Ο εφιάλτης της Βηρυττού δεν έχει τέλος. Tουλάχιστον 135 νεκροί, πάνω από 100 αγνοούμενοι, οι τραυματίες ξεπερνούν τους 5.000, οι άστεγοι υπολογίζονται σε 300.000 κα, σε νέο απολογισμό, οι οι ζημιές υπολογίζονται στα δέκα με δεκαπέντε δισεκατομμύρια δολλάρια. Και παράλληλα, ένα διαλειμμένο σύστημα υγείας, που δεν είναι σε θέση να βοηθήσει όσους φτάνουν σε κρίσιμη κατάσταση σε όσα νοσοκομεία λειτουργούν ακόμη, όπως ομολόγησε πριν λίγες ώρες ο υπουργός Δημόσιας Υγείας του Λιβάνου, Χαμάντ Χασάν, εκφράζοντας φόβους ότι «ο αριθμός των νεκρών θα συνεχίσει να αυξάνει». «Ένας μεγάλος αριθμός παιδιών» έχει διασωθεί, ανέφερε, δείχνοντας εμμέσως και τις προτεραιότητες του συστήματος. Αυτοσχέδιες ή κρατικές εγκαταστάσεις παροχής πρώτων βοηθειών έχουν εγκατασταθεί σε πλατείες και πάρκινγκ, αλλά η κατάσταση δεν μπορεί να τεθεί υπό έλεγχο. Το νοσηλευτικό προσωπικό εργάζεται πολλές ώρες χωρίς φως και χωρίς κλιματισμό, λόγω των μπλακ άουτ, και δεκάδες χειρουργεία αναβάλλονται. Το σύστημα υγείας ήταν υπό κατάρρευση ήδη, και οι φωνές διαμαρτυρίας γι’ αυτό είχαν υψωθεί κατά τη διάρκεια των διαδηλώσεων του φθινοπώρου του 2019.

Οι διασώστες συνεχίζουν να εργάζονται πυρετωδώς, από ξηράς και από θαλάσσης, για τον εντοπισμό επιζώντων ή σορών, όσο το επιτρέπουν οι ελλείψεις και ειδικά οι διακοπές ρεύματος, που κάνουν αδύνατη την έρευνα τη νύχτα.

Σύμφωνα με ανακοίνωση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας (ΠΟΥ), που ξεκίνησε να αποστέλλει βοήθεια από το απόγευμα της Τετάρτης, τρία από τα νοσοκομεία της Βηρυττού δεν είναι σε θέση καν να λειτουργήσουν, ένα λειτουργεί μερικώς και ένα, το νοσοκομείο του Αγίου Γεωργίου, που βρισκόταν στην περιοχή του λιμένος, έχει καταστραφεί και οι περισσότεροι από το προσωπικό έχασαν τη ζωή τους μετά την έκρηξη. Οι ανάγκες σε αίμα είναι τεράστιες και ήδη οι γειτονικές χώρες, με πρώτη την Παλαιστίνη, οργανώνουν μαζικές αιμοδοσίες υπό την αιγίδα του Ερυθρού Σταυρού και της Ερυθράς Ημισελήνου, που βοηθά και στην ασφαλή μεταφορά του αίματος. Σήμερα, Πέμπτη, αναμένεται να φτάσουν στην πόλη και κάποιες φορητές κλινικές, η κάθε μία εκ των οποίων μπορεί να στηρίξει μερικές εκατοντάδες ανθρώπων, αλλά η κρισιμότητα της κατάστασης δεν επιτρέπει αισιοδοξία, προς το παρόν, όπως αναφέρουν εργαζόμενοι στα νοσοκομεία.

Η πόλη δεν είναι σε θέση να αντιμετωπίσει και το τεράστιο πρόβλημα των αστέγων, που όπως δήλωσε ο κυβερνήτης της πόλης, Μαρουάν Αμπούντ, φτάνουν τις 300.000. Εκατοντάδες σπίτια και κτήρια έχουν υποστεί ανεπανόρθωτες ζημιές και θα παραμείνουν μη κατοικίσιμα για πολύ καιρό.

Η καταστροφή του λιμανιού προκαλεί τεράστια προβλήματα στην εισαγωγή απαραίτητων για την επιβίωση του πληθυσμού αγαθών, αφού το λιμάνι της Τρίπολης που έχει από την Τρίτη γίνει το κύριο λιμάνι της χώρας, δεν είναι  ακόμη σε θέση να εξυπηρετήσει τις ανάγκες σε εισαγωγές τροφίμων και ιατροφαρμακευτικού υλικού.

Αναζητώντας ενόχους

Εν τω μεταξύ, όπως αναφέρουν πηγές του πρακτορείου Ρώυτερς, οι πρώτες ενδείξεις που έχουν στα χέρια τους τα μέλη της Επιτροπής που διερευνά, με κυβερνητική εντολή, τους λόγους των εκρήξεων που μετέτρεψαν την πόλη σε κρανίου τόπο, συνηγορούν ότι το κυριότερο αίτιο είναι η αμέλεια. Σε κατ’ οίκον περιορισμό και υπό στρατιωτική φύλαξη έχουν ήδη τεθεί, από το βράδυ της Τετάρτης, οι υπεύθυνοι του λιμένος, και αναμένεται το πόρισμα για να τους απαγγελθούν κατηγορίες, εάν βρει δική τους ευθύνη. Το Ανώτατο Αμυντικό Συμβούλιο του Λιβάνου δήλωσε ότι «η εσχάτη των προβλεπομένων ποινών αναμένει όποιον αποδειχθεί ότι ευθύνεται» για την καταστροφή. Αναλυτές εκτιμούν ως κινήσεις  για εσωτερική κατανάλωση τις συγκεκριμένες κινήσεις της κυβέρνησης, που προσπαθούν να την εμφανίσουν σε θέση να διεξάγει έρευνα με διαφάνεια ώστε να αποδοθούν ευθύνες. Ο λαός του Λιβάνου βρισκόταν επί μήνες στους δρόμους διαμαρτυρόμενος για την τεράστια διαφθορά και την ανικανότητα των κυβερνήσεων και για την ατιμωρησία της ελίτ που δρα ατιμωρητί σε όλα τα επίπεδα. Η οργή του είναι δεδομένη, και ήδη εκφράζεται στα κοινωνικά δίκτυα.

Σύμφωνα με το Ρώυτερς, οι 2.750 τόνοι νιτρικού αμμωνίου που παρέμεναν επί έξι χρόνια στο λιμάνι βρίσκονταν εγκαταλειμμένοι εκεί, χωρίς να έχει ληφθεί κανένα μέτρο προφύλαξης. Φωτιά φαίνεται να ξεκίνησε από την αποθήκη νο9, και κατόπιν προχώρησε στην αποθήκη νο12, όπου φυλάσσονταν το αμμώνιο. Άλλη πηγή του ίδιου πρακτορείου ανέφερε ότι από το 2014, σε τακτά διαστήματα, και τελευταία φορά προ εξαμήνου, έγινε επιθεωρήσεις των αποθηκών και οι επιθεωρητές «προειδοποίησαν ότι αν δεν έφευγε από κει [το νιτρικό αμμώνιο] θα τίναζε στον αέρα όλη τη Βηρυττό». Ο γενικός διευθυντής του οργανισμού λιμένος της Βηρυττού, Χασάν Κοραϊτέμ, είπε στον τηλεοπτικό σταθμό ΟΤV, ότι «ήξεραν πως το υλικό ήταν επικίνδυνο αλλά δε φαντάζονταν σε ποιό βαθμό». Όπως αναφέρει το BBC όλοι οι κυβερνητικοί παράγοντες δέχονται ότι για την καταστροφή ευθύνεται η έκρηξη του νιτρικού αμμωνίου «χωρίς να διευκρινίζουν αν πρόκειται για δυστύχημα ή για επίθεση» όμως.

Ο πρόεδρος του Λιβάνου, Μισέλ Αούν, δήλωσε ότι θα υπάρξει διαφάνεια και ζήτησε από όλες τις χώρες που έχουν προσφερθεί – μεταξύ των οποίων και όλες οι χώρες μέλη της ΕΕ – να στείλουν βοήθεια όσο γρηγορότερα γίνεται. Ο πρώην πρωθυπουργός Σααντ Χαρίρι, ζήτησε οι έρευνες να γίνουν από ανεξάρτητους ξένους και απαίτησε «από την κυβέρνηση μια διαφανή δικαστική έρευνα και έρευνα των αρχών ασφαλείας, χωρίς συμβιβασμούς, αρνήσεις ή παρεκκλίσεις από την αλήθεια». Για ανικανότητα και εγκληματική αμέλεια έκανε λόγο στο BBC ο υπουργός των Οικονομικών, Ραούλ Νεχμέ.

Σήμερα φτάνει στο Λίβανο ο πρόεδρος της Γαλλία, Εμαννουέλ Μακρόν, μαζί με 55 διασώστες και μία φορητή κλινική ικανή να εξυπηρετήσει περίπου 500 περιστατικά. Το Παρίσι ελπίζει σε οικονομικά και γεωπολιτικά οφέλη και την εξαργύρωση, αργότερα, της βοήθειας που προσφέρει.

Με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αναμένεται το τηλεοπτικό διάγγελμα του γενικού γραμματέα της Χεσμπολάχ, Χασάν Νασράλλα, πιθανότατα σήμερα.

Εν τω μεταξύ, πληθαίνουν στο δυτικό Τύπο τα, εν πολλοίς αβάσιμα και υποβολιμιαία, δημοσιεύματα που κατηγορούν τη Χεσμπολάχ για όσα συνέβησαν. Το ραδιόφωνο του BBC μετέδωσε συνεντεύξεις και τουίταρε ώστε να στοχοποιεί τη Χεσμπολάχ και να αφήνει υπόνοιες για ευθύνη της στην τραγωδία.

Το Μπλούμπεργκ φιλοξένησε χθες άρθρο κύριο τίτλο «Η Χεσμπολάχ δεν θα γλιτώσει τις κατηγορίες για τη Βηρυττό» και υπότιτλο «Οταν η οργή αντικαταστήσει τη θλίψη, θα κατευθυνθεί κατά της οργάνωσης με τις Ιρανικές πλάτες». Η Τζερούσαλεμ Ποστ φιλοξενεί δημοσίευμα δημιουργίας εντυπώσεων περί «τόνων νιτρικού αμμωνίου που φύλασσε η Χεσμπολάχ στο Λονδίνο και το Βερολίνο» , αναφέροντας κατόπιν ως μόνη πηγή τη Μοσάντ που «ενημέρωσε σχετικά» τις μυστικές υπηρεσίες Βρετανίας και Γερμανίας, οι οποίες εντόπισαν μεν το υλικό, δεν εντόπισαν όμως κανέναν υπεύθυνο που να το συνδέει όντως με τη Χεσμπολάχ. Σε άλλο δημοσίευμα αναρωτιέται αν «θα κάνει η έκρηξη της Βηρυττού τη Χεσμπολάχ να μεταφέρει εκτός κατοικημένων περιοχών το οπλοστάσιό της». Το Ισραήλ υποστηρίζει ότι όλο το οπλοστάσιο της Χεσμπολάχ βρίσκεται στις πόλεις, και ο Τύπος του έχει κατηγορήσει την οργάνωση ότι «χρησιμοποιεί ως ανθρώπινη ασπίδα» τους πολίτες.

Τις δηλώσεις του περί «επίθεσης» και «κάποιου είδους βόμβας» επανέλαβε και πάλι ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ. «Κανείς δεν ξέρει ακόμη τι συνέβη», προσέθεσε χθες. «Τ’ άκουσα και τα δύο [σενάρια, από τους περίφημους σπουδαίους στρατηγούς]: και ότι πρόκειται για ατύχημα και ότι πρόκειται για επίθεση» είπε. Οι συγκεκριμένες δηλώσεις, στις οποίες επιμένει, έχουν πυροδοτήσει σειρά θεωριών συνομωσίας, από κοινού με εκδηλώσεις χαράς για την καταστροφή από ακραία σιωνιστικά στοιχεία.

https://twitter.com/FalastinVoices/status/1291093930990350337

Εξηγήσεις και πληροφορίες ζήτησε η κυβέρνηση του Λιβάνου από τις ΗΠΑ, δια της διπλωματικής οδού, για τις δηλώσεις Τραμπ. Πάντως, ο υπουργός Αμύνης των ΗΠΑ, Μαρκ Έσπερ, κάλυψε τον Τραμπ, και δήλωσε χθες ότι «το Πεντάγωνο ακόμη συλλέγει πληροφορίες» και ότι «οι περισσότεροι [αλλά όχι όλοι] πιστεύουν ότι πρόκειται για δυστύχημα, όπως μεταδίδεται». Ο επικεφαλής του Στέητ Ντηπάρτμεντ, Μάικ Πομπέο, δήλωσε ότι «οι ΗΠΑ αναμένουν το πόρισμα της έρευνας που διενεργεί η κυβέρνηση του Λιβάνου», χωρίς να επεκταθεί ή σχολιάσει την προεδρική δήλωση. Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε σε δημοσιογραφικές ερωτήσεις περί πιθανής ενημέρωσης του προέδρου με άκρως απόρρητες πληροφορίες.