Σε μία από τις σημαντικότερες παρεμβάσεις της στον τομέα της εμπορικής πολιτικής των τελευταίων δεκαετιών, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ έκρινε παράνομο σημαντικό μέρος των δασμών που είχε επιβάλει ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο, αποδυναμώνοντας έναν βασικό μηχανισμό της οικονομικής του στρατηγικής.

ομοσπονδιακή κυβέρνηση των ΗΠΑ ενδέχεται να βρεθεί αντιμέτωπη με επιστροφές άνω των 175 δισ. δολαρίων προς εισαγωγείς, μετά την απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου, το οποίο με πλειοψηφία 6-3 έκρινε παράνομους τους δασμούς που επέβαλε μονομερώς ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ.

Οι πιθανές επιστροφές αφορούν δασμούς που έχουν ήδη εισπραχθεί από το κράτος, από τη στιγμή που επιβλήθηκαν χωρίς εξουσιοδότηση του Κογκρέσου. Σύμφωνα με εκτίμηση του Penn-Wharton Budget Model -ανεξάρτητου δημοσιονομικού ερευνητικού φορέα του Πανεπιστημίου της Πενσιλβάνια- το συνολικό ποσό θα μπορούσε να ξεπεράσει τα 175 δισ. δολάρια.

Σύμφωνα με το CNBC, ήδη πολλοί εισαγωγείς έχουν καταθέσει αγωγές ζητώντας επιστροφές, επικαλούμενοι αποφάσεις κατώτερων δικαστηρίων που είχαν κρίνει ότι οι συγκεκριμένοι δασμοί δεν ήταν νόμιμοι. Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν διευκρίνισε αν η κυβέρνηση μπορεί να διατηρήσει τα ποσά που έχει ήδη εισπράξει, ούτε έδωσε σαφή κατεύθυνση για το πώς θα εξελιχθεί η διαδικασία επιστροφών.

Ο Τραμπ είχε επικαλεστεί τον νόμο περί Διεθνών Οικονομικών Εξουσιών Έκτακτης Ανάγκης (IEEPA) για να επιβάλει τους δασμούς, αποτελώντας τον πρώτο Πρόεδρο που χρησιμοποίησε το συγκεκριμένο νομικό πλαίσιο για αυτόν τον σκοπό.

Ο δικαστής Μπρετ Κάβανο, ένας από τους τρεις που μειοψήφησαν, προειδοποίησε για τις πρακτικές και δημοσιονομικές συνέπειες. Όπως ανέφερε, οι ΗΠΑ ενδέχεται να υποχρεωθούν να επιστρέψουν δισεκατομμύρια δολάρια, ακόμη κι αν μέρος του κόστους έχει ήδη μετακυλιστεί στους καταναλωτές. Χαρακτήρισε δε τη διαδικασία πιθανών επιστροφών ως «χαοτική», σημειώνοντας ότι η απόφαση μπορεί να δημιουργήσει αβεβαιότητα γύρω από εμπορικές συμφωνίες που, σύμφωνα με την κυβέρνηση, συνδέθηκαν με τους δασμούς.

O Μπράιαν ΛεΜπλαν, ανώτερος οικονομολόγος της PNC Financial Services Group, εκτίμησε ότι οι δασμοί που επιβλήθηκαν βάσει του IEEPA και κρίθηκαν παράνομοι αντιστοιχούν περίπου στο 60% του συνόλου των δασμών που έχουν εφαρμοστεί μέχρι σήμερα. Αυτό, όπως σημείωσε, σημαίνει ότι ο μέσος δασμολογικός συντελεστής υποχωρεί από περίπου 9,5% σε 5%, έως ότου αντικατασταθούν από νέα νομική βάση.

Ήδη από τον Δεκέμβριο, η U.S. Customs and Border Protection είχε υπολογίσει ότι 133,5 δισ. δολάρια από εισπραχθέντες δασμούς θα μπορούσαν να τεθούν σε κίνδυνο επιστροφής – ποσό που έκτοτε αυξάνεται, καθώς η είσπραξη συνεχιζόταν μέχρι την τελική δικαστική κρίση.

Ο Αμερικανός πρόεδρος χαρακτήρισε την απόφαση «ντροπή για το έθνος» και προανήγγειλε ότι θα περάσει άμεσα σε νέο κύκλο δασμών, αυτή τη φορά επικαλούμενος άλλες διατάξεις νόμων.

Μιλώντας από τον Λευκό Οίκο, ο Τραμπ υποστήριξε ότι το δικαστήριο «έχει επηρεαστεί από ξένα συμφέροντα» και από ένα πολιτικό ρεύμα που, όπως είπε, είναι «πολύ μικρότερο απ’ όσο νομίζει ο κόσμος». «Ντρέπομαι για ορισμένα μέλη του δικαστηρίου», πρόσθεσε, λέγοντας ότι «δεν είχαν το θάρρος να κάνουν το σωστό για τη χώρα».

Ο πρόεδρος επαίνεσε τους τρεις δικαστές που διαφώνησαν, τον Μπρετ Κάβανο που υπέγραψε τη βασική διαφωνία, καθώς και τους Κλάρενς Τόμας και Σάμιουελ Αλίτο. Αντίθετα, στράφηκε εναντίον όσων συντάχθηκαν με την πλειοψηφία, μεταξύ τους και δύο δικούς του διορισμούς, την Έιμι Κόνεϊ Μπάρετ και τον Νιλ Γκόρσατς. Τους χαρακτήρισε «ανόητους» και «λακέδες» των Ρεπουμπλικανών που αποκαλεί RINO (Republicans In Name Only) και των «ριζοσπαστών Δημοκρατικών», ενώ είπε ότι είναι «αντιπατριώτες» και «απίστοι προς το Σύνταγμα». Για τους Μπάρετ και Γκόρσατς ανέφερε επίσης ότι είναι «ντροπή για τις οικογένειές τους» και ισχυρίστηκε ότι «παραλίγο» να μη τους καλέσει στην ομιλία για την Κατάσταση του Έθνους την επόμενη εβδομάδα.

Όταν ρωτήθηκε τι στοιχεία έχει για ξένη επιρροή στο δικαστήριο, απάντησε κοφτά. «Θα το μάθετε», είπε.

Στο πρακτικό σκέλος, ο Τραμπ ανακοίνωσε ότι θα υπογράψει άμεσα εντολή για την επιβολή επιπλέον καθολικού δασμού 10% σε παγκόσμιο επίπεδο, επικαλούμενος το άρθρο 122 του νόμου περί εμπορίου του 1974. Παράλληλα, προανήγγειλε έρευνες για αθέμιτες εμπορικές πρακτικές, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για πρόσθετους δασμούς με νέα νομική βάση. Επέμεινε ότι έχει τη δυνατότητα να προχωρά σε επιβαρύνσεις χωρίς να ζητά έγκριση από το Κογκρέσο.

Ο ίδιος παρουσίασε ως «συγκράτηση» το ότι δεν εξάντλησε, όπως είπε, τις επιλογές του με τους δασμούς που συνδέονται με καθεστώς οικονομικής έκτακτης ανάγκης, σχολιάζοντας. «Ήθελα να είμαι καλό παιδί». Υποστήριξε επίσης ότι οι δασμοί που στηρίζονται σε άλλες διατάξεις, όπως εκείνοι για λόγους εθνικής ασφάλειας και οι δασμοί που προκύπτουν από εμπορικές έρευνες, θα μείνουν «σε πλήρη ισχύ».

Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου ελήφθη με πλειοψηφία έξι προς τρεις. Αφορά τους ευρείς δασμούς που ο Τραμπ προσπάθησε να στηρίξει σε πλαίσιο «έκτακτης οικονομικής ανάγκης» και που επηρέαζαν ένα πολύ μεγάλο μέρος των εμπορικών εταίρων των ΗΠΑ. Δεν αφορά δασμούς σε επιμέρους κλάδους, που κινούνται με άλλη λογική και άλλο νομικό αποτύπωμα.

Στο πολιτικό παρασκήνιο, το ζήτημα έχει ανοίξει ήδη συζήτηση στο Κογκρέσο, με διαφορετικές προσεγγίσεις για το αν χρειάζεται νέα νομοθέτηση ή αν ο Λευκός Οίκος μπορεί να συνεχίσει να κινείται μέσω υπαρχόντων εργαλείων. Ο Τραμπ πάντως ξεκαθάρισε ότι δεν σκοπεύει να υποχωρήσει. Όπως είπε, θα προχωρήσει με «εναλλακτικές» διαδρομές ώστε οι δασμοί να παραμείνουν βασικό εργαλείο της οικονομικής του στρατηγικής.