Το βιβλίο ξεκινάει με δώδεκα προβλήματα που αισθανόμαστε όταν περπατάμε και ζούμε μέσα στην πόλη. Αυτή η επιλογή εκκίνησης, από το σώμα και την εμπειρία κι όχι από τον νόμο και τον κανονισμό, δηλώνει ευθύς εξαρχής ότι το βιβλίο δεν αποδέχεται την πόλη ως δεδομένο αλλά ως πρόβλημα που χρειάζεται λύση για το κοινό καλό. Και η επιλογή αυτών των δώδεκα προβλημάτων όπως η μόλυνση, η απόσταση για να διανύσεις τον προορισμό σου, η κατάσταση των πεζοδρομίων, τα εγκαταλελειμμένα κτίρια δεν είναι τυχαία, είναι ήδη μια πολιτική τοποθέτηση, έστω και ανομολόγητη, που είναι ενδεικτική με τι προτεραιότητες και γιατί έχει σκοπό να καταπιαστεί το βιβλίο. Η πόλη δεν είναι εδώ αφηρημένο αντικείμενο μελέτης αλλά βιωμένος χώρος που μπορεί και πρέπει να αλλάξει, και αυτή η αφετηρία διατρέχει όλο το βιβλίο.

Ο ΚΠ δεν αρκείται στο να περιγράψει τα προβλήματα της πόλης αλλά επιχειρεί να δείξει γιατί υπάρχουν. Η πόλη τοποθετείται εντός μιας ιστορικής διαδικασίας, πλάι στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας και μια άνιση ανάπτυξη που δεν είναι τυχαία αλλά δομική, άνιση ως προς το δίπολο ύπαιθρος-πόλη, άνιση μεταξύ πόλεων, άνιση εντός της ίδιας της πόλης. Αποφεύγει να παρουσιαστούν τα προβλήματα ως φυσικά δεδομένα ή αποτέλεσμα κακής στιγμιαίας διαχείρισης και τα τοποθετεί σε ένα ευρύτερο πλαίσιο που χρειάζονται πιο δύσκολες αποφάσεις για να λυθούν.

Η σύνδεση της θεωρίας με την καθαυτό μεθοδολογία του σχεδιασμού είναι επίσης καλοδουλεμένη. Ο ΚΠ δεν αφήνει τη θεωρία να αιωρείται, τη φέρνει κάτω σε επίπεδο προτεινόμενων συγκεκριμένων αποφάσεων: πόσο πυκνή πρέπει να είναι η πόλη, πόσος χώρος ανά άτομο, τι είναι βιώσιμο στην κινητικότητα εντός της πόλης, ποιος πρέπει να αποφασίζει.

Το βιβλίο έχει μια εσωτερική ειλικρίνεια που αξίζει να σημειωθεί. Ο συγγραφέας δεν κρύβει που τάσσεται. Οι δείκτες αξιολόγησης των πολεοδομικών προτάσεων που προτείνει  δικαιοσύνη, οικολογία, ολόπλευρη ανάπτυξη προσωπικοτήτων, συμπερίληψη δεν παρουσιάζονται ως ουδέτερα τεχνικά εργαλεία αλλά ως επιλογή. Αυτή η διαφάνεια είναι πολιτικά έντιμη και παιδαγωγικά σημαντική, ιδίως για νέους πολεοδόμους που καλούνται να καταλάβουν ότι κάθε τεχνική απόφαση κουβαλά μέσα της ένα σύνολο αξιών.

Η έμφαση στη δημόσια διαβούλευση και στον διάλογο για τις πολεοδομικές προτάσεις διαπερνά όλο το βιβλίο και είναι επίσης σημαντική, με μια φιλική παρατήρηση: η επίκληση του λαού δεν είναι μονοσήμαντα θετική. Μια κοινωνία και πόλεις που έχουν συγκροτηθεί στην κυριαρχία της ιδιωτικής μικρομεσαίας γης, επιχείρησης και κατ’ επέκταση κοσμοαντίληψης δεν μπορεί μεμιάς να άρει τις κοινωνικές σχέσεις που την διαμορφώνουν απλώς επειδή της απευθύνεται κανείς ως λαός ή κοινωνικό υποκείμενο που έχει a priori δίκιο και λύση επειδή είναι μέρος της τάξης. Στην ελληνική πραγματικότητα οι επτά στους δέκα είναι στην ιδιοκατοίκηση, πολλοί έχουν βγάλει εισόδημα από την ενοικίαση στους υπόλοιπους τρεις, ο σπιτονοικοκύρης στην Ελλάδα ακόμα και ο ιδιοκτήτης της βραχύβιας μίσθωσης δεν είναι ο μπαμπούλας του μεγάλου κεφαλαίου· είναι ο μικρομεσαίος εργολάβος-ιδιοκτήτης, ο συγγενής που νοικιάζει για να συμπληρώσει το πενιχρό του εισόδημα και λίγο ως πολύ ανεβάζει κι αυτός τις τιμές ενοικίων. Το μοντέλο της οικογενειακής επιχείρησης, το μικρεμπόριο, η εστίαση και οι κατασκευές εργολάβων με αντιπαροχή, με μια από τις μεγαλύτερες αναλογίες μικρομεσαίων επιχειρήσεων ανά κάτοικο στην ΕΕ, είναι ακόμα ο κυρίαρχος παραδοσιακός όγκος της Αθήνας. Το καθαρό μεγάλο κεφάλαιο στη γκροτέσκ και κιτς μορφή του με καζίνο και ριβιέρες  ή ξενοδοχεία είναι η μικρή μερίδα στον κανόνα που έχει δώσει τον τόνο στη μητρόπολη εδώ και δεκαετίες.

Είναι ο ίδιος «λαός» που έχει την υψηλότερη ιδιοκτησία ΙΧ ανά 1.000 κατοίκους στην Ευρώπη εντός της μητρόπολης Αθήνας-Πειραιά όγκος και επιλογή τρόπου ζωής που καταλαμβάνει τον κοινόχρηστο χώρο και δεν τον παραχωρεί λ.χ. επειδή προτεραιοποιεί το θέμα του πάρκινγκ. Ουκ ολίγες «επιτροπές κατοίκων» έχουν ακυρώσει «λαϊκά» και «αμεσοδημοκρατικά» πολεοδομικούς σχεδιασμούς που κινούνταν ακριβώς προς την κατεύθυνση που το βιβλίο υποστηρίζει.

Αυτό που τελικά μετράει δεν είναι μόνο η διαδικασία του να βρεθούμε πολλοί ως συνάθροισμα ατομικισμού αλλά το περιεχόμενο: σε τι πόλη θέλουμε να ζούμε και ποιο πολιτικό πρόγραμμα είναι διατεθειμένο να το υπηρετήσει, ακόμα και όταν αυτό συγκρούεται με τα άμεσα συμφέροντα της τοπικιστικής και ατομικιστικής παθογένειας ως τρόπου ζωής;

Στο τελευταίο κεφάλαιο η ανάλυση μεταβαίνει στη σφαίρα της ουτοπίας όπου όλα μπορεί να αμφισβητηθούν. Αποκατάσταση ποταμών που θάφτηκαν κάτω από μπάζα, χαμηλότεροι συντελεστές δόμησης, περίπατοι αντί αυτοκινητόδρομων, ένωση χώρων γκρεμίζοντας τείχη. Η ουτοπία και το όραμα είναι απαραίτητα εργαλεία, η σκέψη χωρίς ορίζοντα τείνει να γίνεται απλή διαχείριση της υφιστάμενης κατάστασης. Και εδώ το βιβλίο κάνει κάτι ενδιαφέρον: οι στόχοι που θέτει, οικολογία, κοινωνική δικαιοσύνη, συμπερίληψη, δεν είναι αποκλειστικά μαρξιστικοί· τους συναντάς εξίσου στην πολιτική οικολογία, στον Ίλιτς που έγραφε για το δικαίωμα του βραδύτερου και της χωρικής εγγύτητας κάλυψης αναγκών, στη Jacobs που έχτιζε το επιχείρημά της από την εμπειρία των πεζοδρομίων και την εναντίωση σε αυτοκινητόδρομους και στη χαρά της ανάμιξης χρήσεων, της πυκνότητας και της ζωής του δρόμου. Αυτή η σύγκλιση διαφορετικών παραδόσεων γύρω από κοινούς στόχους είναι ίσως το πιο ελπιδοφόρο σημείο της συζήτησης που ανοίγει το βιβλίο.

Το ερώτημα που αφήνει ανοιχτό, και που ένα βιβλίο με τέτοια φιλοδοξία έχει κάθε δικαίωμα να αφήνει ανοιχτό, είναι το πώς αλλάζουμε την πόλη. Η ιστορία δείχνει ότι οι αλλαγές στις πόλεις, ή τουλάχιστον η πρόσληψη του τι πρέπει να γίνει, έγιναν συχνά σε ιδεολογικό και πολιτικό επίπεδο χωρίς κάποιο κοινωνικό υποκείμενο να αναλάβει σωτηριολογικά την εκπλήρωση μιας ιστορικής αποστολής. Ό,τι εμφανίστηκε ή εδραιώθηκε ως πρωτοποριακό στα ’20 και ’30: μπετόν, πολυκατοικία, αυτοκίνητο, αυστηρά χωρισμένες ζώνες κατά τον Le Corbusier, έγινε από τη δεκαετία του ’60 και μετά, για ολοένα πιο κυρίαρχη μερίδα ειδικών και πολιτικών ρευμάτων, η κύρια αιτία της υποβάθμισης των πόλεων. Αυτή η μετάβαση έγινε μέσα από διαπάλη ιδεών. Μισθωτοί εργατοϋπάλληλοι ζούσαν στις πόλεις και το 1930 όπως και σήμερα, και παρόλα αυτά οι πόλεις άλλαξαν. Το παράδειγμα της Σοβιετικής Ένωσης που αναφέρεται στο βιβλίο είναι εξίσου διδακτικό: κατήργησε τρεις από τις τέσσερις σχέσεις που ο ΚΠ αναγνωρίζει ως εμπόδια: ιδιοκτησία, ενοίκια, κυκλοφορία εμπορευμάτων, αλλά κράτησε και γιγάντωσε σε βαθμό τέρατος την τέταρτη, την κρατική γραφειοκρατική εξουσία. Και παρόλα αυτά έγινε σύμβολο γραφειοκρατικής, δωρεάν όμως, μιζέριας στη στέγη και οικολογικής καταστροφής. Οι επαναστάσεις γκρεμίζουν πολλά μισητά πολύ γρήγορα, αλλά τίποτα δεν εγγυάται ότι δεν εκφυλίζεται το νέο που θα φέρουν εξίσου πολύ γρήγορα (π.χ. επικράτηση του σταλινισμού μόλις δύο δεκαετίες από την επανάσταση του 1917).

Μήπως λοιπόν ο επαναστατικός ρεαλισμός της υπόθεσης είναι η εμμονή και σταθερότητα στη διεύρυνση των κοινών της πόλης έναντι του ατομικιστικού και της ιδιοκτησίας με το λιγότερο δυνατό κοινωνικό, οικολογικό και ατομικό κόστος;

Όποιες διαφορετικές αναγνώσεις κι αν έχει κανείς για το βιβλίο, ένα είναι σίγουρο: ο αναγνώστης νιώθει εμπιστοσύνη σε έναν πολεοδόμο που η έγνοιά του είναι η πόλη ως κοινό αγαθό και που μάχεται γι’ αυτό με συνέπεια και με εργαλεία. Με αυτή την εμπιστοσύνη ανοίγει και το γλωσσάρι στο τέλος, το κομμάτι του βιβλίου που είναι πλέον ενταγμένο στην ελληνική πραγματικότητα. Ο αναγνώστης είναι σε καλά χέρια για να ξεκαθαρίσει έννοιες και νόμους του ελληνικού κράτους. Συντελεστές δόμησης, σταθερότυπα, πράξη εφαρμογής — μαζί με σύντομα σχόλια για τη νεοελληνική πολεοδομία και την ιστορία της με αντικειμενική κριτική ματιά. Μια χρήσιμη πράξη εκδημοκρατισμού της γνώσης.
Ο μη-ειδικός αναγνώστης βγαίνει με εργαλεία, όχι απαντήσεις, αλλά τρόπους να θέτει ερωτήματα.