Σε δύο βασικά σκέλη «σπάει» η δικογραφία για το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών, μετά τη βαριά καταδίκη τεσσάρων ιδιωτών από το Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και την επεξεργασία της πολυσέλιδης δικαστικής απόφασης από την Εισαγγελία Πρωτοδικών, η οποία έκρινε ότι απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση σε πολλαπλές πτυχές της υπόθεσης που άπτονται της λειτουργίας του κράτους δικαίου. Σύμφωνα με τον σχεδιασμό που προκύπτει από τις εισαγγελικές ενέργειες, η κεντρική και πιο βαριά διάσταση της υπόθεσης, που αφορά το αδίκημα της κατασκοπείας και τη λειτουργία του παράνομου λογισμικού Predator, παραπέμπεται εκ νέου στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, η οποία είχε ήδη χειριστεί το αρχικό στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης πριν από την έκδοση της δικαστικής απόφασης, προκειμένου να αποφασίσει ποιος ανώτατος εισαγγελικός λειτουργός θα αναλάβει τη συνέχιση των ερευνών.

Η απόφαση του δικαστηρίου δεν περιορίστηκε στην καταδίκη των τεσσάρων κατηγορουμένων, οι οποίοι κρίθηκαν ένοχοι και τους επιβλήθηκαν πολυετείς ποινές φυλάκισης με αναστολή έως το εφετείο, αλλά περιέγραψε και την ανάγκη διερεύνησης επιπλέον πτυχών της υπόθεσης, βάζοντας στο μικροσκόπιο όχι μόνο τους ήδη καταδικασθέντες αλλά και πρόσωπα που έως σήμερα δεν είχαν ενταχθεί στο ποινικό μικροσκόπιο. Το δικαστήριο ουσιαστικά άνοιξε τέσσερις παράλληλους ερευνητικούς άξονες, με αιχμή την πιθανή απόπειρα κατασκοπείας, δεδομένου ότι το Predator είχε τη δυνατότητα απομακρυσμένης πρόσβασης σε κινητά τηλέφωνα, άντλησης δεδομένων και παρακολούθησης υψηλόβαθμων κρατικών λειτουργών με πρόσβαση σε απόρρητες πληροφορίες, όπως στρατιωτική ηγεσία, υπουργοί Άμυνας και Προστασίας του Πολίτη, αλλά και άλλα πρόσωπα κρίσιμων θεσμικών θέσεων. Στο πλαίσιο αυτό εξετάζεται αν το υλικό των παρακολουθήσεων διακινήθηκε, αξιοποιήθηκε ή κατέληξε σε τρίτα πρόσωπα, στοιχείο που θα μπορούσε να θεμελιώσει το αδίκημα της κατασκοπείας.

Παράλληλα, το δικαστήριο έθεσε στο τραπέζι και την ανάγκη κλήτευσης νέων μαρτύρων, καθώς μέχρι σήμερα αρκετοί από τους στόχους του Predator, παρά το γεγονός ότι είχαν ενδείξεις ή αποδείξεις παρακολούθησης, δεν είχαν κληθεί να καταθέσουν. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, ενδέχεται να υπάρξουν νέες μηνύσεις και καταθέσεις από πρόσωπα που μέχρι τώρα δεν είχαν κινηθεί νομικά, γεγονός που μπορεί να διευρύνει περαιτέρω την έρευνα.

Σε δεύτερο επίπεδο, η υπόθεση χωρίζεται και ως προς τα αδικήματα χαμηλότερης ποινικής απαξίας, με την Εισαγγελία Πρωτοδικών να αναλαμβάνει τη διερεύνηση των κατηγοριών ψευδορκίας. Οι έρευνες αυτές αφορούν κυρίως καταθέσεις που δόθηκαν στη Βουλή και στη δικαστική διαδικασία, όπου σύμφωνα με καταγγελίες υπήρξαν καθοδηγήσεις μαρτύρων, ακόμη και με τη χρήση «σκονάκια» από πολιτικά πρόσωπα, όπως κυβερνητικοί βουλευτές. Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στην περίπτωση του τότε εμφανιζόμενου ως νόμιμου εκπροσώπου της εταιρείας Krikel, Σταμάτη Τρίμπαλη, ο οποίος στο δικαστήριο φέρεται να παραδέχθηκε ότι λειτουργούσε ως «αχυράνθρωπος» για λογαριασμό του επιχειρηματία Γιάννη Λαβράνου, προσώπου που επίσης έχει καταδικαστεί πρωτοδίκως και ελέγχεται για ηθική αυτουργία στην ψευδορκία.

Στο ίδιο σκέλος, οι αρχές εξετάζουν και πιθανή ψευδορκία που σχετίζεται με τον κάτοχο της προπληρωμένης κάρτας από την οποία φέρεται να εστάλη το μολυσμένο μήνυμα προς τον πρόεδρο του ΠΑΣΟΚ Νίκο Ανδρουλάκη, καθώς και τη διαδρομή των συναλλαγών που αποκαλύφθηκαν μέσα από την έρευνα, αλλά και την ταυτότητα υπαλλήλου καταστήματος κινητής τηλεφωνίας και τη σύνδεσή του με κρατικές υπηρεσίες.

Την ευθύνη για τον συντονισμό των νέων ερευνών έχει αναλάβει ο εισαγγελέας Σωτήρης Μπουγιούκος, ο οποίος, μετά τη μελέτη της απόφασης, προχώρησε σε διαχωρισμό της δικογραφίας ανάλογα με τη βαρύτητα των αδικημάτων. Με βάση τον σχεδιασμό αυτό, τα σοβαρότερα σκέλη, δηλαδή η κατασκοπεία, η πιθανή εμπλοκή της ΕΥΠ και η διασύνδεση με το Predator, παραμένουν στην Εισαγγελία του Αρείου Πάγου, ενώ τα υπόλοιπα ερευνώνται από χαμηλότερα εισαγγελικά κλιμάκια.

Ιδιαίτερη διάσταση στην υπόθεση δίνουν και οι δημόσιες παρεμβάσεις του Ισραηλινού υπηκόου Ταλ Ντίλιαν, ενός εκ των τεσσάρων καταδικασθέντων και ιδιοκτήτη της εταιρείας που εμπορευόταν το παράνομο λογισμικό, ο οποίος υποστηρίζει ότι οι δραστηριότητές του αφορούσαν αποκλειστικά κρατικούς φορείς, αμφισβητώντας το αφήγημα περί ιδιωτικής δράσης χωρίς κρατική εμπλοκή. Σε δημόσιες τοποθετήσεις του προειδοποίησε επίσης ότι οποιαδήποτε προσπάθεια συγκάλυψης της υπόθεσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε πολιτική κρίση αντίστοιχη με το σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ στις ΗΠΑ και την παραίτηση του Ρίτσαρντ Νίξον.

Η συνολική εικόνα που διαμορφώνεται είναι μιας ανοιχτής και πολυεπίπεδης δικαστικής διερεύνησης, με την υπόθεση να παραμένει σε εξέλιξη τόσο σε επίπεδο Αρείου Πάγου όσο και Εισαγγελίας Πρωτοδικών, και με το ενδεχόμενο νέων κλήσεων, διώξεων και αποκαλύψεων να παραμένει ενεργό, υπό το βάρος και του κινδύνου παραγραφών σε ορισμένα σκέλη.

Ο Ζαχαρίας Κεσσές, συνήγορος του δημοσιογράφου Θανάση Κουκάκη, ενός εκ των θυμάτων των παρακολουθήσεων, χαρακτήρισε την απόφαση της Εισαγγελίας Πρωτοδικών να διαβιβάσει μέρος της δικογραφίας στον Άρειο Πάγο και να μην χειριστεί η ίδια το σκέλος των πλημμελημάτων «υψηλού ρίσκου», επισημαίνοντας ότι η υπόθεση βρίσκεται ήδη σε καθεστώς παραγραφής. Προειδοποίησε ότι η καθυστέρηση μπορεί να οδηγήσει στο να μείνουν ατιμώρητες σοβαρές πράξεις και τόνισε ότι «το κύρος της Δικαιοσύνης πρέπει να προστατευτεί», χαρακτηρίζοντας απαράδεκτο το ενδεχόμενο να χαθούν υποθέσεις λόγω χρονικών καθυστερήσεων των εισαγγελικών αρχών.