Περπατούσε σκυφτός ανεβαίνοντας την Ακαδημίας. Φορούσε το παλιό παλτό κάποιου πατέρα που δεν υπήρχε πια. Τα ακουστικά σφηνωμένα στ’ αυτιά του φωνάζανε «While they kill, kill, kill, kill, kill the poor, kill, kill, kill, kill, kill the poor, kill, kill, kill, kill, kill the poor tonight, kill, kill, kill, kill, kill the poor, kill, kill, kill, kill, kill the poor, kill, kill, kill, kill, kill the poor tonight» και το βλέμμα του ήταν καρφωμένο στις μύτες των παπουτσιών του που προσπαθούσαν η μία να προλάβει την άλλη. Στο μυαλό του δεν υπήρχε πια κανένας φόβος. Καμιά αρνητική σκέψη ή μάλλον, κάθε αρνητική σκέψη είχε μεταμορφωθεί σε θρίαμβο. Κάθε κακιά σκέψη που προσπαθούσε να μπει στο μυαλό του και να τον χαλάσει, γινόταν απευθείας μια εξαίρετη ιδέα. Κάθε σύλληψη, γινόταν ευκαιρία για ξεκούραση και νέες ιδέες. Κάθε κυνηγητό το έβλεπε σαν ευκαιρία για ξεσκούριασμα και κάθε χτύπημα στο κορμί του, σαν μώλωπα στο γκλομπ του μπάτσου. Ήταν πλέον έξω απ’ το σώμα του. Ήταν εκατό μέτρα πάνω απ’ το σώμα του, πάνω απ’ την Ακαδημίας και κοιτούσε με ένα πονηρό χαμόγελο, μια το κορμί του και μια την διμοιρία των Μ.Α.Τ που τον περίμεναν στην επόμενη γωνία.