Σύμφωνα με τον συνήγορο της οικογένειας, πρόκειται για την πρώτη απόφαση απόδοσης ευθυνών στο Ελληνικό Δημόσιο εξαιτίας της κακής κατάστασης του σιδηροδρομικού δικτύου για το δυστύχημα των Τεμπών. «Το έγκλημα των Τεμπών δεν συνιστά ένα μεμονωμένο ή ένα απλώς τυχαίο γεγονός, αλλά το αποτέλεσμα εγκληματικών παραλείψεων και συστημικής αποτυχίας στη λειτουργία και εποπτεία του σιδηροδρομικού δικτύου» ανέφερε συγκεκριμένα μεταξύ άλλων ο συνήγορος της οικογένειας.

Η υπόθεση αφορά την πρώτη αγωγή που κατατέθηκε σε διοικητικό δικαστήριο για την υπόθεση των Τεμπών, τον Απρίλιο του 2024 στο Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών κατά του Ελληνικού Δημοσίου και του ΟΣΕ, από τέσσερα μέλη οικογένειας ενός πατέρα και του ανήλικου γιου του, οι οποίοι έχασαν τη ζωή τους στο τρένο.

Ύστερα από τρεις αναβολές, η υπόθεση εκδικάστηκε και στις 27 Μαρτίου εκδόθηκε η απόφαση, με την οποία επιδικάστηκαν 100.000 ευρώ για κάθε ένα από τα τέσσερα μέλη της οικογένειας που προσέφυγαν, δηλαδή συνολικά 400.000 ευρώ.

Η ανακοίνωση του δικηγόρου της οικογένειας Γεώργιου Καραπάνου: 

«Δικαστική αναγνώριση της ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου για την τραγωδία των Τεμπών από το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών

Στις 27-3-2026, το Διοικητικό Πρωτοδικείο Αθηνών προέβη σε μία ιδιαίτερα κρίσιμη δικαστική κρίση αναφορικά με την τραγωδία των Τεμπών, αναγνωρίζοντας για πρώτη φορά την ευθύνη του Ελληνικού Δημοσίου για τις συνθήκες που οδήγησαν στο πολύνεκρο σιδηροδρομικό δυστύχημα της 28ης Φεβρουαρίου 2023.

Η απόφαση αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτελεί την πρώτη δικαστική κρίση η οποία επιρρίπτει ευθύνες στο Ελληνικό Δημόσιο για το τραγικό αυτό συμβάν, επιβεβαιώνοντας αυτό που όλοι μας είχαμε αντιληφθεί απ’ τη πρώτη στιγμή: ότι το έγκλημα των Τεμπών δεν συνιστά ένα μεμονωμένο ή ένα απλώς τυχαίο γεγονός, αλλά το αποτέλεσμα εγκληματικών παραλείψεων και συστημικής αποτυχίας στη λειτουργία και εποπτεία του σιδηροδρομικού δικτύου.

Στο πολυσέλιδο σκεπτικό της εν λόγω απόφασης επισημαίνεται ρητώς, μεταξύ άλλων, ότι το Ελληνικό Δημόσιο, διά του Υπουργείου Υποδομών και Μεταφορών, μολονότι γνώριζε ήδη επί μακρόν την επικίνδυνη και απολύτως ανεπαρκή κατάσταση που επικρατούσε στον σιδηρόδρομο, άσκησε πλημμελώς και αναποτελεσματικά την εποπτεία που όφειλε, συμβάλλοντας αιτιωδώς, διά της παράνομης αυτής παράλειψής του, στο ζημιογόνο αποτέλεσμα, το οποίο μπορούσε να αποτραπεί.

Η δικαστική αυτή εξέλιξη καθιστά σαφές ότι η αναζήτηση ευθυνών δεν εξαντλείται σε επιμέρους φυσικά πρόσωπα, αλλά εκτείνεται στον ίδιο τον πυρήνα της λειτουργίας του κρατικού μηχανισμού, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για την περαιτέρω δικαστική διερεύνηση πραγματικών ευθυνών και απόδοσης ουσιαστικής δικαιοσύνης στα θύματα και στις οικογένειές τους.»