Σε βάρος των κατηγορουμένων έχουν ασκηθεί τρεις πλημμεληματικές κατηγορίες: επέμβαση σε σύστημα αρχειοθέτησης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, παραβίαση του απορρήτου τηλεφωνικής επικοινωνίας και προφορικής συνομιλίας, καθώς και παράνομη πρόσβαση σε σύστημα πληροφοριών ή δεδομένα, όλες από κοινού και κατ’ εξακολούθηση, τετελεσμένες και σε απόπειρα.

Κατά την αγόρευσή του, ο εισαγγελέας Δημήτρης Παυλίδης τόνισε ότι η υπόθεση, αν και εκδικάζεται ως πλημμέλημα, έχει ιδιαίτερη βαρύτητα, επισημαίνοντας πως εάν οι πράξεις είχαν τελεστεί σε μεταγενέστερο χρόνο, θα αντιμετωπίζονταν πλέον ως κακουργήματα. Υπογράμμισε δε ότι το ελληνικό δίκαιο δεν αναγνωρίζει ποινική ευθύνη νομικών προσώπων, γεγονός που καθιστά αναγκαίο τον καταλογισμό ευθυνών σε φυσικά πρόσωπα. Απαντώντας στους ισχυρισμούς της υπεράσπισης, ο εισαγγελέας σημείωσε ότι η ποινική αξιολόγηση δεν εξαρτάται από το αν οι κατηγορούμενοι «πάτησαν το κουμπί» ή αν δημιούργησαν τον κώδικα του Predator. Όπως είπε χαρακτηριστικά, «δεν μπορεί να κρύβεται η ευθύνη πίσω από την εταιρική μορφή».

Εκτενής αναφορά έγινε στη λειτουργία και τις δυνατότητες του Predator, το οποίο ο εισαγγελέας χαρακτήρισε «σύστημα ολικής παρακολούθησης», επισημαίνοντας ότι παρέχει πλήρη πρόσβαση στο περιεχόμενο και τις λειτουργίες ενός κινητού τηλεφώνου. Τόνισε ότι η χρήση τέτοιου λογισμικού παραβιάζει το ισχύον νομικό πλαίσιο και συνιστά απειλή για τη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, ενώ σημείωσε ότι ακόμη και ενδεχόμενη χρήση του από κρατικές υπηρεσίες θα έπρεπε να προκαλεί σοβαρό προβληματισμό.

Ο εισαγγελέας στάθηκε επίσης στα προσωποποιημένα μηνύματα που εστάλησαν στους στόχους των παρακολουθήσεων, εξηγώντας ότι απαιτούσαν ελάχιστη –σχεδόν ανεπαίσθητη– ενέργεια από το θύμα για την εγκατάσταση του λογισμικού. Παράλληλα, έκανε λόγο για «πυκνό και σύνθετο πλέγμα σχέσεων» μεταξύ των εμπλεκόμενων εταιρειών, με έδρες σε χώρες που δυσχεραίνουν τη δικαστική διερεύνηση. Ιδιαίτερη αναφορά έγινε και στην εταιρεία Krikel, καθώς και στον ρόλο του Γιάννη Λαβράνου, με τον εισαγγελέα να επισημαίνει ότι, σύμφωνα με τις καταθέσεις, ο τυπικός νόμιμος εκπρόσωπος υπέγραφε συμβάσεις με την ΕΛ.ΑΣ., ενώ οι ουσιαστικές διαπραγματεύσεις πραγματοποιούνταν από άλλα πρόσωπα.

Στο πλαίσιο της αγόρευσης, ο κ. Παυλίδης αναφέρθηκε και στο θεσμικό πλαίσιο του «επιτελικού κράτους», στους διορισμούς στην ΕΥΠ και στη χρονική άφιξη του Predator στην Ελλάδα το φθινόπωρο του 2019, σκιαγραφώντας –μέσα από καταθέσεις μαρτύρων– την αλυσίδα επαφών που συνδέουν επιχειρηματικά και πολιτικά πρόσωπα.

Ο εισαγγελέας τόνισε ακόμη ότι, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, το παράνομο λογισμικό συνέχισε να λειτουργεί έως το 2024 και πιθανότατα και μεταγενέστερα, ενώ δεν παρέλειψε να σχολιάσει επικριτικά τον τρόπο διεξαγωγής ελέγχων από την ΑΔΑΕ, επισημαίνοντας ότι πραγματοποιήθηκαν κατόπιν ραντεβού. Τέλος, σημείωσε την απουσία απολογιών από τους κατηγορούμενους, επισημαίνοντας ότι, παρότι πρόκειται για νόμιμο δικαίωμά τους, η επιλογή αυτή δεν μπορεί να μην αξιολογηθεί στο πλαίσιο της συνολικής κρίσης.