Παπαδάκης: «Το ποινικό δίκαιο είναι δίκαιο πράξεων και όχι προθέσεων»
Ο Κώστας Παπαδάκης, συνήγορος υπεράσπισης της Μαριάννας Μανουρά, ξεκίνησε την αγόρευσή του με μία δυναμική τοποθέτηση, απαντώντας στην χθεσινή πρόταση της εισαγγελέως. «Το ποινικό δίκαιο είναι δίκαιο πράξεων και όχι προθέσεων. Είναι δίκαιο ποινικής ευθύνης και όχι πολιτικής, και, τέλος, δίκαιο αποδείξεων και όχι ενδείξεων. Η ένδειξη δεν συνιστά απόδειξη καθαυτή· δεν είναι δυνατόν οι αποδείξεις για την ενοχή του κατηγορουμένου να υποκαθίστανται από υποθέσεις και συμπεράσματα», ανέφερε ο κ. Παπαδάκης.
«Θεμελιώδης αρχή του ποινικού δικαίου αποτελεί το τεκμήριο αθωότητας» είπε στη συνέχεια, ενώ συμπλήρωσε πως ο νομικός πολιτισμός έχει κατακτήσει τη διατύπωση ότι «κάθε άτομο είναι αθώο μέχρι τη στιγμή της τελεσίδικης καταδίκης του». Ο συνήγορος, ως απόρροια αυτής της αρχής, απαίτησε την επιείκεια έναντι της κατηγορουμένης λόγω αμφιβολιών, καθώς, σύμφωνα και με τη νομολογία του Αρείου Πάγου, το δικαστήριο οφείλει να αιτιολογεί εμπεριστατωμένα τις αποφάσεις του.
«Η δίκη αυτή θα κριθεί από το κατά πόσο το δικαστήριο θα στηριχθεί στο τεκμήριο αθωότητας και στην επιείκεια λόγω αμφιβολιών, και όχι σε υποθέσεις ή εικασίες» δήλωσε.
Στη συνέχεια, ο συνήγορος έκανε αναφορά στο επίμαχο άρθρο 187Α, τον «τρομονόμο», για τον οποίο είπε πως ανακύπτουν σοβαρά ζητήματα αοριστίας ως προς την αντικειμενική του υπόσταση, καθώς έννοιες όπως «σοβαρός κίνδυνος για τη χώρα» ή «συνθήκες τέλεσης» παραμένουν ασαφείς, με αποτέλεσμα να διευρύνεται επικίνδυνα το πεδίο εφαρμογής του. Παράλληλα, υποστήριξε πως η αξιολόγηση της πράξης υπό το πρίσμα του φρονήματος του δράστη αντιβαίνει σε βασικές αρχές του κράτους δικαίου, καθώς η έννομη τάξη χρησιμοποιεί τον σκοπό του δράστη για να τον επιβαρύνει, αλλά αρνείται να τον ελαφρύνει αναγνωρίζοντας πολιτικό χαρακτήρα στις πράξεις του, όπως συνέβη και με την περίπτωση της συγκεκριμένης δίκης, για την οποία οι κατηγορούμενοι αιτούνταν να αντιμετωπιστεί ως πολιτική δίκη, αίτημα το οποίο απορρίφθηκε παρά το γεγονός ότι οι ερωτήσεις του προεδρείου ήταν σε μεγάλο βαθμό πολιτικού περιεχομένου, όπως και ο 187Α.
Συνεχίζοντας, ο κ. Παπαδάκης ανέφερε πως το Σύνταγμα κατοχυρώνει πολιτειακές δομές και δικαιώματα, όχι όμως συγκεκριμένες πολιτικές ή οικονομικές κατευθύνσεις. Ως εκ τούτου, η ποινική αξιολόγηση με βάση ιδεολογικά χαρακτηριστικά είναι προβληματική. Το άρθρο 187Α, λόγω της αοριστίας και της εφαρμογής του, οδηγεί ουσιαστικά το δικαστήριο σε ρόλο νομοθέτηση, καλούμενο να καλύψει κενά ενός «λευκού νόμου», όπως είπε.
Σύμφωνα με τον συνήγορο υπεράσπισης της Μαριάννας, το κατηγορητήριο εμφανίζει σημαντικές ελλείψεις τόσο ως προς το αντικειμενικό όσο και ως προς το υποκειμενικό στοιχείο. Δεν αποδείχθηκε ύπαρξη δομημένης και διαρκούς οργάνωσης, ούτε συμμετοχή περισσοτέρων προσώπων πέραν των ήδη γνωστών. Δεν προέκυψε κοινή δράση με διάρκεια, ούτε σαφής σκοπός βλάβης της χώρας ή συγκεκριμένων δομών της. «Ποια είναι η διάρκεια; Ποιος ο σκοπός; Ποια η από κοινού δράση των μελών; Ποια είναι η σκοπούμενη βλάβη χώρας ή οργανισμού; Ποιες είναι οι πολιτικές δομές; Προέκυψε κίνδυνος ή σοβαρός κίνδυνος για την χώρα από την δράση των κατηγορουμένων;» αναρωτήθηκε.
«Είναι η πρώτη δικαστική διαδικασία που τη δικογραφία την έχει συνθέσει η αντιτρομοκρατική και δεν έχει έρθει ούτε ένας μάρτυρας από την αντιτρομοκρατική να καταθέσει»
«Η δικογραφία παραμένει φτωχή», δήλωσε, καθώς δεν προέκυψαν αποδεικτικά στοιχεία που να θεμελιώνουν οργανωμένη δράση, ενώ δεν εμφανίστηκε ούτε ένας μάρτυρας από την αντιτρομοκρατική υπηρεσία για να υποστηρίξει τους ισχυρισμούς της. «Είναι η πρώτη δικαστική διαδικασία που τη δικογραφία την έχει συνθέσει η αντιτρομοκρατική και δεν έχει έρθει ούτε ένας μάρτυρας από την αντιτρομοκρατική» δήλωσε.
Σχετικά με τα πολυσυζητημένα κινητά τηλέφωνα, είπε πως αυτά δεν αποδεικνύουν τίποτε πέραν απλών επικοινωνιών, καθώς οι ίδιες ομάδες προσώπων επικοινωνούσαν μεταξύ τους μέσω αυτών, χωρίς ένδειξη ευρύτερης δομής, ενώ οι κλήσεις αποσκοπούσαν στην ενεργοποίησή τους. «Δεν υπάρχουν περισσότερα πρόσωπα», δήλωσε με βεβαιότητα, αντικρούοντας τον ισχυρισμό της εισαγγελέως για την ύπαρξη τουλάχιστον δύο επιπλέον ατόμων που περίμεναν κλήση.
Ως προς το περιστατικό της έκρηξης, συνέχισε, δεν αποδείχθηκε πλήρης κατασκευή ή ολοκληρωμένη πυροδότηση εκρηκτικού μηχανισμού. Αντιθέτως, προκύπτει ότι η έκρηξη πιθανόν οφείλεται σε αμέλεια κατά τη συναρμολόγηση. Δεν βρέθηκαν κρίσιμα στοιχεία, όπως πυροκροτητής, ενώ τα υπόλοιπα ευρήματα δεν οδηγούν σε ασφαλή συμπεράσματα για τη συνδεσμολογία ή τη λειτουργία του μηχανισμού. Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να στοιχειοθετηθεί δόλος, ο οποίος απαιτεί γνώση και αποδοχή του αποτελέσματος. Εφόσον αυτό δεν αποδεικνύεται, δεν μπορεί να υπάρξει καταδίκη για πράξεις με πρόθεση.
Επιπλέον, δεν προέκυψε κατασκευή ή συμμετοχή σε κατασκευή εκρηκτικού μηχανισμού από τη Μαριάννα, ούτε κατοχή εκρηκτικών υλών, ενώ μόνη της πράξη φάνηκε να είναι η μεταφορά των υλικών, που όμως δεν ταυτίζεται με κατοχή, καθώς δεν συνεπάγεται εξουσία επί αυτών, όπως έχει κριθεί και από τη νομολογία.
Σχετικά με την εκρηκτική ύλη, ο συνήγορος καταλήγει στο συμπέρασμα πως ο νόμος παρουσιάζει ένα πρόβλημα. Ο νόμος 272 κάνει αναφορά σε «μεγάλη» ποσότητα εκρηκτικής ύλης.
«Είναι ο στόχος να απαγορεύσει την κατοχή ή να προστατεύσει τους καθημερινούς χρήστες μικρής ποσότητας; Η μεγάλη ποσότητα στέλνει τον 272 από τον βαθμό του πλημμελήματος σε αυτόν του κακουργήματος » παρατηρεί, ενώ διερωτήθηκε «σε τι μετριέται η μεγάλη ποσότητα; Δε μιλά για ισχυρή, αλλά για μεγάλη».
«Δεν προκύπτουν τα βασικά στοιχεία τρομοκρατικής οργάνωσης: δομή, διάρκεια, κοινή δράση, σαφής σκοπός»
Σε ό,τι αφορά την κατηγορία της τρομοκρατικής οργάνωσης, ο κ. Παπαδάκης δήλωσε απόλυτα πως δεν αποδείχθηκε ούτε η συγκρότηση ούτε η ένταξη σε αυτή. «Δεν προκύπτουν τα βασικά στοιχεία: δομή, διάρκεια, κοινή δράση, σαφής σκοπός» δήλωσε.
Η εφαρμογή του άρθρου 187Α στην παρούσα υπόθεση φαίνεται να βασίζεται περισσότερο σε ιδεολογική στοχοποίηση παρά σε αντικειμενικά δεδομένα. Ο συνήγορος υποστήριξε πως και η ύπαρξη μόνο του 187Α αποτελεί «μία παραδοχή της ένοχης συνείδησης του νομοθέτη», καθώς «καταλάβαινε πως υπάρχουν πολιτικά εγκλήματα, δράσεις διαφύλαξης ελευθερίας και δημοκρατίας, που μπορούν να είναι αξιόποινες πράξεις και να μη θεωρούνται τρομοκρατικές εάν αποσκοπούν στη διαφύλαξη της Δημοκρατίας».
«Η δικαιοσύνη καλείται να αποφασίσει με βάση τα πραγματικά δεδομένα της δικογραφίας και όχι υποθέσεις»
«Η δικαιοσύνη καλείται να αποφασίσει με βάση τα πραγματικά δεδομένα της δικογραφίας και όχι υποθέσεις. Η πιστή τήρηση της αποδεικτικής διαδικασίας αποτελεί τη μόνη εγγύηση ότι το κράτος δικαίου λειτουργεί» δήλωσε.
Όπως τόνισε είναι πλέον στο χέρι του δικαστηρίου να αποκαταστήσει την αρχή της δικαιοσύνης, αναγνωρίζοντας ότι η ενοχή δεν αποδείχθηκε και ότι η αθωότητα παραμένει το μόνο νομικά τεκμηριωμένο συμπέρασμα.
Ο συνήγορος υπεράσπισης, έπειτα, περνώντας στο θέμα των ζημιών, υπογράμμισε εξαρχής ότι «η έκρηξη και οι φθορές εργαλειοποιήθηκαν από την κυβέρνηση», επισημαίνοντας ότι, παρά τη σοβαρότητα του περιστατικού, «δεν δόθηκαν αποζημιώσεις ούτε αποκατάσταση» στους πληγέντες. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «εκείνοι που όφειλαν να επιδείξουν ευαισθησία προς τους κατοίκους δεν ανταποκρίθηκαν στις υποχρεώσεις που ανέλαβαν», ενώ η κυβερνητική στάση «αναλώθηκε σε δηλώσεις και επικοινωνιακές τακτικές», σε αντίθεση με την ευαισθησία που επέδειξε η Μαριάννα, της οποίας πρώτο μέλημα με το που ξύπνησε στο νοσοκομείο ήταν οι ένοικοι της πολυκατοικίας.
Επανέλαβε συνοψίζοντας ότι «η έκρηξη τελέστηκε από αμέλεια και όχι από πρόθεση» και κατέληξε ότι «ως εκ τούτου πρέπει να κριθεί στο πλαίσιο της αμέλειας». Υπογράμμισε επίσης τη στάση της κατηγορούμενης, λέγοντας ότι «δεν θέλησε να αποποιηθεί τις ευθύνες της, δεν θέλησε να τα φορτώσει στον νεκρό, όπως συνήθως συμβαίνει», αλλά «αναφέρθηκε διεξοδικά σε όλα τα περιστατικά και ανέλαβε την ευθύνη».
Παρά ταύτα, επεσήμανε ότι «ένταξη σε τρομοκρατική οργάνωση δεν υπάρχει», ενώ «συμμετοχή σε κατασκευή εκρηκτικού μηχανισμού δεν προκύπτει και κατοχή εκρηκτικών υλών επίσης δεν προκύπτει». Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «δεν είναι κάτοχος του υλικού αλλά, το πολύ, μεταφορέας του», υπενθυμίζοντας ότι «η νομολογία έχει δεχθεί πως η μεταφορά δεν συνιστά κατοχή όταν δεν υπάρχει εξουσία πάνω στο αντικείμενο».
Στρέφοντας την κριτική του στην εισαγγελική πρόταση, αναγνώρισε ότι «το δικαστήριο διεξήγαγε μια εξαιρετικά πλούσια διαδικασία, με σεβασμό των δικονομικών δικαιωμάτων», ωστόσο επισήμανε ότι «παραμένει μια επιλεκτικότητα εις βάρος συγκεκριμένων χώρων, όπως των αντιεξουσιαστών και αντικαπιταλιστών, όχι εις βάρος φασιστών, χρυσαυγητών , εθνικιστών κλπ».
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στις ελλείψεις της κατηγορίας, τονίζοντας ότι «η παραδοχή ότι είτε υφίσταται κάθετη είτε ιεραρχική δομή είναι ένα και το αυτό, ουσιαστικά αναιρεί το ίδιο το στοιχείο της δομής». Παράλληλα, υπογράμμισε ότι «δεν έχουμε καμία παραδοχή για τον χρόνο συγκρότησης, ούτε για το είδος της δομής», ενώ «απουσιάζει πλήρως αναφορά στο “δρουν από κοινού” και στη διάρκεια της δράσης».
Όπως ανέφερε, «δεν υπάρχει καμία αναφορά στον σοβαρό κίνδυνο για τη χώρα, ούτε στις συνθήκες τέλεσης», ενώ για τον δόλο σημείωσε πως «δεν ακούσαμε συγκεκριμένες απαντήσεις: ποιες δομές προσπάθησαν να καταστρέψουν; συνταγματικές; πολιτικές; οικονομικές; τίποτα από όλα αυτά».
Ο συνήγορος έκανε λόγο για «ποινικοποίηση προσωπικών σχέσεων και τρόπου ζωής», καθώς και για «αυθαίρετες κρίσεις», όπως η εκτίμηση ότι «δεν αρκούσε μία ώρα για να ολοκληρωθεί η συναρμολόγηση του μηχανισμού» ή η σύνδεση προσώπων βάσει χρονικών συμπτώσεων.
Καταλήγοντας, τόνισε με έντονο τρόπο ότι «σε μια δίκη που μιλάμε για χάρτες και υποθέσεις, έχουν μείνει πέντε άνθρωποι στη φυλακή, μερικοί εκ των οποίων δε θα έπρεπε να μείνουν ούτε μία ημέρα μέσα, επισημαίνοντας τις «αυθαίρετες και αναιτιολόγητες παραδοχές» περί ρόλων, δομών και συμμετοχής.
Ολοκληρώνοντας την αγόρευσή του, ο συνήγορος κάλεσε το δικαστήριο να στηριχθεί αποκλειστικά στα αποδεικτικά στοιχεία και όχι σε υποθέσεις, υπογραμμίζοντας ότι η υπόθεση αυτή «δεν θεμελιώνει ούτε τρομοκρατική οργάνωση ούτε δόλο, αλλά, το πολύ, πράξεις αμέλειας χωρίς τα χαρακτηριστικά που επιχειρεί να της αποδοθούν».
Καμπαγιάννης: «Η ουσιώδης διαφοροποίηση δεν βρίσκεται στα πραγματικά περιστατικά, αλλά στον ιδεολογικοπολιτικό χώρο στον οποίο αποδίδεται η έκρηξη»
Έπειτα, τον λόγο πήρε ο δεύτερος μάρτυρας υπεράσπισης της Μαριάννας, κ. Καμπαγιάννης, ο οποίος θέλοντας να αναδείξει την ιδιαιτερότητα της υπόθεσης, τόνισε ότι «η ιδιαιτερότητα της συγκεκριμένης δίκης έχει να κάνει με τα αντικειμενικά τεκμήρια», τα οποία περιορίζονται σε «αδιευκρίνιστη ποσότητα φυσιγγίων, δυο αχρησιμοποίητα όπλα και μια έκρηξη που δεν έγινε επί σκοπώ στο συγκεκριμένο κτίριο». «Αυτά τα ευρήματα εισάγονται με την μορφή πέντε κακουργημάτων» παρατήρησε με έκπληξη. Όπως υπογράμμισε, «η ουσιώδης διαφοροποίηση δεν βρίσκεται στα πραγματικά περιστατικά, αλλά στον ιδεολογικοπολιτικό χώρο στον οποίο αποδίδεται η έκρηξη».
Στο πλαίσιο αυτό, επεσήμανε τους προβληματισμούς του για τον 187Α. «Είναι στη βάση του προβληματικό το 187Α ,όπου ο αποδιδόμενος σκοπός υπερκαλύπτει την αντικειμενική βάση. Η ευθύνη είναι νομοθετική. Η αντιτρομοκρατική νομοθεσία εισάγει μια μαύρη τρύπα και απειλεί τις εγγυήσεις του φιλελεύθερου δικαίου. Οι μεγαλύτερες κακοδικίες προκύπτουν σε δίκες με τον187Α» είπε, αναδεικνύοντας τον εγγενώς προβληματικό χαρακτήρα της διάταξης. Μάλιστα, ανέφερε χαρακτηριστικά ότι «στον αντιτρομοκρατικό νόμο προστίθεται κάθε φορά η επιλογή του νομοθέτη για το ποιον θεωρεί εχθρό», καταλήγοντας ότι «το ποιον επιλέγει ως εχθρό είναι κάθε φορά πολιτικό».
«Αυτό το ‘’Α’’ δίπλα στο 187 μάλλον θα πρέπει να το κυκλώσουμε και να το μετατρέψουμε σε αλφάδι»
Ο συνήγορος σημείωσε πως η Ελλάδα έχει μια πολύ κακή επίδοση στην εφαρμογή του 187 και του 187Α. «Έχει φανεί ότι υπάρχει μεγάλη και μαζική και αλόγιστη χρήση του συγκεκριμένου άρθρου» συμπλήρωσε «η οποία αφορά έναν συγκεκριμένο πολιτικό και ιδεολογικό χώρο. Αυτό το ‘’Α’’ δίπλα στο 187 μάλλον θα πρέπει να το κυκλώσουμε και να το μετατρέψουμε σε αλφάδι ( Ⓐ )» συμπλήρωσε αστειευόμενος, με το ακροατήριο αλλά και την έδρα να γελούν με κατανόηση.
«Ο τρόπος, οι σχέσεις, το πλαίσιο είναι αυτά που εξηγούν το ποιος είναι ο εχθρός και ποιος θα υποστεί τον 187Α, είναι επιλεκτικό» είπε, Ξανά αστειευόμενος, θέλοντας να καταστήσει κατανοητό πως υπάρχει στοχοποίηση σε συγκεκριμένο ιδεολογικοπολιτικό χώρο, είπε πως «είναι σαν να πετάω ένα βελάκι στον τοίχο και μετρά να πηγαίνω και να ζωγραφίζω δύο κύκλους γύρω του και να λέω ‘’α τι ωραία, πέτυχα τέλεια τον στόχο’’».
Αναφερόμενος στο χρονικό στοιχείο, σημείωσε την αντίφαση της εισαγγελικής προσέγγισης, λέγοντας ότι «όσον αφορά το χρονικό, η εισαγγελέας το έθεσε ως στοιχείο της υποκειμενικής υπόστασης – ότι δεν χρειάζεται διάρκεια, αρκεί να υπάρχει σκοπός», κάτι που, όπως άφησε να εννοηθεί, αποδυναμώνει κρίσιμα στοιχεία της κατηγορίας.
«Χρειάζεται να εξυπηρετηθεί ένα αφήγημα – το αφήγημα μιας πολυκατοικίας που καταστράφηκε τόσο πολύ ώστε να δικαιολογεί μια τέτοια δίκη»
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στον τρόπο διαχείρισης του περιστατικού από τις αρχές. επισημαίνοντας ότι «η ίδια η αστυνομία έδωσε εντολή να κλείσει όλη η πολυκατοικία και να απαγορευτεί η πρόσβαση, ενώ ο δήμος είχε διαφορετική άποψη, είπε πως πρέπει να κλείσει μόνο η αριστερή πτέρυγα». Όπως ανέφερε, «έκλεισαν νερό και ρεύμα», ενώ την ίδια στιγμή «τα καταστήματα, αυτά στο ισόγειο, που θεωρητικά θα έπρεπε να είναι τα πιο επικίνδυνα, παραμένουν ανοιχτά». Κατέληξε δε ότι «η πολυκατοικία παραμένει κλειστή όχι λόγω κινδύνου στατικότητας, αλλά γιατί χρειάζεται να εξυπηρετηθεί ένα αφήγημα – το αφήγημα μιας πολυκατοικίας που καταστράφηκε τόσο πολύ ώστε να δικαιολογεί μια τέτοια δίκη».
Σχολιάζοντας την πραγματική κατάσταση, ανέφερε με αιχμηρό τρόπο ότι «η εικόνα που δίνεται δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα», κάνοντας λόγο για «δημόσιες σχέσεις και δημιουργία εντυπώσεων» της κυβέρνησης, ενώ σημείωσε ότι «η περίφημη εταιρία ΤΕΡΝΑ , που ανέλαβε την αποκατάσταση, στην πράξη είναι τέσσερα άτομα», την ώρα που «άνθρωποι μένουν σε ξενοδοχεία και χάνουν το εισόδημά τους», δεδομένα που δόθηκαν στο δικαστήριο από τους ίδιους τους μάρτυρες κατηγορίας, τους ενοίκους της πολυκατοικίας.
Σε σχέση με τα κινητά τηλέφωνα, ο συνήγορος ανέφερε ότι «η Μαριάννα είπε ότι τα αγόρασε η ίδια», ενώ οι συγκεκριμένες κάρτες SIM «πωλούνται στο κέντρο της Αθήνας πάρα πολύ εύκολα». Έθεσε δε το ερώτημα «γιατί;» και απάντησε ότι «ο κόσμος θέλει ιδιωτικότητα», αναφέροντας ότι «με συστήματα παρακολούθησης όπως το Predator μπορούν να καταγραφούν τα πάντα», και γι’ αυτό «επιλέγονται απλές συσκευές πλήκτρα και ανώνυμες κάρτες».
Τόνισε μάλιστα ότι «η Μαριάννα δεν το έκρυψε – αναγνώρισε πράξεις με ποινικό φορτίο», εξηγώντας ότι «αναζήτησε τρόπο να μην μπορεί κανείς να την εντοπίσει». Ωστόσο, αμφισβήτησε την εισαγγελική εκδοχή περί ευρύτερης συνωμοτικότητας σχετικά με τη Δήμητρα, επισημαίνοντας ότι «αν κάποιος ήταν τόσο “ψηλά”, θα φρόντιζε να είναι ο ίδιος απόλυτα καλυμμένος». Αντίθετα, «η Δήμητρα εμφανίστηκε επώνυμα, με το πρόσωπό της, το όνομά της και τον σύντροφό της για να παραλάβει τα κλειδιά», γεγονός που αντιφάσκει με την εικόνα οργανωμένης, συνωμοτικής δομής.
Όπως υπογράμμισε, «η ανωνυμία της Μαριάννας δεν αποσκοπούσε στην προστασία άλλων», καταρρίπτοντας το σχετικό σενάριο της κατηγορίας.
Σχετικά με τα τέσσερα κινητά τηλέφωνα, τα οποία η εισαγγελέας χαρακτήρισε ως «την κορωνίδα της απόδειξης πολυπρόσωπης τρομοκρατικής οργάνωσης», ο κύριος Καμπαγιάννης αντέτεινε ότι «θα στοιχειοθετούσαν κάτι τέτοιο μόνο αν υπήρχαν συνομιλίες μεταξύ των δύο ζευγών κινητών». Αντιθέτως, «στις 31/10 υπάρχουν μόνο κλήσεις προς υπηρεσίες».
Έθεσε δε το εύλογο ερώτημα: «αν ήταν προς χρήση, δεν θα υπήρχαν κλήσεις μεταξύ των κινητών την κρίσιμη ημέρα;». Παράλληλα, αμφισβήτησε την επιλεκτική αποδοχή σεναρίων από την κατηγορία, ρωτώντας «γιατί απορρίπτεται το ενδεχόμενο να υπήρχε πρόθεση στρατολόγησης άλλων ατόμων και να μην κατέστη δυνατή; Γιατί λαμβάνουμε ως δεδομένη την ύπαρξη επιπλέον ατόμων; Όπως βλέπετε κι εγώ σενάρια κάνω, στα σενάριά σας απαντώ με σενάρια».
Καταλήγοντας, υπογράμμισε ότι «η ένταξη σε τρομοκρατική οργάνωση δεν μπορεί να συναχθεί αυθαίρετα», επισημαίνοντας ότι «άλλο η ενδεχόμενη συνεργία και άλλο η συμμετοχή σε οργάνωση». Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «μπορεί να υπάρξει συνεργία χωρίς να υπάρχει συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση», καταδεικνύοντας το άλμα λογικής που επιχειρείται από την κατηγορία.
Φτάνοντας προς το τέλος της αγόρευσής του, ο κύριος Καμπαγιάννης θυμήθηκε τα λόγια της μητέρας του Κυριάκου Ξυμητήρη στην κατάθεσή της, στης οποίας την καθημερινή παρουσία στο δικαστήριο, μαζί με τον πατέρα του Κυριάκου, θεώρησε, δικαίως, πως πρέπει να αναφερθεί.
«Οι μέρες κυλάνε, οι στιγμές σκαλώνουν», και συνεχίζοντας, φεύγοντας πλέον από το αυστηρώς νομικό πλαίσιο, είπε πως «μέσω των μαρτύρων υπεράσπισης, γονιών, φίλων, καθηγητών και συντρόφων, θελήσαμε να δώσουμε την εικόνα αυτών των ανθρώπων πέρα από την 31η Οκτωβρίου. Τα άτομα αυτά είναι όμηροι αυτής της στιγμής».
Στο ίδιο σαρκαστικό ύφος, αναφερόμενος στην αυθαιρεσία του νόμου 187Α, με ζωντανή απόδειξή της στα πρόσωπα ορισμένων από τους μάρτυρες υπεράσπισης που υπάγονται στον αναρχικό χώρο και καταδικάστηκαν αδίκως, ενώ εν τέλει αθωώθηκαν, σχολίασε «είναι δυνατόν να δημιουργηθεί ένας ολόκληρος σύλλογος ανθρώπων που έχουν υποστεί φουσκωμένα κατηγορητήρια με βάση τον συγκεκριμένο νόμο;»
«Η εισαγγελέας είπε ότι στην κοινοβουλευτική δημοκρατία υπάρχουν θεσμοί και, άρα, κανείς δεν έχει ή δεν μπορεί να έχει τον ρόλο του αυτόκλητου τιμωρού. Νομίζω ότι αυτή η φράση πλησιάζει την καρδιά του άρθρου 187Α, που αναφέρεται σε “όποιον τελεί κακούργημα ή οποιοδήποτε έγκλημα γενικής διακινδύνευσης ή έγκλημα κατά της δημόσιας τάξης υπό συνθήκες ή με τέτοιον τρόπο ή σε τέτοια έκταση που να προκαλεί σοβαρό κίνδυνο για τη χώρα ή για διεθνή οργανισμό και με σκοπό να εκφοβίσει σοβαρά έναν πληθυσμό ή να εξαναγκάσει παρανόμως δημόσια αρχή ή διεθνή οργανισμό να εκτελέσει οποιαδήποτε πράξη ή να απόσχει από αυτή ή να βλάψει σοβαρά ή να καταστρέψει τις θεμελιώδεις συνταγματικές, πολιτικές ή οικονομικές δομές μιας χώρας ή ενός διεθνούς οργανισμού”».
«Το ζητούμενο είναι ένα: να ακολουθηθεί πιστά η αποδεικτική διαδικασία και όσα προέκυψαν από τη δικογραφία. Αυτή θα είναι η μεγαλύτερη απόδειξη ότι η δημοκρατική, νόμιμη οδός παραμένει ακόμη ανοιχτή».
Ο κ. Καμπαγιάννης μίλησε για τις περιπτώσεις που ο κόσμος ζητά μια αλλαγή η οποία δε συμφέρει τους θεσμούς να πραγματοποιηθεί. «Ζητάμε, δηλαδή, και εξαναγκάζουμε το κράτος να ψηφίζει νόμους που δεν θέλει· γι’ αυτό οργανωνόμαστε σε κόμματα, συλλογικότητες κ.λπ.» συμπλήρωσε, και συνέχισε λέγοντας πως «η αντιτρομοκρατική γίνεται η υλική συμπύκνωση της παθογένειας του άρθρου 187Α. Τότε, η νόμιμη οδός υποχωρεί και προβάλλεται η λογική ότι «δικαιολογείται» η παράνομη δράση – έτσι ιστορικά δικαιολογήθηκαν και νομιμοποιήθηκαν πράξεις σε περιόδους όπως η χούντα. Δεν υπήρχε άλλος νόμιμος τρόπος να αλλάξουν τα πράγματα».
Ολοκληρώνοντας την αγόρευσή του, ο κ. Καμπαγιάννης, έχοντας στραμμένη την προσοχή όλων πάνω του, έκλεισε λέγοντας:
«Τέτοιες ενέργειες ανέκαθεν δημιουργούσαν σε ένα μέρος της κοινωνίας την αίσθηση ότι υπάρχει ακόμη κόσμος που δεν έχει υποκύψει ή αποχαυνωθεί, πως κάτι μπορεί να αλλάξει.
Ποια είναι, όμως, σήμερα η νόμιμη οδός για να αλλάξουμε τα πράγματα; Για παράδειγμα, πώς μπορεί να σταματήσει μια διαπιστωμένη αυθαιρεσία της αντιτρομοκρατικής;
Πώς μπορεί να υποχρεωθεί η ΕΥΠ να δώσει εξηγήσεις για την παρακολούθηση του προέδρου της αξιωματικής αντιπολίτευσης;
Ποια είναι η νόμιμη οδός για να σταματήσει μια γενοκτονία;
Μια προφανής απάντηση είναι “τα διεθνή δικαστήρια” ας θυμηθούμε, όμως, πως ήδη υπάρχει ένταλμα σε βάρος του πρωθυπουργού του Ισραήλ, ο οποίος ελεύθερα μπαινοβγαίνει στον εναέριο χώρο μας.
Η πραγματικότητα δείχνει ότι η κατάσταση ολοένα και περιορίζει τη νόμιμη οδό.
Δεν υπάρχει αναρχικός δικαστής και δεν υπάρχει αναρχικός τραπεζίτης· αναγνωρίζουμε ότι η ένοπλη βία είναι παράνομη.
Οι δύο κόσμοι, όμως, αυτός της δικαιοσύνης και αυτός της αναρχίας, σε πολλά σημεία πιστεύω ότι εφάπτονται – και με το ίδιο ενδιαφέρον οφείλουν να αντιμετωπιστούν.
Το ζητούμενο είναι ένα: να ακολουθηθεί πιστά η αποδεικτική διαδικασία και όσα προέκυψαν από τη δικογραφία. Αυτή θα είναι η μεγαλύτερη απόδειξη ότι η δημοκρατική, νόμιμη οδός παραμένει ακόμη ανοιχτή».
Συνήγορος Δημήτρη: «Εδώ και 540 ημέρες ένας αθώος άνθρωπος βρίσκεται στη φυλακή»
Τέλος, η δικάσιμος ολοκληρώθηκε με την αγόρευση του δικηγόρου του τρίτου κατηγορούμενου, Δημήτρη, ο οποίος είπε πως η μονη εμπλοκη του εντολέα του είναι μια συναισθηματική σχέση και ότι ήδη από το στάδιο της ανάκρισης είχε αποδειχθεί πως ο εντολέας του δεν είχε καμία απολύτως σχέση με την υπόθεση. Τόνισε ότι τα στοιχεία της δικογραφίας συνηγορούσαν στο ότι δεν υπήρχε καμία εμπλοκή του με όπλα, εκρηκτικές ύλες ή συναφή αντικείμενα.
Ανέφερε ακόμη ότι είναι εσφαλμένη η προσπάθεια σύνδεσης του εντολέα του και της δεύτερης κατηγορούμενης με κατασκευή εκρηκτικών βάσει των σπουδών τους, υπογραμμίζοντας ότι μια τέτοια συλλογιστική στερείται πραγματικής βάσης. Υπενθύμισε ότι ο Δημήτρης παραδόθηκε οικειοθελώς στις αρχές, «έχοντας εμπιστοσύνη ότι εκείνες θα επιτελούσαν ορθά το έργο τους».
Καταλήγοντας, επισήμανε ότι «εδώ και 540 ημέρες ένας αθώος άνθρωπος βρίσκεται στη φυλακή και ότι πλέον εναπόκειται στο δικαστήριο να αποδείξει, με την απόφασή του, πως το μέλλον του δεν βρίσκεται σε ένα κελί στον Κορυδαλλό».