του Κωνσταντίνου Πουλή

Αυτό που ξεχώρισε όμως τελικά ήταν ότι η ψύχραιμη στάση του Γιάννη Μάγγου κατά την κατάθεση μπόρεσε να αντιστρέψει αυτή την εικόνα. Φυσικά όχι να πει ότι ο γιος του δεν ήταν χρήστης ή αναρχικός, αλλά να πει το προφανές: ότι όσο επιχειρηματολογούν για το παρελθόν του Βασίλειου, αποδεικνύουν ότι δεν μπορούν να αρνηθούν την κακοποίηση, απλώς μας εξηγούν το κίνητρό τους. Δεν ξέρω με ποια αποθέματα ψυχραιμίας μπόρεσε να κρατήσει αυτή τη στάση ο Γιάννης Μάγγος, όρθιος και σφυροκοπούμενος για ένα οκτάωρο, αλλά αυτό είναι το βασικό αποτέλεσμα μιας τέτοιας στρατηγικής, το μπούμερανγκ της υπερασπιστικής γραμμής.

Οι συνήγοροι φροντίζουν πεισματικά να επαναφέρουν στη σκέψη του μέσου συντηρητικού πολίτη τα αντανακλαστικά που θα καταλήγουν στο «καλά του κάναν». Ερωτάται ο μάρτυρας επανειλημμένως, (τόσο επανειλημμένως που θα μπορούσε κάποια στιγμή να μπει και ένα φρένο από την έδρα) αν ήταν αναρχικός και αν συμμετείχε σε επεισόδια.

Ρωτά ο πρώτος δικηγόρος: ο γιος σας συμμετείχε στα επεισόδια ή όχι; Συμμετείχε ειρηνικά; Ως πατέρα δεν σας ενδιέφερε πού ήταν και τι έκανε;

Σε όλα αυτά υφέρπει το υπονοούμενο ότι ο πατέρας δεν γνώριζε επαρκώς τι έκανε το παιδί του. Τα επεισόδια αυτά στα οποία αναφέρονται έχουν γίνει την προηγούμενη μέρα όταν πήγε ο αστυνομικός διευθυντής στο νοσοκομείο, συνεπώς δεν σχετίζονται με τον κίνδυνο που μπορεί να αντιμετώπιζαν οι αστυνομικοί την ώρα που σάπιζαν στο ξύλο τον Βασίλειο Μάγγο. Όταν φτάσουμε να συζητήσουμε εκείνη τη στιγμή, θα ακούσουμε τους αστυνομικούς να λένε ότι μια ντουζίνα δικαστές Ντρεντ απειλούνται από έναν άοπλο που οπισθοχωρεί, αλλά δεν είμαστε ακόμα εκεί. Προς το παρόν το επιχείρημα είναι ότι ο Βασίλειος ήταν γενικώς επικίνδυνος, ήταν αναρχικός, συμμετείχε σε επεισόδια, συνεπώς καλά του κάναν.

Όταν λοιπόν του αναφέρουν αυτά τα επεισόδια, ο Μάγγος αντιστρέφει μαεστρικά αυτή την υπερασπιστική γραμμή που τον πιέζει να απολογηθεί, λέγοντας ότι ο γιος του συμμετείχε στις κινητοποιήσεις και γι’ αυτό ακριβώς τον χτύπησαν εκδικητικά. «Αυτή είναι η απόλυτη πεποίθησή μου», εξηγεί.

Για τον ίδιο λόγο ο δεύτερος συνήγορος ρωτά αν ο Βασίλειος ήταν κοινωνικός αγωνιστής. Μάλιστα όταν ρωτά γιατί κυκλοφορεί στον Βόλο αφίσα με τα ονόματα των καταδικασμένων αστυνομικών, ο Μάγγος απαντά «σε όλη την Ελλάδα κυκλοφορεί», αλλά δεν την έχει κάνει ο ίδιος, αυτός έχει ένα μικρό πανό που γράφει «όχι στη συγκάλυψη», όπως ξέρουμε πολύ καλά όλοι μας.

Μια ακόμη στιγμή δυνατού επιχειρηματολογικού μπούμερανγκ της υπεράσπισης ήταν η αναφορά στις ζημιές που είχε προκαλέσει ο Βασίλειος στα γραφεία της Χρυσής Αυγής. Η επίθεση αυτή αναφέρεται για να ενισχύσει το προφίλ του επικίνδυνου και παραβατικού νέου (που καλώς βασανίστηκε – αυτό το τελευταίο δεν λέγεται αλλά υπονοείται). Ο πατέρας του απαντά ότι ήταν τα γραφεία μιας καταδικασμένης εγκληματικής οργάνωσης και ότι ο 18χρονος γιος του είχε τότε αναλάβει την ευθύνη γι’ αυτό, λέγοντας ότι δεν μπορούσε να βλέπει σβάστικες, σε αντίθεση με τους κατηγορούμενους που δεν αναλαμβάνουν καμία ευθύνη.

Δεύτερο ζήτημα, που ομολογώ ότι έστω προσεγγίζει το υπό εξέταση αδίκημα, είναι όταν ισχυρίζονται ότι τα χτυπήματα έχουν γίνει μόνο έξω από το δικαστήριο (για τα οποία έχει γίνει η δίκη του Βόλου) και τίποτα δεν συνέβη στη συνέχεια. Ο Μάγγος εξηγεί ότι μετά τον πρώτο ξυλοδαρμό ο Βασίλειος σηκώνεται και περπατάει «ευχερώς», συνεπώς θα πρέπει να χτυπήθηκε κι άλλο, βαριά, για να καταλήξει σε αυτή την κατάσταση. Όταν ζητούν από τον μάρτυρα να προσκομίσει έγγραφα που να δείχνουν ότι το χτύπημα συνέβη μέσα στην Ασφάλεια, φυσικά ο μάρτυρας απαντά ότι το νοσοκομείο εντοπίζει τους τραυματισμούς, δεν διατυπώνει εικασίες για το πού συνέβησαν.

Ρωτούν για το νοσοκομείο. Ένας γιατρός αναφέρει ότι ο Μάγγος «δεν ήταν πρότυπο ασθενούς», αλλά μάλλον ένας άνθρωπος που έχει μόλις βασανιστεί επιτρέπεται να μην είναι πρότυπο για τίποτα, γιατί δεν είναι αυτός στον οποίο θα έπρεπε να στρέφουμε τις απαιτήσεις μας.

Ο δεύτερος δικηγόρος επέμεινε πάρα πολύ (ad nauseam, θα έλεγε κανείς) στο ότι ο πατέρας του θύματος δεν ήταν αυτόπτης μάρτυρας. Αυτό το καταλάβαμε, το διευκρίνισε και η πρόεδρος, πάλι και πάλι, ώστε να καταστεί σαφές ότι τον ρωτούσε για όσα του είπε ο γιος του. Αλλά επειδή η επανάληψη είναι η μητέρα της μάθησης, χρειάστηκε αρκετή υπομονή.

Όταν παίρνει τον λόγο ο τρίτος συνήγορος υπεράσπισης, η συζήτηση στρέφεται στη χρήση. Λέει εμφατικά ότι ανιχνεύθηκαν ουσίες στο αίμα και στα ούρα, λες και κάτι εισφέρει που δεν ήταν πριν γνωστό, μέχρι που ο μάρτυρας ρωτά για πότε μιλάμε, και προκύπτει ότι αυτό αφορά τον θάνατό του. Μα το ξέραμε ότι πήρε ναρκωτικά πριν να πεθάνει, σημαντικό θα ήταν αν γνωρίζαμε ότι έκανε και πριν χρήση. Προσοχή: θα είχε ενδιαφέρον, για να αξιολογήσουμε τις συνέπειες του βασανισμού στη γενική πορεία της υγείας του, αλλά αυτό δεν είναι αντικείμενο αυτής της δίκης! Η Άννυ Παπαρρούσου είχε ζητήσει να αναβαθμιστεί το κατηγορητήριο, να συνδεθεί ο βασανισμός με τον θάνατο που επήλθε αργότερα, μέσω της ψυχικής κατάρρευσης και της επιστροφής στη χρήση. Αυτό δεν έχει γίνει δεκτό, οπότε είναι μια συζήτηση εκτός θέματος. Αναφέρουν οι συνήγοροι επίμονα το ζήτημα των ναρκωτικών, αλλά ας το ξαναπούμε: δεν δικάζονται γιατί επέφεραν τον θάνατο του Βασίλειου, για να απαντήσουν ότι όχι, φταίνε τα ναρκωτικά. Όλα αυτά λέγονται προκειμένου να υπάρχει παρόν και ενεργό το στίγμα εναντίον του Βασίλειου καθώς συζητάμε τα εγκλήματα που συντελέστηκαν εναντίον του. Δεν έλεγε αλήθεια, ήταν βίαιος, ήταν παραβατικός, είχε ληστέψει ένα κινητό, όλα αυτά για τα οποία ο Μάγγος σχολίασε: με διευκολύνετε, γιατί φαίνεται ότι αυτό ήταν το κίνητρο.

Εφόσον οι αστυνομικοί δεν δικάζονται για ανθρωποκτονία, όλη η συζήτηση για τη χρήση είναι παρελκυστική στην καλύτερη περίπτωση, στη χειρότερη είναι επιστράτευση των χειρότερων στερεοτύπων με σκοπό τη δολοφονία χαρακτήρα.

Την ώρα που παρακολουθούσαμε τις ερωτήσεις αντιληφθήκαμε μια αναστάτωση που οφειλόταν στο ότι ένας (κατά πάσα πιθανότητα) ασφαλίτης – θα εξηγήσω πώς μου πέρασε αυτή η ιδέα από το μυαλό- σήκωσε το κινητό του και έβγαλε φωτογραφία την έδρα, χωρίς να υποστεί καμία συνέπεια. Μια κοπέλα από το ακροατήριο σταμάτησε τη διαδικασία και τον πλησίασε, την απομάκρυναν οι αστυνομικοί με τη βία και οι συνήγοροι υπεράσπισης φρόντισαν να γίνει μια άσχετη μανούρα όπου παραπονούνταν ότι δεν τους φερόμαστε καλά, ακούστηκαν φωνές από το ακροατήριο, και τελικώς αυτός που είχε σηκώσει το κινητό και είχε βγάλει φωτογραφία εξαφανίστηκε. Μίλησα με την κοπέλα που το είχε διαπιστώσει και μου είπε ότι της ζήτησαν στη συνέχεια να αναγνωρίσει ένα κινητό (!) ανάμεσα σε τρία κινητά που είχαν κρατήσει, χωρίς βεβαίως καμία συνέχεια.

Ομολογώ ότι μπήκα στον πειρασμό να βγάλω κι εγώ μια φωτογραφιούλα, για να δω τι θα γίνει, διότι εικάζω ότι θα συνέβαινε αυτό ακριβώς που συνέβη στον Δημήτρη Μητσομπόνο στη δίκη των δολοφόνων του Ζακ: πέρασε τη νύχτα στο κρατητήριο. Όλως τυχαίως, ο Μητσομπόνος ήταν παρών στην αίθουσα και γι’ αυτό έχουμε αυτό το υπέροχο σκίτσο από τη χθεσινή δικάσιμο, καθώς επίσης και την υπενθύμιση ότι αν αυτό το παράπτωμα το είχε διαπράξει οποιοσδήποτε άλλος θα είχε υποστεί συνέπειες.

Ο επόμενος συνήγορος κινήθηκε στην πιο ωμή επιθετική γραμμή της υπεράσπισης, δεν δίστασε να αφήσει υπαινιγμούς για τη γονεϊκή σχέση και τη φροντίδα των γονιών του Βασίλειου, γιατί φυσικά πρέπει να δικαστούν όλοι εκτός από τους αστυνομικούς σε αυτή τη δίκη, και αφηγήθηκε το περιστατικό παραβατικότητας του Βασίλειου, ο οποίος όπως γνωρίζουμε ήταν χρήστης. Αναφέρει τη ληστεία του κινητού και ο Γιάννης Μάγγος απαντά: όλα αυτά που λέτε ενισχύουν την πεποίθησή μου ότι χτυπήθηκε εξαιτίας όλων αυτών. Δεν υπάρχει κάποιος νόμος που να επιβάλλει να βασανίζουμε όσους έχουν αφαιρέσει 54 ευρώ από ταμειακή μηχανή.

Αυτά που συζητάμε βεβαίως οδεύουν προς κορύφωση όταν αναλαμβάνει να ρωτήσει ο τελευταίος συνηγορος, ο οποίος με περισσή αυτοπεποίθηση αναρωτιέται: τι θα πει δεν τον πήγαιναν στο νοσοκομείο οι αστυνομικοί; Στο νοσοκομείο μεταφέρουν τον κρατούμενο. Τον ελεύθερο γιατί να τον πάνε οι αστυνομικοί; Θα ήθελα να είμαι στο μυαλό όπου αυτά βγάζουν νόημα, αλλά δεν είμαι. Αν οδηγηθεί στο τμήμα κάποιος χωρίς να ασκηθεί δίωξη, δεν θεωρείται ελεύθερος. Πιο ακριβής περιγραφή είναι ότι πρόκειται για πολίτη που προσήχθη χωρίς να έχει διαπράξει αδίκημα. Και μετά μπορούμε να αναρωτηθούμε αν είναι ελεύθερος κάποιος που βασανίζεται, διότι το βασανιστήριο είναι μάλλον ακραία συνθήκη στέρησης δικαιωμάτων, αρκεί να έχουμε συμφωνήσει ότι ο Μάγγος όταν έφτασε εκεί μπορούσε να περπατήσει και μετά δεν μπορούσε.

Η συζήτηση στρέφεται σε επιμέρους αντιφάσεις του μάρτυρα, γιατί την πρώτη φορά αναφέρει κάτι στη μήνυση ενώ μετά δεν το αναφέρει κλπ. Όλα αυτά είναι φυσικά ασήμαντα. Σκεφτόμουν ένα βασικό πείραμα για την αξιολόγηση όσων λέγονταν: έστω ότι καθώς τα λέει αυτά ο συνήγορος, μετά συμπληρώνει: «συνεπώς, δεν διέπραξαν το αδίκημα για το οποίο κατηγορούνται». Θα γελάγαμε, γιατί τίποτε από όσα είχαν προηγηθεί δεν θύμιζαν έναν συνεκτικό συλλογισμό που να τεκμηριώνει κάτι.

Ρωτήθηκε ο πατέρας του θύματος κάτι που είναι μάλλον από τα αγαπημένα μου θέματα σε αυτές τις υποθέσεις. Το ερώτημα: είχε προηγούμενα ο αστυνομικός; Ένας από τους κατηγορούμενους έχει υποδειχθεί από τον Βασίλειο ως ο βιαιότερος όλων. Ρωτά λοιπόν ο δικηγόρος: μπορείτε να μου πείτε τι είχε κάνει και τον χτυπούσε ο Π. με αυτόν τον τρόπο; Είχαν προηγούμενα;

Να απαντήσω εγώ, αφού μάλλον δεν ικανοποιήθηκε ο συνήγορος υπεράσπισης από την απάντηση. Ό,τι προηγούμενα είχαν και οι αστυνομικοί που βασάνισαν τον νεαρό στη Νέα Σμύρνη, ό,τι προηγούμενα είχαν οι αστυνομικοί που βασάνισαν τον Παπαζαχαρουδάκη, τον Καμράν, τον Χρονόπουλο, τα ίδια προηγούμενα είχαν. Κληρονομικές διαφορές, τσακώθηκαν για ένα χωράφι, ή διαφορετικά ίσως η αστυνομία είναι ένας θεσμός που παράγει συστηματικά βαναυσότητα που μένει ατιμώρητη και καλλιεργείται ως κανονικότητα εντός της κουλτούρας του σώματος, μεταξύ άλλων και χάρη στις άοκνες προσπάθειες συνηγόρων σαν αυτούς που συζητάμε τώρα, που φροντίζουν να συκοφαντούν τα θύματα των βασανιστηρίων. Ξέρετε τι άλλα προηγούμενα είχαν; Ο Βασίλειος ήταν αναρχικός. Αυτό δεν είναι αδίκημα για τον νόμο, αλλά είναι κάρτα ελευθέρας για να αθωώνονται παραβατικοί αστυνομικοί στα δικαστήρια. Αυτή είναι η απάντηση.

Ένας εκ των συνηγόρων αναρωτιέται πώς γίνεται να ήταν φοβισμένος ο Βασίλειος, αφού απειλούσε με μήνυση και μετά έγραφε «δεν μας φοβίζουν, μας εξοργίζουν», πριν το «θα πολεμάμε πάντα». Δεν ξέρω ποιος μπορεί να αναλάβει να του εξηγήσει τι είναι φόβος και θάρρος για τους ανθρώπους που δεν έχουν στο πλευρό τους τα ΜΑΤ και τα δικαστήρια, αλλά τα έχουν απέναντι. Υποθέτω ότι δεν θα είναι εύκολο να συνεννοηθούμε. Εγώ κρατώ από την κατάθεση του Γιάννη Μάγγου την παρρησία με την οποία μπόρεσε να αντιστρέψει την υπερασπιστική γραμμή του στιγματισμού του θύματος και να εξηγήσει ψύχραιμα ότι αυτά είναι τα επιχειρήματα που δείχνουν ότι όχι μόνο διέπραξαν αυτά για τα οποία κατηγορούνται, αλλά μας εξηγούν και το γιατί. Και όσο για τη στιγμή κατά την οποία ο γιος του πήγε προς τους αστυνομικούς φωνάζοντας «Τι κάνετε ρε;», όπως είπε ο μάρτυρας: «η αλληλεγγύη ήταν η τελευταία και υπέρτατη πράξη του παιδιού μου».