Ποιος μπορούσε να φανταστεί πως μετά από τόσα σκαλοπάτια, δεν θα υπήρχε τίποτα.
Αυτοί που κατέβαιναν και συναντιόντουσαν με όσους ανέβαιναν το ήξεραν βέβαια, αλλά σιγά μην τους το έλεγεαν. Από μέσα τους σκεφτόντουσαν, ανεβείτε κι εσείς σαν μαλάκες!
Και κάπως έτσι έβγαζε όλο και περισσότερα χρήματα ο κύριος Κώστας που είχε ανακαλύψει αυτή την αρχαία σκάλα και την συντηρούσε τα τελευταία είκοσι χρόνια. Με αυτούς που πλήρωναν να ανέβουν και μετά δεν έλεγαν κουβέντα για το τίποτα που αντικρίζανε, για να μην πουν οτι πιάστηκαν κορόιδα.
Και έτσι, όλο και περισσότερα κορόιδα, όλο και περισσότερα λεφτάκια για τον κύριο Κώστα.
Καμία αλληλεγγύη μεταξύ ανεβαίνοντων και κατεβαινόντων.
Κάπως έτσι καταστράφηκε ο κόσμος.
Κάπως έτσι μια μέρα, μάζεψε όλα τα λεφτά ο κύριος Κώστας, έκλεισε την κεντρική είσοδο, ανέβηκε στη σκάλα, έφτασε στο τέλος, πέταξε μέσα στο τίποτα τα χρήματα και βούτηξε κι αυτός.