων διατάξεων», ο οποίος δημοσιεύτηκε στο ΦΕΚ 214/τ. Α΄/06.11.2020 και με τον οποίο θεσμοθετείται η κατάργηση του εισαχθέντος με τον ν. 4022/2011 θεσμού της Εισαγγελίας Διαφθοράς, στην αρμοδιότητα της οποίας υπάγεται η δίωξη κακουργημάτων που φέρονται να έχουν τελέσει υπουργοί ή υφυπουργοί που δεν καταλαμβάνονται από τις ρυθμίσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 86 του Συντάγματος, καθώς και πάσης φύσεως κακουργήματα που φέρονται να έχουν διαπράξει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή επωφελούμενοι από την ιδιότητά τους, βουλευτές, ευρωβουλευτές, γενικοί και ειδικοί γραμματείς υπουργείων, διοικητές, υποδιοικητές ή πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων ή διευθύνοντες ή εντεταλμένοι σύμβουλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και αιρετά μονοπρόσωπα όργανα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης κ.λπ.

Α. Πιο συγκεκριμένα, δυνάμει του άρθρου 53 του ως άνω νόμου περί «Εισαγγελέων Οικονομικού Εγκλήματος», αντικαταστάθηκε ο τίτλος του Δεύτερου Κεφαλαίου του Δεύτερου Τμήματος του Πρώτου Βιβλίου του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (ΚΠΔ) από «ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ ΕΙΔΙΚΩΝ ΚΑΘΗΚΟΝΤΩΝ» σε «ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΙΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ» και τροποποιήθηκαν σχετικά οι τίτλοι και οι διατάξεις των άρθρων 33 έως 36 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (βλ. άρθρο 53 παρ. 2, 3, 4 του Ν. 4745/2020) ως ακολούθως:

«2. Ο τίτλος και το άρθρο 33 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής:

«Άρθρο 33

Εισαγγελείς Οικονομικού Εγκλήματος

1. Στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών δημιουργείται Τμήμα Οικονομικού Εγκλήματος που λειτουργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του Κανονισμού Εσωτερικής Υπηρεσίας αυτής. Στο Τμήμα Οικονομικού Εγκλήματος της Εισαγγελίας Εφετών Αθηνών υπηρετούν τέσσερις (4) εισαγγελείς

ή αντεισαγγελείς εφετών που τοποθετούνται για θητεία τριών (3) ετών, με τους ισάριθμους αναπληρωτές τους, με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης. Με τη διαδικασία του προηγούμενου εδαφίου ορίζεται ο αρχαιότερος από τους εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος ως Προϊστάμενος του Τμήματος. Σε περίπτωση που με το προεδρικό διάταγμα του πρώτου εδαφίου τοποθετείται στο Τμήμα Οικονομικού Εγκλήματος εισαγγελέας ή αντεισαγγελέας εφετών που δεν υπηρετεί στην Εισαγγελία Εφετών Αθηνών, μετατίθεται και τοποθετείται σε αυτήν. Οι εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος ασκούν τα καθήκοντά τους με πλήρη και αποκλειστική απασχόληση, ενώ οι αναπληρωτές τους με μερική απασχόληση, και τις εργασίες

του Τμήματος συνεπικουρούν οκτώ (8) τουλάχιστον εισαγγελείς ή αντεισαγγελείς πρωτοδικών, εκ των οποίων επτά (7) τουλάχιστον από όσους υπηρετούν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Αθηνών και ένας (1) τουλάχιστον από όσους υπηρετούν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης. Οι ως άνω εισαγγελείς ή αντεισαγγελείς ορίζονται με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται ύστερα από απόφαση του Ανώτατου Δικαστικού Συμβουλίου Πολιτικής και Ποινικής Δικαιοσύνης. 2. Το έργο των εισαγγελέων οικονομικού εγκλήματος εποπτεύει και συντονίζει ο Προϊστάμενος του Τμήματος.».

3. Ο τίτλος και το άρθρο 34 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής:

«Άρθρο 34

Τοπική αρμοδιότητα εισαγγελέων οικονομικού εγκλήματος

Η κατά τόπον αρμοδιότητα των εισαγγελέων οικονομικού εγκλήματος εκτείνεται σε όλη την Επικράτεια.».

4. Ο τίτλος και το άρθρο 35 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής:

«Άρθρο 35

Καθήκοντα εισαγγελέων οικονομικού εγκλήματος

1. Οι εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος διενεργούν προκαταρκτική εξέταση είτε αυτοπροσώπως είτε παραγγέλλοντας σχετικά τους γενικούς ή ειδικούς ανακριτικούς υπαλλήλους, για τη διακρίβωση τυχόν τέλεσης κάθε είδους φορολογικών, οικονομικών και οποιωνδήποτε άλλων συναφών εγκλημάτων, εφόσον αυτά τελούνται σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή βλάπτουν σοβαρά την εθνική οικονομία. Επίσης, στην αρμοδιότητά τους υπάγονται τα κακουργήματα που τελούν Υπουργοί ή Υφυπουργοί και δεν καταλαμβάνονται από τις ρυθμίσεις της παρ. 1 του άρθρου 86 του Συντάγματος, καθώς και τα κακουργήματα που τελούν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή επωφελούμενοι από την ιδιότητά τους, βουλευτές, μέλη του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου που εκπροσωπούν την Ελλάδα, γενικοί και ειδικοί γραμματείς της Κυβέρνησης, διοικητές, υποδιοικητές ή πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων ή διευθύνοντες σύμβουλοι ή εντεταλμένοι σύμβουλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και αιρετά μονοπρόσωπα όργανα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, κάθε υπάλληλος κατά την έννοια της περ. α΄ του άρθρου 13 ΠΚ και όσοι υπηρετούν μόνιμα ή πρόσκαιρα και με οποιαδήποτε ιδιότητα ή σχέση: α) σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου που ιδρύθηκαν από το Δημόσιο και από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου,

εφόσον τα ιδρυτικά νομικά πρόσωπα συμμετέχουν στη διοίκησή τους ή τα νομικά αυτά πρόσωπα είναι επιφορτισμένα με εκτέλεση κρατικών προγραμμάτων οικονομικής ανασυγκρότησης ή ανάπτυξης και β) σε νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, στα οποία, κατά τις κείμενες διατάξεις, μπορούν να διατεθούν από το Δημόσιο και από νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου επιχορηγήσεις ή χρηματοδοτήσεις, ακόμη και αν οι υπαίτιοι έχουν παύσει να φέρουν την ιδιότητα αυτήν, εφόσον αυτά σχετίζονται με επιδίωξη οικονομικού οφέλους των ίδιων ή τρίτων ή την πρόκληση βλάβης στο Δημόσιο, νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου ή οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης ή στα ανωτέρω νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου.

2. Με την επιφύλαξη της παρ. 3, ο Προϊστάμενος Εισαγγελέας του Τμήματος Οικονομικού Εγκλήματος έχει την εποπτεία, καθοδήγηση και τον συντονισμό των ενεργειών των γενικών κατά την περ. α΄ της παρ. 1 του άρθρου 31 και ειδικών ανακριτικών υπαλλήλων, ιδίως δε υπαλλήλων του Σώματος Δίωξης Οικονομικού Εγκλήματος (Σ.Δ.Ο.Ε.), της Διεύθυνσης Ερευνών Οικονομικού Εγκλήματος (Δ.Ε.Ο.Ε.) και της Διεύθυνσης Οικονομικής Αστυνομίας, σε σχέση με τις υποθέσεις, των οποίων οι ως άνω υπάλληλοι έχουν επιληφθεί ως ανακριτικοί υπάλληλοι, στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους. Ο Προϊστάμενος Εισαγγελέας του Τμήματος Οικονομικού Εγκλήματος ενημερώνεται για όλες τις καταγγελίες ή πληροφορίες που περιέρχονται στις υπηρεσίες του προηγούμενου εδαφίου για εγκλήματα της αρμοδιότητάς του, αξιολογεί και διερευνά τις πληροφορίες αυτές, καθώς και κάθε άλλη σχετική είδηση που περιέρχεται σε γνώση του με οποιονδήποτε τρόπον και μέσο προτάσσοντας εκείνες τις υποθέσεις που βλάπτουν σοβαρά τα συμφέροντα του Ελληνικού Δημοσίου και της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Αν η καταγγελία, πληροφορία ή είδηση δεν στηρίζεται στον νόμο ή είναι προφανώς αβάσιμη στην ουσία της ή ανεπίδεκτη δικαστικής εκτίμησης, τη θέτει στο αρχείο.

3. Ειδικά, για τους υπαλλήλους της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων (Α.Α.Δ.Ε.) η διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης παραγγέλλεται αποκλειστικά και μόνο στους τελωνειακούς υπαλλήλους και τους υπαλλήλους της Διεύθυνσης Εσωτερικών Υποθέσεων και μόνο για υποθέσεις που εμπίπτουν στις ελεγκτικές τους αρμοδιότητες. Οι λοιποί υπάλληλοι της Α.Α.Δ.Ε. που έχουν προανακριτικά καθήκοντα σύμφωνα με την κείμενη νομοθεσία, διενεργούν προκαταρκτική εξέταση, κατόπιν εισαγγελικής παραγγελίας που εκδίδεται μόνο μετά από αίτημα της ελεγκτικής υπηρεσίας της Α.Α.Δ.Ε. στην οποία ανήκουν προς τον εισαγγελέα οικονομικού εγκλήματος. Με την επιφύλαξη του προηγούμενου εδαφίου, οι εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος και οι λοιποί εισαγγελείς δεν παραγγέλλουν στις υπηρεσίες και το προσωπικό της Α.Α.Δ.Ε. τη διενέργεια προκαταρκτικής εξέτασης ούτε διαβιβάζουν με οποιαδήποτε διαδικασία εντολές ή αιτήματα διενέργειας φορολογικών ελέγχων. Η εκτέλεση των ανωτέρω εισαγγελικών παραγγελιών ανατίθεται σε υπηρεσία εκτός της Α.Α.Δ.Ε. με ειδικούς προανακριτικούς υπαλλήλους, που εποπτεύονται από εισαγγελέα οικονομικού εγκλήματος και με αρμοδιότητα την έρευνα τέλεσης εγκλημάτων φοροδιαφυγής ή λοιπών οικονομικών αδικημάτων.

4. Μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης ο εισαγγελέας οικονομικού εγκλήματος είτε παραγγέλλει στον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών την κίνηση ποινικής δίωξης είτε αρχειοθετεί την υπόθεση.

5. Οι εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος υποστηρίζονται στο έργο τους από αριθμό ειδικών επιστημόνων που κρίνεται αναγκαίος για τη διενέργεια της προκαταρκτικής εξέτασης. Οι ειδικοί αυτοί επιστήμονες συνεπικουρούν με κάθε πρόσφορο τρόπο τους εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος, καθώς και τους γενικούς και ειδικούς προανακριτικούς υπαλλήλους για την ακριβέστερη διάγνωση και κρίση γεγονότων για τα οποία απαιτούνται ειδικές γνώσεις επιστήμης και τέχνης. Ο ορισμός των προσώπων αυτών γίνεται με πράξη του προϊσταμένου εισαγγελέα του Τμήματος Οικονομικού Εγκλήματος μεταξύ αυτών που υπηρετούν στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, σε εξαιρετικές δε περιπτώσεις και από τον ιδιωτικό τομέα, εφόσον στο Δημόσιο δεν υπηρετούν πρόσωπα με τις γνώσεις αυτές, εφαρμόζονται δε αναλόγως ως προς αυτούς τα άρθρα 188 έως 193.».

5. Ο τίτλος και το άρθρο 36 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας αντικαθίστανται ως εξής:

«Άρθρο 36

Εξουσίες εισαγγελέων οικονομικού εγκλήματος

1. Οι εισαγγελείς του άρθρου 33 έχουν, εφόσον τηρείται η αρχή της αναλογικότητας, πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο που είναι χρήσιμο για την άσκηση του έργου τους, μη υποκείμενοι στους περιορισμούς της νομοθεσίας περί φορολογικού, τραπεζικού, χρηματιστηριακού και κάθε άλλου απορρήτου, με την εξαίρεση του δικηγορικού, καθώς και σε κάθε μορφής αρχείο δημόσιας αρχής ή οργανισμού που τηρεί και επεξεργάζεται δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σύμφωνα με ισχύοντες κανόνες ιχνηλασιμότητας. Ειδικά η πρόσβαση σε κάθε πληροφορία ή στοιχείο του τηλεπικοινωνιακού απορρήτου (ν. 2225/1994) επιτρέπεται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες αποτυπώνεται και τεκμηριώνεται η αντικειμενική υπόσταση κακουργήματος.

2. Οι εισαγγελείς του άρθρου 33, όταν διενεργούν προκαταρκτική εξέταση για τη διακρίβωση τέλεσης εγκλημάτων της αρμοδιότητάς τους, έχουν τη δυνατότητα να προβαίνουν, με αιτιολογημένη διάταξή τους, σε δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών, περιεχομένου τραπεζικών θυρίδων και περιουσιακών εν γένει στοιχείων (κινητών και ακινήτων), προς τον σκοπό διασφάλισης των συμφερόντων του Δημοσίου, για χρονικό διάστημα μέχρι εννέα (9) μηνών που μπορεί να παρατείνεται με βούλευμα του αρμόδιου συμβουλίου κατ’ ανώτατο όριο για άλλους εννέα (9) μήνες, λόγω δικαιολογημένης μη ολοκλήρωσης της διενεργούμενης, κατά τα ανωτέρω, προκαταρκτικής εξέτασης. Η διάταξη εκδίδεται χωρίς προηγούμενη κλήση του καθ’ ου ή τρίτου και δεν είναι απαραίτητο να αναφέρει συγκεκριμένο λογαριασμό, τίτλο, χρηματοπιστωτικό προϊόν, θυρίδα, κινητό ή ακίνητο περιουσιακό στοιχείο. Η δέσμευση ισχύει από τη χρονική στιγμή της αποδεδειγμένης γνωστοποίησης της διάταξης στον οργανισμό ή την υπηρεσία προς την οποία απευθύνεται. Ως χρονική στιγμή αποδεδειγμένης γνωστοποίησης της διάταξης της παρούσας προς τους αρμόδιους οργανισμούς και υπηρεσίες, λογίζεται η ημέρα που γνωστοποιείται με οποιονδήποτε πρόσφορο τρόπο, ιδίως δε τηλεομοιοτυπικά ή με ηλεκτρονική αλληλογραφία, η διάταξη στην Τράπεζα της Ελλάδος και την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, οι οποίες οφείλουν να ενημερώνουν αμελλητί τα χρηματοπιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην ημεδαπή. Σε περίπτωση δέσμευσης ακινήτου, πλοίου ή αεροσκάφους, η δέσμευση επιδίδεται στον αρμόδιο υποθηκοφύλακα ή προϊστάμενο του κτηματολογικού γραφείου ή στον οικείο λιμενάρχη ή στην υπηρεσία πολιτικής αεροπορίας, οι οποίοι υποχρεούνται να προβούν την ίδια ημέρα σε σχετική σημείωση στα τηρούμενα από αυτούς βιβλία και ακολούθως να αρχειοθετήσουν το έγγραφο που τους επιδόθηκε. Με τον ίδιο τρόπο, η διάταξη γνωστοποιείται στην Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, η οποία δεν κωλύεται να λαμβάνει όλα τα σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις μέτρα διασφάλισης.

3. Η κατά την παρ. 2 διάταξη επιδίδεται εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών στον καθ’ ου ή στον τρίτο, οι οποίοι μπορούν να προσφύγουν, με αίτησή τους, προς το αρμόδιο συμβούλιο και να ζητήσουν την άρση της, εντός προθεσμίας τριάντα (30) ημερών, η οποία δεν αναστέλλει την εκτέλεσή της. Η διάταξη ή το βούλευμα ανακαλούνται ή τροποποιούνται αν προκύψουν νέα στοιχεία. Μετά το πέρας της προκαταρκτικής εξέτασης: α) στην περίπτωση που παραγγέλλεται από εισαγγελέα οικονομικού εγκλήματος άσκηση ποινικής δίωξης, εφαρμόζονται οι διατάξεις του ΚΠΔ, β) σε περίπτωση αρχειοθέτησης της ποινικής δικογραφίας, η δέσμευση αίρεται αυτοδικαίως.

4. Με τη σύμφωνη γνώμη του Προϊσταμένου του Τμήματος Οικονομικού Εγκλήματος, ο εισαγγελέας οικονομικού εγκλήματος μπορεί να παραγγέλλει την έκδοση της διάταξης της παρ. 2 στον κατά τόπον αρμόδιο εισαγγελέα πρωτοδικών, ο οποίος την εκδίδει σύμφωνα με τους όρους και τις προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, οι διατάξεις της οποίας εφαρμόζονται ανάλογα. Η προσφυγή κατά της διάταξης του εισαγγελέα πρωτοδικών εισάγεται στο κατά τόπον αρμόδιο συμβούλιο πλημμελειοδικών.».

Όπως σαφώς προκύπτει από τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 53 του Ν. 4745/2020, δυνάμει αυτών επέρχεται κατάργηση της Εισαγγελίας Εγκλημάτων Διαφθοράς, μέσω της συγχώνευσης – ενοποίησής της με την Εισαγγελία Οικονομικού Εγκλήματος, δηλαδή καταργούνται οι θέσεις των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς Αθηνών και Θεσσαλονίκης, οι αρμοδιότητες των οποίων υπάγονται πλέον στα καθήκοντα του Εισαγγελέως Οικονομικού Εγκλήματος.

Περαιτέρω, σε σχέση με το ανωτέρω άρθρο 53 του Ν. 4745/2020, η μεταβατική διάταξη του άρθρου 100 του αυτού νόμου με τίτλο «Μεταβατικές διατάξεις για το Τμήμα Οικονομικού Εγκλήματος», ορίζει τα εξής:

«1. Η θητεία των υπηρετούντων Εισαγγελέων Οικονομικού Εγκλήματος και Εγκλημάτων Διαφθοράς, των αναπληρωτών τους, των συνεπικουρούντων αυτούς εισαγγελικών λειτουργών, καθώς και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου που εποπτεύει και συντονίζει τους ως άνω εισαγγελικούς λειτουργούς λήγει αυτοδικαίως από την τοποθέτηση των Εισαγγελέων Οικονομικού Εγκλήματος και του Προϊσταμένου του Τμήματος Οικονομικού Εγκλήματος, σύμφωνα με το άρθρο 53. Μέχρι τη λήξη της θητείας τους κατά το προηγούμενο εδάφιο, οι ήδη υπηρετούντες εισαγγελικοί λειτουργοί εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους σύμφωνα με τα άρθρα 33 έως και 36 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, όπως αυτά ίσχυαν πριν από την αντικατάστασή τους από το άρθρο 53 του παρόντος.

2. Η τοποθέτηση των Εισαγγελέων Οικονομικού Εγκλήματος και του Προϊσταμένου του Τμήματος Οικονομικού Εγκλήματος κατ’ εφαρμογή του άρθρου 53 γίνεται εντός δεκαπέντε (15) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος.

3. Οι αρμοδιότητες επί όλων των εκκρεμών υποθέσεων ενώπιον των Εισαγγελέων Οικονομικού Εγκλήματος και Εγκλημάτων Διαφθοράς περιέρχονται αυτοδικαίως στο Τμήμα Οικονομικού Εγκλήματος που συστήνεται διά του παρόντος. Όλες οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας που αφορούν στον εισαγγελέα οικονομικού εγκλήματος ή στον εισαγγελέα εγκλημάτων διαφθοράς εφαρμόζονται εφεξής στους εισαγγελείς οικονομικού εγκλήματος του παρόντος νόμου.»

Β. Από τα εκτιθέμενα στο παραπάνω άρθρο 100 του ν. 4745/2020, συνάγεται ευχερώς ότι δυνάμει αυτού η θητεία των Εισαγγελέων Εγκλημάτων Διαφθοράς Αθηνών και Θεσσαλονίκης θα λήξει αυτοδικαίως με την τοποθέτηση των Εισαγγελέων Οικονομικού Εγκλήματος κατά το άρθρο 53 του Ν. 4745/2020, ενώ ευθύς και ταυτοχρόνως με την εν λόγω τοποθέτηση ο χειρισμός των εκκρεμών ενώπιον της Εισαγγελίας Διαφθοράς υποθέσεων θα περιέλθει αυτοδικαίως στο Τμήμα Οικονομικού Εγκλήματος που συστήνεται με τον άνω Νόμο.

Άμεση συνέπεια των ανωτέρω διατάξεων σε επίπεδο πραγματικό είναι ότι κρίσιμες ποινικές υποθέσεις διαφθοράς, τις οποίες έχουν χειριστεί οι Εισαγγελείς Εγκλημάτων Διαφθοράς, όπως είναι και η γνωστή τοις πάσι υπόθεση της NOVARTIS, θα αφαιρεθούν – μεσούσης της επ’ αυτών διεξαγόμενης έρευνάς – από τη δική τους αρμοδιότητα και θα περιέλθουν αυτοδικαίως στον προς τοποθέτηση Εισαγγελέα Οικονομικού Εγκλήματος.

Ωστόσο, όπως είναι ευχερώς αντιληπτό, η άνω απόφαση της νομοθετικής εξουσίας να καταργήσει τον θεσμό της Εισαγγελίας Διαφθοράς και να παύσει τους Εισαγγελείς Εγκλημάτων Διαφθοράς δεν είναι άμοιρη έννομων συνεπειών και τούτο διότι η οικεία νομοθετική παρέμβαση, πέραν του ότι δεν φαίνεται να λαμβάνει χώρα σε ένα τυχαίο χρονικό σημείο, αλλά αντιθέτως ενόσω διεξάγονται έρευνες για σημαντικές ποινικές υποθέσεις, στις οποίες εμπλέκονται σημαίνοντα πρόσωπα, όπως είναι η πολύκροτη υπόθεση της “NOVARTIS”, πάσχει αντισυνταγματικότητας και ασυμβατότητας με την ΕΣΔΑ.

Επ’ αυτού ειδικότερα επισημαίνουμε ευσεβάστως τα σοβαρά ζητήματα που γεννώνται ως προς τη συνταγματικότητα και τη συμβατότητα με την ΕΣΔΑ των ως άνω διατάξεων, καθόσον δι’ αυτών:

1ον] τίθεται ζήτημα παραβίασης των θεσμικών εγγυήσεων που απορρέουν από το άρθρο 8 του Συντάγματος, ήτοι από την αρχή του φυσικού δικαστή, η οποία διασφαλίζει και την τήρηση της ίδιας της αρχής της διάκρισης των λειτουργιών κατά το σκέλος της δικαστικής λειτουργίας (άρθρο 26 § 3 Συντ.), η οποία απαιτείται όχι απλώς να ασκείται από τα δικαστήρια, αλλά και να μην επηρεάζεται άμεσα ή έμμεσα από όργανα των άλλων δύο εξουσιών.

Ο νομοθέτης και η κανονιστικώς δρώσα διοίκηση υποχρεούνται να θέτουν, αλλά και να διατηρούν κανόνες σχετικά με τη δικαιοδοσία, την αρμοδιότητα, τη συγκρότηση και τη σύνθεση των δικαστηρίων σύμφωνα με το άρθρο 8 του Συντάγματος και να μην προβαίνουν σε μεταβολές αυτών των κανόνων με τρόπο αντικείμενο στο δικαίωμα του νόμιμου δικαστή, αποσκοπώντας σε ευμενέστερη ή δυσμενέστερη αντιμετώπιση υποθέσεων. Στην προκειμένη περίπτωση, με τις άνω νομοθετικές διατάξεις λαμβάνει εν τοις πράγμασι χώρα αφαίρεση, με προκάλυμμα γενικών ρυθμίσεων, ποινικών υποθέσεων από τον μέχρι τώρα αρμόδιο και χειριζόμενο αυτές Εισαγγελέα Διαφθοράς, η θέση του οποίου καταργείται, και οι υποθέσεις αυτές υπάγονται στην κρίση άλλου οργάνου hic et nunc, καθιστάμενης ούτως ανάγλυφης της παραβίασης του άρθρου 8 Συντάγματος, πολλώ δε μάλλον εφόσον προκύψει ότι συντρέχουν συνθήκες που υποδηλώνουν σαφώς ότι η αφαίρεση αυτή γίνεται με σκοπό την ευμενέστερη ή δυσμενέστερη αντιμετώπιση των οικείων υποθέσεων·

2ον] τίθεται ζήτημα παραβίασης του άρθρου 6. της ΕΣΔΑ, όπως το περιεχόμενο αυτού αποκρυσταλλώνεται μέσα από τη νομολογία του ΕΔΔΑ. Επ’ αυτού ειδικότερα, το Δικαστήριο του Στρασβούργου δέχεται μεν ότι ο κοινός νομοθέτης μπορεί να υιοθετεί διατάξεις για τη ρύθμιση δικαιωμάτων που απορρέουν από υφιστάμενους νόμους, πλην όμως, θέτει ως όριο της επέμβασής του την αρχή του Κράτους Δικαίου και την έννοια της δίκαιης δίκης που διαφυλάσσονται από το άρθρο 6 της ΕΣ∆Α και απαγορεύουν την παρέμβαση του νομοθετικού σώματος στην απονομή της δικαιοσύνης, όταν είναι σχεδιασμένη για να επηρεάσει την έκβαση μίας υπόθεσης (βλ. ΕΔΔΑ, Αγούδηµος κ.λπ. κατά Ελλάδας, 2001)·

3ον] παρατηρείται απόλυτη συγκέντρωση εξουσιών, αρμοδιοτήτων και καθηκόντων σε ένα μόνο πρόσωπο, γεγονός που εγκυμονεί κινδύνους για τον αναποτελεσματικό χειρισμό των οικείων υποθέσεων. Ειδικότερα, παρά το ότι, κατά την αιτιολογική έκθεση του Ν. 4745/2020, η επίμαχη νομοθετική μεταβολή έλαβε χώρα για την άρση αδικαιολόγητης πολυδιάσπασης αρμοδιοτήτων «που δεν εισφέρει στην αποτελεσματικότερη αντιμετώπιση των υποθέσεων των οποίων επιλαμβάνονται οι ως άνω εισαγγελείς», στην πραγματικότητα η οικεία μεταβολή είναι αδύνατο να εξυπηρετήσει τον κατά τα ως άνω φερόμενο ως επιδιωκόμενο σκοπό της, ήτοι την επιτάχυνση και την αποτελεσματική αντιμετώπιση των οικείων υποθέσεων, ακριβώς λόγω της συγκέντρωσης όλων αυτών των υποθέσεων στο ίδιο πρόσωπο. Τούτο δε ενισχύεται και από το γεγονός ότι ειδικά οι υποθέσεις διαφθοράς που χειρίζεται ο Εισαγγελέας Διαφθοράς έχουν μεγάλο όγκο λόγω της φύσης τους, καθόσον πρόκειται για πάσης φύσεως κακουργήματα που φέρονται να έχουν τελέσει υπουργοί ή υφυπουργοί που δεν καταλαμβάνονται από τις ρυθμίσεις της παραγράφου 1 του άρθρου 86 του Συντάγματος, καθώς και πάσης φύσεως κακουργήματα που φέρονται να έχουν διαπράξει κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή επωφελούμενοι από την ιδιότητά τους, βουλευτές, ευρωβουλευτές, γενικοί και ειδικοί γραμματείς υπουργείων, διοικητές, υποδιοικητές ή πρόεδροι διοικητικών συμβουλίων ή διευθύνοντες ή εντεταλμένοι σύμβουλοι νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου και αιρετά μονοπρόσωπα όργανα των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης κ.λπ. Εξάλλου, παρά τα αντίθετα που αναφέρονται στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 4745/2020, οι υποθέσεις αρμοδιότητας του Εισαγγελέως Οικονομικού Εγκλήματος και του Εισαγγελέως Διαφθοράς δεν είναι «παρόμοιες», ήτοι δεν συντρέχει επικάλυψη ως προς τα ερευνώμενα από μέρους τους αδικήματα, πολλώ δε μάλλον αφού ο Εισαγγελέας Διαφθοράς δεν χειρίζεται κακουργήματα μόνο οικονομικής ή φορολογικής φύσεως, αλλά κάθε είδους κακουργήματα τελεσθέντα από πρόσωπα υπαγόμενα στις άνω κατηγορίες.

Ενόψει των ανωτέρω συνάγεται ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις των άρθρων 53 και 100 του Ν. 4745/2020 προσβάλλουν διατάξεις συνταγματικής περιωπής, είναι ασύμβατες με την ΕΣΔΑ και δεν εξυπηρετούν τον σκοπό για τον οποίο φέρεται ότι τέθηκαν, με αποτέλεσμα να καθίσταται επιβεβλημένη η κατάργησή τους και σε κάθε περίπτωση η μη εφαρμογή αυτών, και δη κατ’ ελάχιστον αναφορικά με τις υποθέσεις που σήμερα εκκρεμούν στην Εισαγγελία Εγκλημάτων Διαφθοράς.

Με μοναδικό λοιπόν σκοπό την ανάδειξη της αλήθειας και τη διαφύλαξη των θεμελιωδών αρχών που διαρρέουν το Κράτος Δικαίου, όπως είναι και αυτή της διάκρισης των λειτουργιών (άρθρο 26 Σ) σε συνδυασμό με την αρχή του φυσικού δικαστή, επισημαίνουμε τα παραπάνω, τα οποία πράγματι οδηγούν στη μέσω νομοθετικής παρεμβάσεως παύση των καθηκόντων του Εισαγγελέως Εγκλημάτων Διαφθοράς και στην αφαίρεση των δικογραφιών που μέχρι σήμερα χειρίζονται, όπως ιδία είναι η πολύκροτη υπόθεση της “NOVARTIS” και όλα αυτά ενώ είναι όλως ενεργή η θητεία του.

Μετά σεβασμού και εκτιμήσεως,

Αθανάσιος Καβουρίνος

Μπινιχάκης Νικόλαος

Πολίτες υπέρ της Ε.Τουλουπάκη: Οι υποκοσμικές μεθοδεύσεις σας έχουν ημερομηνία λήξης

Στο μεταξύ, ανοιχτή επιστολή προς την μέχρι πρότινος εισαγγελέα Διαφθοράς, Ελένη Τουλουπάκη, απηύθυνε ο πρώην εισαγγελέα, Κώστας Λογοθέτης, με αποκαλυπτικό περιεχόμενο. Διαβάστε αναλυτικά:

Ανοιχτή επιστολή στην Ελ. Τουλουπάκη
από τον πρώην εισαγγελλέα Κώστα Λογοθέτη

Αξιότιμη κυρία Τουλουπάκη,

Παρά το ότι εθήτευσα στο Εισαγγελικό Σώμα και στον δικαστικό συνδικαλισμό ως Αντιπρόεδρος της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων, δεν έχω την τιμή να σας γνωρίζω προσωπικά και – πιθανότατα μετά την παρέλευση πολλών ετών από τον εξαναγκασμό μου σε παραίτηση – ούτε και εσείς θα με ενθυμείστε. Εύλογα λοιπόν θα απορείτε για τον λόγο του κειμένου αυτού και μάλιστα με την μορφή ανοικτής επιστολής.

Εξ αρχής ακόμα σας δηλώνω πως είμαι από εκείνους, τους ελάχιστους ίσως, που καθόλου δεν εξεπλάγησαν για την άσκηση ποινικής διώξεως σε βάρος σας, ακόμη και για κακουργήματα. Και αυτό όχι φυσικά από κάποια μεταφυσική «μαντική» ικανότητα, αλλά για κάποιους πολύ συγκεκριμένους λόγους: Ευρισκόμενος στο χώρο της Δικαιοσύνης επί 40 συναπτά έτη (ως εισαγγελέας αρχικά και ως δικηγόρος μετέπειτα), πολύ καλά γνωρίζω το αξίωμα, πως στον εισαγγελικό χώρο, ο ασφαλέστερος τρόπος να βρεις τον μπελά σου είναι να κάνεις τη δουλειά σου. Μια τελευταία και μόνον λέξη περί του προσώπου μου, απλά και μόνον για την αιτιολόγηση τόσο της προαναφερθείσας βεβαιότητας μου όσο και της απόφασης για τη σύνταξη αυτής της «επιστολής»: Μέχρι την έρευνα για τον βόρβορο της φυλακής Γεντή Κουλέ της Θεσσαλονίκης, τόσο η αείμνηστη πρώην συνάδελφός σας Χρ. Γιαταγάνα όσο και εγώ προσωπικά ήμασταν καλοί εισαγγελείς, και μάλιστα με άριστες υπηρεσιακές εκθέσεις. Μόλις όμως αποκαλύψαμε τα όργια και τα αίσχη της φυλακής καθώς και την υψηλή πολιτική τους προστασία των συγκεκριμένων κυκλωμάτων, αιφνιδίως και αυτομάτως μεταβληθήκαμε από την τότε κυβέρνηση σε «μαύρα πρόβατα» της Δικαιοσύνης, και όχι μόνον θεωρητικά: Προσωπικά μου ασκήθηκαν δεκατέσσερις φορές πειθαρχικές διώξεις με απολύτως γελοίες αιτιάσεις (στις οποίες – φυσικά – αθωώθηκα) ενώ δύο φορές επεχείρησαν να με στείλουν σε ποινικό δικαστήριο. Αυτή η σύντομη εισαγωγή, απλά και μόνο για να πεισθείτε πως η πρόβλεψή μου για το πρόσωπό σας βασιζόταν σε πολύ συγκεκριμένα περιστατικά, που δυστυχώς κατά καιρούς επαναλαμβάνονται όχι – ευτυχώς – στην ένταση που συνέβη στην περίπτωσή σας. (Πραγματικά δεν θυμάμαι άλλη φορά πολιτικοί και μάλιστα σε ανώτατες θέσεις να απείλησαν ανοιχτά εισαγγελέα ότι θα τον στείλουν φυλακή).

Ερχόμενος τώρα στα γνωστά – κυριολεκτικά – απίστευτα περιστατικά, θα μου επιτρέψετε να εκθέσω κάποιες σκέψεις που ίσως κάπως φωτίσουν μια άλλη οπτική των πραγμάτων. Τελικώς δε, εάν έχετε την υπομονή να διαβάσετε το κείμενο μέχρι το τέλος, θα φθάσετε σε μία απρόσμενη ενθάρρυνσή σας, όχι από τον γράφοντα, αλλά από μία λιτή, αλλά συγκλονιστική τότε προτροπή συγκλονιστική τότε προτροπή του αειμνήστου Καθηγητή μας Ιωάννη Μανωλεδάκη η οποία, παρά το ότι διατυπώθηκε χρόνια πριν, είμαι απολύτως βέβαιος πως άπλετα θα φωτίσει την σκέψη σας, όπως κάποτε με τις λίγες αλλά σοφές του λέξεις έβγαλε και μένα απ’ το αδιέξοδο που με είχε οδηγήσει η τρομακτική εκείνη καταδίωξη. Αναφερόμενος λοιπόν, στη δική σας ταλαιπωρία επισημαίνω, με την άδειά σας, τα εξής:

Α) Σε αυθημερόν δημόσια απάντησή σας στις απειλές ότι θα πάτε φυλακή, αναφερθήκατε στο νόμο 4596/2019 που κυρώθηκε με την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2016/ΕΕ κλπ κλπ. Μα, κυρία Τουλουπάκη, στ’ αλήθεια πιστεύετε ότι οι χυδαίες αυτές απειλές οφείλονται στην άγνοια του ν.4596 και των οδηγιών της ΕΕ; Και πράγματι πιστεύετε, πως μόλις μάθουν οι υβριστές σας τον ν. 4596 θα συγκλονιστούν για το ατόπημά τους και θα σταματήσουν τις επιθέσεις τους; Μακάρι, φυσικά, να έχω άδικο και όλα αυτά πράγματι να οφείλονται σε απλή άγνοια νόμου, και όσοι σας επιτέθηκαν μ’ αυτόν τον τρόπο να πίστευαν καλόπιστα πως ο νόμος επιτρέπει να απειλούν τους εισαγγελείς και να τους κλείνουν φυλακή. Μάλλον απίθανο, όμως, μου φαίνεται.

Β) Στην απάντησή σας αναφέρεστε στις δύο αιτήσεις εξαιρέσεως σας που απορρίφθηκαν και στην απαλλαγή των Εισαγγελέων κατά της Διαφθοράς σε τρεις πειθαρχικούς ελέγχους.

Προφανώς έτσι έχουν τα πράγματα, πιστεύω όμως πως αυτά ελάχιστα ενδιαφέρουν τους οργανωτές της υπηρεσιακής σας εξόντωσης. Η προφανής ευγένειά σας, σας οδηγεί στο να χρησιμοποιείτε τη φωνή της λογικής, της ευπρέπειας και της νομικής αποτίμησης, σε απάντηση αποτίμησης, σε απάντηση χυδαίων απειλών, πρωτοφανών για κράτος δικαίου. (Δε διστάζω να παραδεχθώ πως και εγώ, μετά σαράντα χρόνια στο χώρο της Δικαιοσύνης, πρώτη φορά άκουσα από πολιτικό ευθεία και δημόσια απειλή φυλάκισης εισαγγελικού λειτουργού. Και όλοι γηράσκομεν μεν αεί διδασκόμενοι, αλλά τέτοια γνώση δεν θα πείραζε και να έλειπε από τον «πλούτο» του πολιτικού μας λεξιλογίου). Αντιλαμβάνομαι – φυσικά – πως ούτε πρέπει, ούτε μπορείτε να κατεβείτε σε επίπεδο διαλόγων πεζοδρομίου, μήπως έμμεσα, και άθελά σας φυσικά, βρεθείτε στο ίδιο κατώτατο επίπεδο με τους υβριστές σας. Πάντως, ανεξαρτήτως της δικής σας πρόθεσης, διάλογο κάνετε τελικά μ’ αυτούς, ακόμα και με την απλή αναφορά σας σε νόμους, οδηγίες κλπ.

Γ) Προφανώς, βέβαια, ανακύπτει το ερώτημα, εάν αποφύγετε τέτοιου είδους διάλογο και εξηγήσεις, πώς θα πληροφορηθεί ο κόσμος, στο όνομα του οποίου απονέμεται η Δικαιοσύνη, το τι συμβαίνει εν προκειμένω. Η επ’ αυτού απάντηση απλή μάλλον είναι και προφανής: Ο Ελληνικός λαός μπορεί στο σύνολό του πράγματι να μη γνωρίζει νομικά. Πολύ καλά όμως γνωρίζει, πως σπανιότατα κάποια σοβαρή και μεγάλη υπόθεση φθάνει σε πραγματική τιμωρία ενόχων. Και ο πιο αφελής λοιπόν Έλληνας γνωρίζει πως και στη Novartis κανένας απολύτως μεγαλόσχημος δεν πρόκειται να τιμωρηθεί. Το ίδιο δε καλά γνωρίζει πως ακόμη και αν κάτι σημαντικό προχωρήσει, με ειδικό νόμο θα παύσει το αξιόποινο, θα παραγραφεί το έγκλημα ή, σε έσχατη ανάγκη, αγρίως θα καταδιωχθεί ο εισαγγελέας που ερευνά και κινεί την υπόθεση. Και παρακαλώ βεβαιωθείτε πως την ίδια αποστροφή που εσείς αισθάνεστε με το μόνιμο παραμύθι των πολιτικών πως το μαχαίρι θα φθάσει στο κόκαλο, την ίδια ίσως και περισσότερη αισθάνονται οι απλοί άνθρωποι αυτού του τόπου, που βλέπουν μεν τα μαχαίρια να φθάνουν στο κόκαλο, αλλά μόνον των καστανάδων, των κουλουράδων, των διαδηλωτών, και των οφειλετών διακοσίων ή πεντακοσίων ευρώ.

Δ) Πολύ οδυνηρότερα, νομίζω, είναι τα βέλη, όταν προέρχονται από το ίδιο το Δικαστικό Σώμα, από συναδέλφους σας δηλαδή, που πολύ καλά γνωρίζουν το τι ακριβώς συμβαίνει. Δε σας κρύβω ότι κατά την δική μου μακρόχρονη καταδίωξη, πολύ λιγότερη σημασία έδινα στο Υπουργείο Δικαιοσύνης (απ’ όπου εκπορεύονταν τόσο η «προστασία» των αθλιοτήτων του Γεντή Κουλέ όσο και η καταδίωξη των εισαγγελέων) από το ότι και τότε βρίσκονταν δικαστικοί πρόθυμοι να εκτελούν τις διωκτικές εντολές, άριστα γνωρίζοντας και αυτοί τόσο τη «μαφία» των φυλακών όσο και την άμεση σύνδεσή της με το Υπουργείο «Δικαιοσύνης».

Με θλίψη λοιπόν (και όχι έκπληξη), πληροφορήθηκα το περιεχόμενο σχετικής συνέντευξης εν ενεργεία ανωτέρου δικαστικού λειτουργού («Θέμα» 104,6) όπου σας «στολίζει» με βαρύτατους χαρακτηρισμούς, επιρρίπτοντας ευθύνες και στην ηγεσία της Δικαιοσύνης σχετικά με την επιλογή του προσώπου σας. Δύο λεπτά όμως πιο κάτω, ο ίδιος Πρόεδρος Εφετών με την μεγαλύτερη δυνατή ειλικρίνεια, αφέλεια,ανευθυνότητα δηλώνει «φόρα παρτίδα» επί λέξει «Εγώ δεν ξέρω ούτε μια σελίδα της υπόθεσης» (!!!) .

Τα θαυμαστικά είναι δικά μου, αφού δημόσια δηλώνω πως ζηλεύω την ευφυία, την ικανότητα και την ευθυκρισία δικαστού, που χωρίς να έχει διαβάσει ούτε μία σελίδα, ζητεί την καρατόμηση συναδέλφου του που διάβασε κάποιες χιλιάδες σελίδων για να καταλήξει στα συμπεράσματα που κατέληξε.

Εύλογα – νομίζω – διερωτώμαι εάν και όσοι άλλοι ζητούν την κεφαλή σας επί πίνακι, διάβασαν και αυτοί έστω και μία σελίδα της επίμαχης δικογραφίας.

Ε) Σε σχετικά πρόσφατη συνέντευξή του (20/7/2020 σε Ρ/Σ της Θεσσαλονίκης) ο ομ. Καθηγητής της Νομικής του ΑΠΘ Νικ. Παρασκευόπουλος, χαρακτήρισε τη δίωξή σας «κορυφαία πράξη εκφοβισμού της Δικαιοσύνης». Απόλυτα ορθή η σκέψη του, αφού δεν προέκυψε πως οι υβριστές σας έχουν κάτι προσωπικό εναντίον σας. Αν η υπόθεση αυτή είναι πράγματι ορθή, ακόμα ορθότερη είναι η βεβαιότητα πως κάπου αλλού στοχεύει η επιχείρηση διασυρμού σας. Και αυτό το «κάπου αλλού» πράγματι δεν μπορεί να είναι άλλο παρά η ίδια η Δικαιοσύνη. Ξέρουν πολύ καλά οι διώκτες σας πως ο συνειρμός είναι η άμεση ανθρώπινη αντίδραση σε οποιαδήποτε δύσκολη στιγμή. Κάθε λοιπόν δικαστής ή εισαγγελέας, μπροστά σε κάποια σοβαρή υπόθεση, άμεσα – περίπου αυτόματα – θα ανακαλεί στη μνήμη του τη δική σας δοκιμασία. Και ποια θα είναι η επιλογή του μπροστά στο δίλημμα μεταξύ της επιτέλεσης του καθήκοντος με βέβαιη την υπηρεσιακή και ηθική του εξόντωση, και του «κουκουλώματος» της υπόθεσης με αδιατάρακτη την επαγγελματική του εξέλιξη;

Εύχομαι βέβαια, όπως και κάθε εχέφρων άνθρωπος, πάντοτε να πρυτανεύει η πρώτη επιλογή, παρά τις συνέπειες που προαναφέραμε. Από την ευχή όμως μέχρι την καθημερινή, εμπειρική πραγματικότητα η απόσταση είναι μεγάλη και δεν καλύπτεται με ευχολόγια, όσο ειλικρινή και αν αυτά υποτεθούν. Και αυτό επειδή και οι δικαστές είναι και αυτοί άνθρωποι με ανάγκες, υποχρεώσεις, προσδοκίες και θεμιτές φιλοδοξίες, που δεν επέλεξαν αυτό το λειτούργημα για να υβρίζονται, να λοιδορούνται, να απειλούνται κατά την άσκησή του και να χρειάζεται ηρωισμός για να ανταπεξέλθουν. Αλλοίμονο στη Δικαιοσύνη, που για να απονεμηθεί χρειάζεται ήρωες.

ΣΤ) Το ίδιο προφανές είναι και το ότι ανεξάρτητα από τις όποιες παραπέρα γενικότερες στοχεύσεις, αυτή τη στιγμή ο «οδοστρωτήρας» περνά από πάνω σας. Σεις υφίστασθε τα όσα διοχετεύονται για την «κακουργηματική» συμπεριφορά σας, σεις οφείλετε να δίδετε εξηγήσεις και – κυρίως – σεις κάποια στιγμή θα απολογηθείτε για τη στιγμή θα απολογηθείτε για τη «διάπραξη» των μυθευμάτων αυτών. Γελοιότητες δηλαδή και ανοησίες, άξιες μόνον χλευασμού και περιφρόνησης. Για σας όμως που τώρα διατρέχετε αυτόν τον δρόμο είναι μάλλον γολγοθάς παρά μονόπρακτο του Ιονέσκο στο θέατρο του παραλόγου.

Ζ) Την άποψη αυτή φαίνεται πως και σεις συμμερίζεστε με την προ καιρού δραματική δήλωσή σας πως «και στις ανθρώπινες αντοχές υπάρχουν όρια». Σ’ αυτό έχετε απόλυτο δίκιο, με μία όμως διευκρίνιση: Τα ανθρώπινα όρια πράγματι υπάρχουν, αλλά όμως είναι άγνωστα και σε μας τους ίδιους και πάντως πολύ ευρύτερα απ’ όσο και εμείς συνήθως πιστεύουμε για τον εαυτό μας. Τόσο δε περισσότερο μεγιστοποιούνται οι αντοχές, όσο σοβαρότερη είναι η υπόθεση της έρευνας, και μάλιστα σε βαθμό που ίσως θα εκπλήξει και εσάς την ίδια. Δεν διστάζω επ’ αυτού και δημόσια να συνομολογήσω, πως εάν εκ των προτέρων μου έλεγαν πως στην περίπτωση που δεν κάλυπτα τον βόρβορο του Γεντή Κουλέ θα με περνούσαν από δεκατέσσερα πειθαρχικά και δύο ποινικά δικαστήρια, θα προβληματιζόμουν και εγώ για τις αντοχές μου. Όταν όμως ξέσπασε η θύελλα, και μόνη η σκέψη πως στη συγκεκριμένη συγκυρία το διακύβευμα ήταν η διατήρηση ή το «κλείσιμο» του φοβερού εκείνου κάτεργου, ένοιωσα πως όχι δεκατέσσερις, αλλά εκατόν τέσσερις διώξεις θα άντεχα, παρά το ασήκωτο ψυχικό βάρος εμού και της οικογένειάς μου.

Η) Τελειώνω την ανοικτή αυτή επιστολή με την μεταφορά μιας σοφής – κατά τη γνώμη μου – συμβουλής του αείμνηστου καθηγητή μας Ιωάννη Μανωλεδάκη. Κάποια στιγμή, μπροστά στον διαφαινόμενο εξαναγκασμό μου σε παραίτηση και την παραπέρα άδηλη πορεία, βρέθηκα σε πραγματική απόγνωση. Όπως αντιλαμβάνεσθε, δεν είναι εύκολο να βρεθεί κανείς «στα καλά καθούμενα» στο μηδέν, με οικογένεια και μικρά παιδιά. Από την άλλη, μου ήταν παντελώς αδύνατο να υπαναχωρήσω, χαρακτηρίζοντας το άθλιο κάτεργο περίπου «επίγειο παράδεισο», όπως ευθέως αξιωνόταν από το (τότε) Υπουργείο «Δικαιοσύνης». Σ’ αυτό λοιπόν το αδιέξοδο, ζήτησα τη συμβουλή του σοφού μας Καθηγητή. Εκείνος, αφού σκέφθηκε για δύο – τρία λεπτά (το πρόβλημα ήταν ήδη γνωστό από τις εφημερίδες), μου είπε μόνο την ακόλουθη φράση : «Να κάνετε, κύριε Εισαγγελέα, αυτό για το οποίο κάποτε τα παιδιά σας θα είναι περήφανα για σας».

Κυρία Τουλουπάκη,

Όταν βρισκόμαστε μέσα στη θύελλα, δεν αντιλαμβανόμαστε εύκολα ότι εκείνες τις στιγμές γράφεται ιστορία. Πολύ αργότερα όμως η οικογένειά σας, οι συνάδελφοι, οι φίλοι και γνωστοί σας δε θα θυμούνται καν τα ονόματα, τις μεθοδεύσεις, και τις πράξεις των διωκτών σας. Θα θυμούνται όμως ότι σεις, στην τραγική αυτή περιπέτεια της Δικαιοσύνης σταθήκατε όρθια και δεν σκύψατε το κεφάλι στις τρομακτικές αυτές διώξεις, πιέσεις και διαβολές. Ίδια – νομίζω – σημασία με την προσφυγή σας στα διεθνή δικαιοδοτικά όργανα που προαναγγείλατε, έχει και η καταφυγή στο βλέμμα των χιλιάδων απλών ανθρώπων, με τη σκέψη το τι θα λένε πέντε ή δέκα χρόνια αργότερα, όχι για την εισαγγελέα, αλλά για τον ΑΝΘΡΩΠΟ που τόλμησε να τα βάλει με τα ΘΗΡΙΑ !

Με ιδιαίτερη τιμή

Ο πρώην συνάδελφός σας

Κώστας Λογοθέτης Δικηγόρος