Όπως αναφέρει η El Pais, τον Φεβρουάριο του 2017 ο Ράτο κρίθηκε ένοχος σε μία υπόθεση που αφορά πιστωτικές κάρτες που χρησιμοποιούνταν από κορυφαία στελέχη των τραπεζών Κάχα Μαντρίντ και Μπάνκια, στην οποία ο Ράτο ήταν επικεφαλής την περίοδο 2010-2012. Οι πιστωτικές αυτές δίνονταν στα στελέχη ανεπίσημα και χρησιμοποιούνταν για προσωπικά έξοδα, όπως διακοπές, αγορές κοσμημάτων και πολυτελή εστιατόρια, με χρέωση στα αποθεματικά των τραπεζών. Μαζί με τον Ράτο, ένοχοι βρέθηκαν ακόμα 64 πρώην διευθυντικά στελέχη των δύο τραπεζών και μέλη διοικητικών συμβουλίων.
Οι πιο βαριές ποινές επιβλήθηκαν στον Ράτο και στον πρώην επικεφαλής της Κάχα Μαντρίντ, Μιγκέλ Μπλέσα, ενώ ο Ράτο κατέθεσε έφεση κατά της απόφασης.
Η νέα καταδίκη του όμως, όπως σημειώνει η εφημερίδα, σημαίνει πιθανότατα ότι τις επόμενες μέρες η εβδομάδες ο Ράτο θα οδηγηθεί στη φυλακή. Η μόνη έξοδος διαφυγής είνια να προσφύγει στο Συνταγματικό Δικαστήριο, το οποίο αν δεχτεί την έφεση του, θα αναστείλει την ποινή μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.
Στην απόφασή του, το Ανώτατο ισπανικό Δικαστήριο αναφέρει ότι ο Ράτο εκούσια διατήρησε ένα σύστημα μυστικών μπόνους σε στελέχη, που δημιουργήθηκε το 1988 και μάλιστα το «επέκτεινε και σε άλλα άτομα».
Όταν ξέσπασε το σκάνδαλο, τα τραπεζικά στελέχη υποστήριξαν ότι οι πιστωτικές ήταν μπόνους στους μισθούς τους, παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε πουθενά γραπ΄τη αναφορά της ύπαρξής των καρτών, ούτε το επιπλέον εισόδημα αναφερόταν στις φοροεισπρακτικές αρχές. Η υπόθεση συγκλόνισε την κοινή γνώμη στην Ισπανία, καθώς συν τοις αλλοις, ξέσπασε εν μέσω της μεγαλύτερης οικονομικής κρίσης της σύγχρονης ιστορίας της χώρας.
Ο Ράτο επίσης, κορυφαίο στέλεχος στο παρελθόν του Λαϊκού Κόμματος, απομακρύνθηκε το 2014 υπό το βάρος του σκανδάλου και συνελήφθη μάλιστα για λίγο το 2015, λόγω μίας άλλης υπόθεσης για φοροδιαφυγή και ξέπλυμα χρήματος.