Με ψήφους 8 προς 1, το δικαστήριο τάχθηκε υπέρ «θεραπεύτριας» από το Κολοράντο Σπρινγκς, η οποία υποστήριξε ότι οι περιορισμοί της πολιτείας στις «θεραπείες μεταστροφής» παραβίαζαν τα δικαιώματα ελευθερίας της έκφρασης που της εγγυάται η Πρώτη Τροπολογία του Συντάγματος των ΗΠΑ.

Σημειώνεται ότι η ψευδοεπιστημονική θεραπεία μεταστροφής  – την οποία καταδικάζουν οι επαγγελματικές και υγειονομικές ενώσεις, αλλά προωθούν ορισμένοι συντηρητικοί εκκλησιαστικοί – αποσκοπεί στο να οδηγήσει άτομα της LGBTQΙ+ να αλλάξουν τον σεξουαλικό τους προσανατολισμό ή την ταυτότητα φύλου τους.

Η Κέιλι Τσάιλς, πιστοποιημένη σύμβουλος και ενεργή χριστιανή στο Κολοράντο Σπρινγκς, ισχυρίστηκε ότι η απαγόρευση στην πολιτεία της παρεμπόδιζε τη δυνατότητα της να «θεραπεύει» άτομα με «σεξουαλική έλξη προς το ίδιο φύλο ή σύγχυση ταυτότητας φύλου» που «προτεραιοποιούν την πίστη τους έναντι των συναισθημάτων τους».

Η Τσάιλς υποστήριξε ότι παραβιάστηκαν τα δικαιώματά της βάσει του Πρώτου Τροποποιητικού, καθώς ο νόμος της απαγόρευε να παρέχει ψυχοθεραπεία σε πελάτες που ζητούσαν τη βοήθειά της για να «μειώσουν ή να εξαλείψουν ανεπιθύμητες σεξουαλικές έλξεις (ή) να αλλάξουν σεξουαλικές συμπεριφορές».

«Λογοκρισία» εντοπίζει το Ανώτατο Δικαστήριο

Συντάσσοντας την πλειοψηφική -άκρως τρανσφοβική- απόφαση του δικαστηρίου, ο δικαστής Νιλ Γκόρσατς συμφώνησε, αναφέροντας ότι ο νόμος του Κολοράντο «λογοκρίνει την έκφραση με βάση τις απόψεις».

«Το Πρώτο Τροποποιητικό Σύνταγμα αποτελεί προπύργιο ενάντια σε κάθε προσπάθεια επιβολής ορθοδοξίας απόψεων, αντανακλώντας την πεποίθηση ότι κάθε Αμερικανός απολαμβάνει το αναφαίρετο δικαίωμα να εκφράζει την άποψή του και την πίστη στην ελεύθερη διακίνηση ιδεών ως το καλύτερο μέσο για την αναζήτηση της αλήθειας», αναφέρει η γνωμοδότηση.

Οι δικαστές τόνισαν ότι η ψυχοθεραπεία της Τσάιλς «δεν περιλαμβάνει φυσικές παρεμβάσεις ή φαρμακευτική αγωγή». Η απόφαση επίσης αναπέμπει την υπόθεση στα κατώτερα δικαστήρια.

Οι αξιωματούχοι του Κολοράντο είχαν δηλώσει ότι ο νόμος δεν ρυθμίζει την έκφραση, αλλά ρυθμίζει τη συμπεριφορά των επαγγελματιών που παρέχουν ψυχιατρική θεραπεία. Ξεκαθάρισαν ότι ο νόμος δεν απαγορεύει τις συζητήσεις σχετικά με την ταυτότητα φύλου και τον σεξουαλικό προσανατολισμό, αλλά τις κακοποιητικές πρακτικές των «θεραπειών μεταστροφής».

Ωστόσο, η πλειοψηφία των δικαστών δήλωσε ότι «οι προστασίες του Πρώτου Τροποποιητικού Συντάγματος επεκτείνονται στους αδειούχους επαγγελματίες, όπως και σε όλους τους άλλους».

Η δικαστής του Ανωτάτου Δικαστηρίου Κετάντζι Μπράουν Τζάκσον ήταν η μόνη που διαφώνησε, επισημαίνοντας ότι οι συνάδελφοί της δεν έλαβαν υπόψη το πλαίσιο στο οποίο ο Τσάιλς μιλούσε ως επαγγελματίας του ιατρικού κλάδου – και ότι «οι αρχές του Πρώτου Τροποποιητικού έχουν πολύ μικρότερη σημασία όταν οι ομιλητές είναι επαγγελματίες του ιατρικού κλάδου».

Οδυνηρή και επικίνδυνη απόφαση

Ο Γενικός Εισαγγελέας του Κολοράντο Φιλ Βάιζερ χαρακτήρισε με ανάρτησή του την απόφαση «λανθασμένη».

Σημειώνεται ότι η Τσάιλς άσκησε αγωγή κατά του νόμου του Κολοράντο το 2022, και πολλά κατώτερα δικαστήρια απέρριψαν το αίτημά της να ανασταλεί η εφαρμογή του νόμου. Πέρυσι, άσκησε έφεση στο Ανώτατο Δικαστήριο.

Περισσότεροι από 1.300 επαγγελματίες σε όλες τις ΗΠΑ πραγματοποιούν θεραπείες μεταστροφής, σύμφωνα με έκθεση του Trevor Project του 2023.

Ο ηγέτης της ομάδας υπεράσπισης των δικαιωμάτων LOATQI+ ατόμων, Τζέιμς Μπλακ δήλωσε σε ανακοίνωσή του ότι η απόφαση του δικαστηρίου ήταν «οδυνηρή».

«Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου να αντιμετωπίσει την επικίνδυνη πρακτική της θεραπείας μεταστροφής ως συνταγματικά προστατευόμενη έκφραση αποτελεί ένα τραγικό βήμα πίσω για τη χώρα μας, το οποίο θα θέσει σε κίνδυνο τις ζωές των νέων», δήλωσε ο Μπλακ. «Αυτές οι προσπάθειες, ανεξάρτητα από το πώς τις αποκαλούν οι υποστηρικτές τους, ανεξάρτητα από το τι λέει οποιοδήποτε δικαστήριο, εξακολουθεί να αποδεικνύεται ότι προκαλούν μόνιμη ψυχολογική βλάβη» συμπλήρωσε.

Οι επικριτές της θεραπείας μεταστροφής πληροφορούν ότι μπορεί να είναι συναισθηματικά επιβλαβής, να προκαλεί προβλήματα ψυχικής υγείας και να αυξάνει τον κίνδυνο αυτοκτονίας. Ορισμένοι θεραπευτές βασίζονται στη θεραπεία μέσω συζήτησης ή στην προσευχή, αλλά σε ακραίες περιπτώσεις οι ασθενείς έχουν υποβληθεί σε σωματική βία και στέρηση τροφής.