Η οργάνωση φέρεται να είχε αναπτύξει τουλάχιστον από το 2016 ένα πολυσύνθετο δίκτυο επιχειρήσεων σε Αττική, Ρόδο, Μύκονο, Λάρισα και Κόρινθο, διατηρώντας παράλληλα οικονομικές και επιχειρησιακές διασυνδέσεις στη Βουλγαρία, την Ιρλανδία και τη Δανία.

Ειδικότερα, τα μέλη της φέρονται να είχαν δημιουργήσει και να αξιοποιούσαν 430 αλληλοσυνδεόμενα εταιρικά σχήματα, από τα οποία τα 340 χρησιμοποιούνταν στο πλαίσιο οργανωμένου μηχανισμού συστηματικής αποφυγής φορολογικών, ασφαλιστικών και άλλων οικονομικών υποχρεώσεων.

Οι εταιρείες εμφανίζονταν ως ανεξάρτητες επιχειρηματικές οντότητες, ενώ, σύμφωνα με την αστυνομία, στην πραγματικότητα βρίσκονταν υπό τον έλεγχο των ίδιων προσώπων. Οι πραγματικοί διαχειριστές απέκρυπταν την ιδιότητά τους, χρησιμοποιώντας παρένθετα πρόσωπα, τους λεγόμενους «αχυρανθρώπους», ως τυπικούς διαχειριστές και νόμιμους εκπροσώπους.

Το δίκτυο εκτεινόταν σε επιχειρηματικούς κλάδους με υψηλό κύκλο εργασιών, όπως νυχτερινά κέντρα διασκέδασης, επιχειρήσεις εστίασης, beach bars, ξενοδοχειακές μονάδες, ταξιδιωτικά γραφεία, αρτοποιεία, ζαχαροπλαστεία και καταστήματα ψυχαγωγίας ενηλίκων.

Κεντρικό στοιχείο της μεθόδου που φέρεται να ακολουθούσε η οργάνωση ήταν η συστηματική συσσώρευση οφειλών προς το Δημόσιο, τους ασφαλιστικούς φορείς και τους ΟΤΑ και, στη συνέχεια, η αντικατάσταση των εταιρειών που δημιουργούσαν τα χρέη από νέες επιχειρηματικές οντότητες. Οι τελευταίες συνέχιζαν την ίδια δραστηριότητα, υπό τον έλεγχο των ίδιων πραγματικών διαχειριστών.

Οι οφειλές προέρχονταν, μεταξύ άλλων, από:

  • Τη συστηματική μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών.
  • Τη μη εξόφληση βεβαιωμένων φορολογικών υποχρεώσεων, όπως ο ΦΠΑ και ο φόρος εισοδήματος.
  • Τη μη καταβολή μισθωμάτων προς Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και την Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου (ΕΤΑΔ ΑΕ), βάσει συμβάσεων παραχώρησης τμημάτων αιγιαλού και παραλίας.
  • Τη μη απόδοση παρακρατούμενων φόρων επί της μισθοδοσίας των εργαζομένων.
  • Τη μη επιστροφή οικονομικών ενισχύσεων που είχαν χορηγηθεί με τη μορφή επιστρεπτέας προκαταβολής.

Η ΕΛΑΣ επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, η μη καταβολή των οικονομικών υποχρεώσεων δεν συνδεόταν με πραγματική οικονομική αδυναμία των επιχειρήσεων, αλλά αποτελούσε συνειδητή επιλογή ενταγμένη στον συνολικό σχεδιασμό της οργάνωσης.

Παρά τη συσσώρευση των χρεών, διαπιστώθηκαν εκτεταμένες αναλήψεις χρημάτων από εταιρικούς τραπεζικούς λογαριασμούς, πολυάριθμες διατραπεζικές μεταφορές μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών, χορηγήσεις άτοκων και μακροχρόνιων δανείων, καθώς και καταβολές ιδιαίτερα υψηλών αποζημιώσεων απόλυσης σε βασικά μέλη της οργάνωσης.

Τα συγκεκριμένα πρόσωπα εμφανίζονταν προσχηματικά ως εργαζόμενοι για σύντομα χρονικά διαστήματα. Ενδεικτικά, η έρευνα εντόπισε περίπτωση δήλωσης αποζημίωσης απόλυσης ύψους περίπου 1,2 εκατ. ευρώ.

Την ίδια στιγμή, τα μέλη της οργάνωσης φέρονται να επέκτειναν διαρκώς τις επιχειρηματικές τους δραστηριότητες, να αποκτούσαν ακίνητα στην Ελλάδα και το εξωτερικό, να αγόραζαν πολυτελή οχήματα και να επένδυαν σε χρηματοοικονομικά προϊόντα, διατηρώντας τρόπο ζωής δυσανάλογο προς τα δηλωθέντα εισοδήματά τους.

Με αυτόν τον μηχανισμό, οι πραγματικοί διαχειριστές διατηρούσαν τον έλεγχο των επιχειρήσεων και των οικονομικών τους δραστηριοτήτων, ενώ οι οφειλές παρέμεναν σε εταιρείες χωρίς ουσιαστική δυνατότητα αποπληρωμής. Όταν οι εταιρείες συσσώρευαν σημαντικά χρέη, αντικαθίσταντο από νέες, οι οποίες συνέχιζαν την ίδια επιχειρηματική δραστηριότητα.

Έτσι, τα μέτρα είσπραξης των αρμόδιων αρχών στρέφονταν κατά εταιρειών-«κελυφών», καθιστώντας ιδιαίτερα δύσκολη την ικανοποίηση των οικονομικών απαιτήσεων του Δημοσίου και των υπόλοιπων φορέων. Παράλληλα, η χρήση παρένθετων προσώπων ως τυπικών διαχειριστών επέτρεπε στους πραγματικά υπεύθυνους να αποκρύπτουν την ταυτότητά τους, εμφανίζοντας στις φορολογικές, ασφαλιστικές και διοικητικές αρχές διαφορετικές και δήθεν ανεξάρτητες επιχειρήσεις.

Σύμφωνα με την αστυνομία, οι εταιρείες αποτελούσαν στην πραγματικότητα διαδοχικούς κρίκους του ίδιου επιχειρηματικού δικτύου, υπό κοινή αφανή διοίκηση, γεγονός που επέτρεπε τη συνέχιση της δραστηριότητας χωρίς την εκπλήρωση των οικονομικών υποχρεώσεων.

Οι εικονικές έδρες και η εσωτερική ιεραρχία

Για την υποστήριξη του μηχανισμού χρησιμοποιούνταν 32 διευθύνσεις στην Αττική ως κοινές, εικονικές εταιρικές έδρες. Παράλληλα, καταρτίζονταν έγγραφα, εξουσιοδοτήσεις και άλλα δικαιολογητικά για τη σύσταση, τη λειτουργία και τη διαχείριση των επιχειρήσεων.

Σύμφωνα με τα ευρήματα, αξιοποιούνταν τραπεζικοί λογαριασμοί στην Ελλάδα και το εξωτερικό, τερματικές συσκευές POS, διατραπεζικές μεταφορές και εικονικές συναλλαγές μεταξύ εταιρειών του δικτύου, με στόχο την απόκρυψη των οικονομικών ροών, των πραγματικών δικαιούχων και της φορολογητέας ύλης.

Οι πρακτικές αυτές αποσκοπούσαν στην απόκρυψη πραγματικών εσόδων και στην εμφάνιση μειωμένης φορολογητέας ύλης, περιορίζοντας τεχνητά τις φορολογικές υποχρεώσεις των επιχειρήσεων. Παράλληλα, σύμφωνα με την ΕΛΑΣ, εξασφάλιζαν στην οργάνωση αθέμιτο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα έναντι των επιχειρήσεων που εκπλήρωναν τις φορολογικές και ασφαλιστικές υποχρεώσεις τους, καθώς της επέτρεπαν να επεκτείνει τις δραστηριότητές της και να διεκδικεί μεγαλύτερο μερίδιο της αγοράς.

Η οργάνωση φέρεται να διέθετε συγκεκριμένη ιεραρχία, κατανομή αρμοδιοτήτων και διακριτούς μηχανισμούς διοικητικής, λογιστικής και οικονομικής υποστήριξης. Ειδικότερα, η δομή της περιλάμβανε:

  • Το αρχηγικό μέλος, το οποίο ασκούσε τον κεντρικό έλεγχο και καθοδηγούσε την επιχειρηματική και οικονομική δραστηριότητα.
  • Τους άτυπους συνεταίρους, οι οποίοι συμμετείχαν αφανώς στα εταιρικά σχήματα και λάμβαναν ποσοστά επί των οικονομικών αποτελεσμάτων, που κυμαίνονταν, ανά περίπτωση, από 20% έως 25%.
  • Τον κεντρικό επιχειρησιακό πυρήνα, τα μέλη του οποίου αναλάμβαναν τη σύσταση εταιρειών, την εξεύρεση παρένθετων διαχειριστών, τη διαχείριση οικονομικών συναλλαγών και την οργάνωση του εταιρικού δικτύου.
  • Τους περιφερειακούς λειτουργικούς κόμβους σε Αττική, Ρόδο και Μύκονο, οι οποίοι παρείχαν λογιστική, φορολογική, ασφαλιστική και διοικητική υποστήριξη στις συνδεδεμένες επιχειρήσεις.
  • Τα παρένθετα πρόσωπα, τα οποία εμφανίζονταν ως νόμιμοι εκπρόσωποι ή διαχειριστές χωρίς να ασκούν ουσιαστικό έλεγχο στη λειτουργία των εταιρειών.

Τα παρένθετα πρόσωπα επιλέγονταν, σε αρκετές περιπτώσεις, από οικονομικά ευάλωτες κοινωνικές ομάδες. Έναντι χρηματικού ανταλλάγματος παραχωρούσαν τα προσωπικά τους στοιχεία ή συμμετείχαν σε τυπικές διαδικασίες σύστασης και διαχείρισης επιχειρήσεων.

Επιπλέον, από την έρευνα προέκυψε ότι για τη συγκρότηση ορισμένων εταιρικών σχημάτων είχαν χρησιμοποιηθεί στοιχεία ταυτότητας προσώπων που δεν αντιστοιχούσαν σε υπαρκτά φυσικά πρόσωπα.

Οφειλές 95,5 εκατ. ευρώ και ζημία σχεδόν 77 εκατ. ευρώ

Η οικονομική διάσταση της υπόθεσης αποτυπώνεται στα στοιχεία της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων και του e-ΕΦΚΑ. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα δεδομένα, η ζημία από τη συστηματική μη καταβολή οικονομικών υποχρεώσεων ανέρχεται συνολικά σε 76.960.295,42 ευρώ, χωρίς τις προσαυξήσεις.

Από το ποσό αυτό:

  • 38.177.451,83 ευρώ αφορούν βασικές ληξιπρόθεσμες οφειλές.
  • 38.782.843,59 ευρώ αφορούν οφειλές προς τον e-ΕΦΚΑ.

Επιπλέον, το συνολικό ύψος των καταγεγραμμένων απαιτητών οφειλών των εταιρειών για τις οποίες εντοπίστηκαν οικονομικά στοιχεία ανέρχεται σε 95.557.335,09 ευρώ, βάσει των διαθέσιμων στοιχείων του Σεπτεμβρίου 2026.

Παράλληλα, από δειγματοληπτικούς οικονομικούς και φορολογικούς ελέγχους σε επιχειρήσεις της Αττικής, της Μυκόνου και της Ρόδου, για φορολογικές χρήσεις από το 2020 έως το 2025, προέκυψαν ενδείξεις απόκρυψης εκτιμώμενων καθαρών κερδών ύψους 30.519.402,73 ευρώ και μη δηλωθεισών ή αποκρυβεισών φορολογητέων εκροών ύψους 43.295.172,62 ευρώ.

Μέχρι στιγμής, από τους φορολογικούς ελέγχους έχουν προσδιοριστεί 26 περιπτώσεις κακουργηματικής φοροδιαφυγής. Τα σχετικά ποσά φόρων, μαζί με μία επιπλέον περίπτωση για την οποία έχει υποβληθεί μηνυτήρια αναφορά, ανέρχονται συνολικά σε 11.757.434,91 ευρώ. Οι έλεγχοι εξακολουθούν να βρίσκονται σε εξέλιξη.

Ακίνητα, πολυτελή αυτοκίνητα και μεταφορές κεφαλαίων

Η ανάλυση των οικονομικών δεδομένων ανέδειξε, σύμφωνα με την ΕΛΑΣ, ενδείξεις νομιμοποίησης εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες μέσω της απόκτησης και μεταβίβασης ακινήτων μεγάλης αξίας, αγορών πολυτελών οχημάτων, τραπεζικών συναλλαγών, εικονικών δανειακών συμβάσεων και μεταφορών κεφαλαίων μεταξύ συνδεδεμένων εταιρειών.

Ενδεικτικά, εντοπίστηκαν συναλλαγές που αφορούσαν ακίνητα αξίας από εκατοντάδες χιλιάδες έως και εκατομμύρια ευρώ, καθώς και αγορές πολυτελών οχημάτων αξίας έως και 665.500 ευρώ.

Κατά τις έρευνες σε κατοικίες, γραφεία, καταστήματα, επαγγελματικές εγκαταστάσεις και οχήματα, οι αρχές εντόπισαν και κατάσχεσαν:

  • Χρηματικά ποσά σε ευρώ και ξένα νομίσματα, συνολικής αξίας 528.687,38 ευρώ.
  • Δύο επιταγές συνολικής ονομαστικής αξίας 70.000 ευρώ.
  • 18 οχήματα, εκ των οποίων 12 αυτοκίνητα και 6 δίκυκλα.
  • Επώνυμες τσάντες εκτιμώμενης συνολικής αξίας 155.000 ευρώ.
  • Ρολόγια και κοσμήματα εκτιμώμενης συνολικής αξίας 500.000 ευρώ.
  • 15 νομίσματα χρυσού χρώματος.
  • Εταιρικές σφραγίδες, τραπεζικές κάρτες, συσκευές POS και μηχανήματα καταμέτρησης χρημάτων.
  • Κινητά τηλέφωνα, κάρτες SIM, ηλεκτρονικούς υπολογιστές, συσκευές tablet, σκληρούς δίσκους και άλλα ψηφιακά μέσα αποθήκευσης δεδομένων.
  • Ιδιόχειρες σημειώσεις, σημειωματάρια και καταστάσεις με στοιχεία εταιρειών και φυσικών προσώπων, ποσοστά συμμετοχής, εισπράξεις, πληρωμές και οικονομικές συναλλαγές.
  • Δύο πτυσσόμενες μεταλλικές ράβδους και μία μεταλλική σιδερογροθιά.
  • Μικροποσότητα ακατέργαστης κάνναβης.

Για τη συλλογή και τη διασφάλιση των ψηφιακών πειστηρίων στα λογιστικά γραφεία παρασχέθηκε τεχνική υποστήριξη από ειδικό κλιμάκιο της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών.

Δεσμεύτηκαν εκατοντάδες τραπεζικοί λογαριασμοί

Σημαντικά χρηματικά ποσά είχαν εντοπιστεί και στο πλαίσιο προγενέστερης έρευνας στη Ρόδο. Συγκεκριμένα, στις 27 Αυγούστου 2026, κατά τη διάρκεια έρευνας σε λογιστικό γραφείο από στελέχη του Λιμενικού Σώματος – Ελληνικής Ακτοφυλακής, είχαν κατασχεθεί επιπλέον 949.658,38 ευρώ, καθώς και κρίσιμα αποδεικτικά στοιχεία που συσχετίστηκαν με την υπόθεση.

Παράλληλα, δεσμεύτηκαν άμεσα χρηματικά ποσά συνολικού ύψους 5.208.011,16 ευρώ σε τραπεζικούς λογαριασμούς που συνδέονται με την ερευνώμενη δραστηριότητα. Η διαδικασία συγκέντρωσης στοιχείων από τα πιστωτικά ιδρύματα δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Επιπλέον, η Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες προχώρησε στη δέσμευση 130 τραπεζικών λογαριασμών νομικών προσώπων και 213 λογαριασμών φυσικών προσώπων.

Για τη διερεύνηση της υπόθεσης υπήρξε συνεργασία με την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, τον e-ΕΦΚΑ, την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες και πιστωτικά ιδρύματα.

Η έρευνα υποστηρίχθηκε επίσης από την Υπηρεσία Εσωτερικής Ασφάλειας των Ηνωμένων Πολιτειών (Homeland Security Investigations – HSI) και τη βρετανική φορολογική και τελωνειακή υπηρεσία (HM Revenue & Customs – HMRC), ενώ συνδρομή παρείχε και η μη κυβερνητική οργάνωση OUR RESCUE.

Σε βάρος των κατηγορουμένων σχηματίστηκε δικογραφία για εγκληματική οργάνωση, διακεκριμένη απάτη σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου και νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, διακεκριμένη πλαστογραφία, φοροδιαφυγή, μη καταβολή ασφαλιστικών εισφορών και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες, καθώς και για άλλα αδικήματα, κατά περίπτωση.

Οι 59 συλληφθέντες οδηγήθηκαν στην αρμόδια εισαγγελική αρχή και παραπέμφθηκαν σε ανακριτές. Η έρευνα των αρχών συνεχίζεται, με στόχο την πλήρη αποτύπωση της φερόμενης εγκληματικής δραστηριότητας και τη διερεύνηση του συνόλου των οικονομικών συναλλαγών.