Οι απολογίες ξεκίνησαν την Παρασκευή 15 Μαΐου στο Μικτό Ορκωτό Δικαστήριο στα δικαστήρια της Ευελπίδων με την κατάθεση του πρώτου κατηγορουμένου, Π.Τ., ο οποίος από το 2019 υπηρετούσε στην ΕΛ.ΑΣ. ως ειδικός φρουρός. Όταν συνέβη το περιστατικό βρισκόταν στην ομάδα ΔΙ.ΑΣ., ενώ μετά από αυτό τέθηκε σε διαθεσιμότητα. Με τη λήξη αυτής ακολούθησε απόσπαση και τοποθετήθηκε στο Α.Τ. Νίκαιας, όπου υπηρετεί μέχρι και σήμερα, ακόμη και αν φέρει την κατηγορία του βιασμού. Ο ίδιος παραδέχθηκε πως η εκπαίδευσή του ήταν ολιγόμηνη: δύο με τρεις μήνες στη Σχολή Αστυφυλάκων, ένας μήνας εκπαίδευσης στη ΔΙ.ΑΣ. και μετά άμεση ανάληψη καθηκόντων ως ειδικός φρουρός.

Κατά τη διαδικασία τέθηκαν από τη δικαστή ερωτήματα σχετικά με το αν οι ειδικοί φρουροί ενημερώνονται ουσιαστικά για θέματα δεοντολογίας, ηθικής και κοινωνικού χαρακτήρα ή αν η εκπαίδευση περιορίζεται κυρίως στο να είναι μάχιμοι στους δρόμους και να ασκούν καθήκοντα. Σε ένα κλίμα γενικής αποθέωσης του θεσμού της ελληνικής αστυνομίας, η Πρόεδρος ρώτησε αν γίνονται μαθήματα που να αναδεικνύουν «τι σημαίνει να φορά κάποιος τη στολή με τα χρώματα της ελληνικής σημαίας, το κύρος, την ευθύνη και το ηθικό βάρος» του τι σημαίνει να είσαι αστυνομικός.

«Πόσο τιμημένοι ήταν όλοι εκείνοι οι άνθρωποι που φόρεσαν αυτή τη στολή και έχασαν ακόμη και τη ζωή τους στο καθήκον. Οι αστυνομικοί της ΔΙ.ΑΣ. και γενικά οι μάχιμες υπηρεσίες βρίσκονται στην πρώτη γραμμή, πολλές φορές πιο εκτεθειμένοι ακόμη και από τον στρατό» συνέχισε η Πρόεδρος.

Πρόεδρος: «Το τι κυκλοφορεί και διαδίδεται για τους αστυνομικούς πρέπει εσείς να το διαψεύδετε»

«Το τι κυκλοφορεί και διαδίδεται για τους αστυνομικούς πρέπει εσείς να το διαψεύδετε, με σεβασμό του τι είστε», είπε στη συνέχεια η Πρόεδρος, συνεχίζοντας τον εκθειασμό της αστυνομίας. Βέβαια, δε φάνηκε να λαμβάνει υπόψιν πως «το τι κυκλοφορεί για την αστυνομία» δεν είναι απλώς κακόβουλες συκοφαντίες, αλλά κάτι το οποίος η ΕΛ.ΑΣ. φροντίζει κατ’ εξακολούθηση να επιβεβαιώνει.

Ο Π.Τ. ανέφερε ότι, αν μπορούσε να γυρίσει τον χρόνο πίσω, δεν θα προχωρούσε στη «συναινετική», κατά τα λεγόμενά του, σεξουαλική πράξη εν ώρα υπηρεσίας, δηλώνοντας πως δεν ήταν ηθικά σωστό να συμβεί. Στη συνέχεια περιέγραψε το περιστατικό και τις συνθήκες υπό τις οποίες συνέβη, εντοπίζοντας ως το μόνο του «ηθικό ατόπημα» το γεγονός ότι η σεξουαλική πράξη συνέβη εν ώρα υπηρεσίας στον χώρο του Α.Τ.

Πρόεδρος: «Δεν ξεκουμπώνονται, κουμπώνονται όσοι βλέπουν ΔΙ.ΑΣ.»

Η Πρόεδρος, προσπαθώντας να καταλάβει πώς συνέβη η γνωριμία των αστυνομικών με τη Σ., χαρακτήρισε ως παράξενο το γεγονός πως η Σ. ήταν αυτή που τους πλησίασε εξαρχής για να τους ρωτήσει για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε, παρά το γεγονός πως η αμφίεση των αστυνομικών της ομάδας ΔΙ.ΑΣ. συνήθως είναι αποκρουστική προς τον απλό πολίτη.

«Δεν ξεκουμπώνονται, κουμπώνονται όσοι βλέπουν ΔΙ.ΑΣ., λόγω του παρουσιαστικού τους» σχολίασε η Πρόεδρος. 

Ο Π.Τ. είπε ότι κολακεύτηκε από τη Σ. και αφέθηκε κι εκείνος. H Πρόεδρος ανέφερε συνέχεια το γεγονός ότι ο Π.Τ. βρισκόταν σε σχέση τον καιρό εκείνο, σχολιάζοντας πως «δεν είναι σωστό να ανταλλάζει κανείς Instagram με μία ευπαρουσίαστη κοπέλα ενώ βρίσκεται σε σχέση», σαν το δικαστήριο να εξέταζε υπόθεση μοιχείας και όχι βιασμού. «Δεν ήταν μια γυναικά που δε θα την κοίταγε κανείς» σχολίασε η πρόεδρος, συνεχίζοντας στο ίδιο πνεύμα η Πρόεδρος.

Στη Σ. απέδωσε την ευθύνη ο κατηγορούμενος

Σχετικά με τα γεγονότα στο ΑΤ πριν τον βιασμό, ο Π.Τ. δικαιολογήθηκε λέγοντας «μας είπε πως το μετάνιωσε και δεν ήθελε πλέον να κάνει καταγγελία. Μας ρώτησε τι είναι αυτό το δωματιάκι. Μας είπε ότι της αρέσουν οι ένστολοι ερωτικά και ότι όλο αυτό με τη δουλειά ήταν μία πρόφαση», ενώ φτάνοντας στην περιγραφή των γεγονότων στην αίθουσα των αποδυτηρίων, κατέθεσε πως «ο Α.Φ. έφυγε και έμεινα μονός μου με τη Σ., με έπιασε και με φίλησε πρώτη, Κολακεύτηκα, το συνέχισα γιατί καμία κοπέλα δεν μου το έχει κάνει. Προχωρήσαμε σε πεολειχία. Μου ζήτησε να προβούμε σε ολοκληρωμένη πράξη μετά την πεολειχία».

 Η Πρόεδρος σχολίασε ότι προκαλεί εντύπωση το γεγονός πως, όπως περιγράφηκε, όλα έγιναν τόσο «οργανωμένα» από την Σ. και ότι η ίδια «έδειχνε τόσο έτοιμη». Παράλληλα, επεσήμανε ότι, αν εκείνη «τα έκανε όλα τόσο σωστά», τότε κάτι «είχε γίνει λανθασμένα από την άλλη πλευρά, εφόσον υπήρξε τραυματισμός».

Πρόεδρος : «Η αγάπη θέλει δύο»  

«Δεν καθοδήγησα εγώ την πράξη» δήλωσε ο Α.Τ. «Η αγάπη θέλει δύο» είπε η Πρόεδρος «δε θέλει έναν». Ο βιασμός θέλει μόνο έναν όμως, θα απαντήσουμε εμείς.               

Υπενθυμίζεται ότι η Σ. αιμορραγούσε. Ο κατηγορούμενος ρωτήθηκε αν αντιλήφθηκε ότι η γυναίκα πονούσε και απάντησε ότι «όχι, ούτε να πονάει ούτε να μην περνάει καλά». Όσον αφορά την αιμορραγία και πώς τη δικαιολόγησε, αυτός απάντησε ότι «δεν έχει τέτοιες γνώσεις για να καταλάβει αν το αίμα ήταν από περίοδο ή από κάτι άλλο». Του επισημάνθηκε ότι θα ήταν αναμενόμενο να γνωρίζει βασικά ζητήματα που αφορούν τις γυναίκες, εφόσον είχε γυναίκες στο κοντινό. Το μόνο που απάντησε ήταν πως «ανησυχούσε μήπως ο ίδιος έχει κολλήσει κάτι από το αίμα». Στη συνέχεια είπε ότι βγήκε έξω και ενημέρωσε τον Α. Φ. πως η Σ. θέλει να του πει κάτι, ενώ όταν ρωτήθηκε γιατί δεν ζήτησε άμεσα βοήθεια ή δεν τους κάλεσε να τη βοηθήσουν ως όφειλαν όλοι μαζί, απάντησε ότι η αιμορραγία δεν του προκάλεσε ιδιαίτερη εντύπωση, καθώς «έχει ακούσει πως μπορεί να υπάρξει αίμα χωρίς βία».

Η Πρόεδρος έκανε λόγο για «επαγγελματισμό» της Σ. και ρώτησε αν ζήτησε αμοιβή

«Βλέπουμε έναν επαγγελματισμό από πλευράς της αλλά χωρίς οικονομικής φύσεως κέρδος. Ζήτησε κάποια αμοιβή;» ρώτησε προκλητικά η Πρόεδρος, αναφερόμενη στην επιζώσα, με το ακροατήριο να αντιδρά.

Παίρνοντας τον λόγο, ο Εισαγγελέας τον ενημέρωσε ότι σύμφωνα με το συμπέρασμα της ιατροδικαστικής έκθεσης προκύπτει πως η Σ. έφερε σημεία διείσδυσης από αμβλύ αντικείμενο στα γεννητικά της όργανα. Σημειώνεται πως η ιατροδικαστική έρευνα, παρόλο που είχε σαφή συμπεράσματα, δεν είχε αναφερθεί σχεδόν καθόλου κατά τη διάρκεια της δίκης. Ο κατηγορούμενος απάντησε… ότι δεν μπορεί να γνωρίζει τι είχε προηγηθεί πριν από το περιστατικό και ότι δεν έχει γνώση για το συγκεκριμένο ιατροδικαστικό εύρημα.

Πρόεδρος: «Σας την έπεφτε;»

Έπειτα, ήρθε η σειρά του δεύτερου κατηγορουμένου, Α.Φ., να απολογηθεί. Ο κατηγορούμενος επανέλαβε ότι βρισκόταν σε σχέση, υπονοώντας πως δεν είχε πρόθεση εμπλοκής σε κάτι πέραν αυτού.

Η Πρόεδρος τον ρώτησε αν αντιλήφθηκε ότι η Σ. «του την έπεφτε» ή και αν «είχε γλυκαθεί», συνεχίζοντας να μην τηρεί κανένα πρόσχημα στοιχειώδους σεβασμού προς την επιζώσα βιασμού, και προκαλώντας ακόμη μία φορά αίσθηση, με τον ίδιο να απαντά ότι «δεν του πέρασε από το μυαλό κάτι πονηρό» και ότι η Σ. αρχικά δεν είχε εκφράσει επιθυμία κατά τη γνωριμία τους, αλλά στη συνέχεια υπήρξε ενδιαφέρον.

Το βίντεο που εξαφανίστηκε

Στο ζήτημα της GoPro κάμερας, με την οποία ο κατηγορούμενος φαίνεται πως βιντεοσκόπησε όλη την πράξη, ο ίδιος φάνηκε να πέφτει σε αντιφάσεις και να χάνει την ψυχραιμία του. Υπενθυμίζεται ότι το δεκαοκτάλεπτο βίντεο τυχαία εξαφανίστηκε.

Ο Α.Φ. δήλωσε ότι δεν γνώριζε πως η κάμερα ήταν ενεργή, ότι θεωρούσε πως δεν κατέγραφε, ενώ ανέφερε ότι μπορεί να ενεργοποιήθηκε ακούσια. Είπε επίσης πως ο ίδιος δεν είχε πρόθεση καταγραφής οποιασδήποτε πράξης. 

Σχετικά με το πώς το βίντεο εξαφανίστηκε, ο Α.Φ. έδωσε μία εξήγηση που, βρισκόταν σε πλήρη αντίφαση με το τι είχε ειπωθεί μέχρις στιγμής, και δεν είχε ξανααναφερθεί ποτέ. Υποστήριξε πως ο ίδιος θεώρησε πως θα ήταν κάποιο βίντεο που καταλάθος τραβήχτηκε, και χωρίς να μπει στη διαδικασία να το ελέγξει το διέγραψε, μαζί με όλα τα υπόλοιπα βίντεο της κάμερας.

Σχετικά με την εξαφάνιση της ίδιας της κάμερας, ανέφερε πως την επόμενη ημέρα του έπεσε κάτω κι έσπασε, κι έτσι αποφάσισε να την πετάξει, γεγονός που δεν είχε ξαναειπωθεί. «Δεν το έχετε ξανααναφέρει ποτέ ότι η κάμερα έσπασε» παρατήρησε ο Εισαγγελέας.

Η Πρόεδρος, κατευθύνοντας τη συζήτηση ξανά στη σεξουαλική πράξη, απόρησε εάν ρώτησε τον Π.Τ., όταν βγήκε από το δωμάτιο, «καλή ήταν;», καθώς «τα λένε αυτά οι άντρες μεταξύ τους». Ο Α.Φ. προχώρησε σε μία λεπτομερέστατη περιγραφή της πράξης, λέγοντας πως ο ίδιος δεν πίεσε καθόλου την Σ. 

Η Πρόεδρος, για άλλη μία φορά κατάφερε να προκαλέσει τις αντιδράσεις, ρωτώντας τον για τη Σ.: «Όταν βλέπεις ότι η κοπέλα δεν είναι επαγγελματίας, δεν είναι ντυμένη σαν τις κοπέλες αυτές, δε σκεφτήκατε ότι μπορεί να πληγωθεί αν μάθαινε πως είχατε σχέση; Γιατί την κοροϊδέψατε ενώ είχατε σχέση;».

Κατηγορούμενος: «Δε μου έλειπε αυτό το κομμάτι για να κάνω κάτι τέτοιο με το ζόρι, είχα σχέση»

«Δε μου έλειπε αυτό το κομμάτι για να κάνω κάτι τέτοιο με το ζόρι, είχα σχέση» απάντησε ο Α.Φ., στην ίδια γραμμή με τη δήλωση της Προέδρου στην τέταρτη δικάσιμο, όπου ρώτησε «αφού είχε κοπέλα και δεν ήταν σε καμία μεγάλη στέρηση, το… «επιπλέον» τι το ήθελε;», σαν ο βιασμός να συνδέεται με το αν ο θύτης έχει ενεργή σεξουαλική ζωή, και όχι με την επιθυμία του το θύμα να υποφέρει ή την ηδονή που του προκαλεί η εξουσία και η κυριαρχία που του ασκεί.   

«Τους είχα τυφλή εμπιστοσύνη»

Ο επόμενος κατηγορούμενος, Γ.Τ. , ο οποίος κατηγορείται για συγκάλυψη, στην απολογία του ανέφερε ότι απλά απάντησε σε ερωτήσεις της καταγγέλλουσας και δεν αντάλλαξε τηλεφωνικό αριθμό ή social media μαζί της. Επικαλέστηκε το ήθος του ιδίου και της οικογένειάς του, λέγοντας ότι προέρχεται από οικογένεια που τιμά την θρησκεία και την πατρίδα. «Πάντα έκανα την δουλειά μου στο έπακρο», τόνισε, ενώ, υπερασπιζόμενος του άλλους δύο κατηγορούμενους, ανέφερε ότι «ήταν πάντα άψογοι υπηρεσιακά, δεν μου έδωσαν ποτέ δικαιώματα και ακολουθούσαν τις εντολές μου πιστά, τους είχα τυφλή εμπιστοσύνη και δεν περίμενα ποτέ κάτι τέτοιο». Η Πρόεδρος ρώτησε επανειλημμένα αν είναι φυσιολογικό να πιάνουν συζήτηση οι πολίτες με τους αστυνομικούς και γιατί οι τελευταίοι το επέτρεψαν να συμβεί για τόση πολλή ώρα, με τον Γ.Τ. να απαντά πως πρόκειται για κάτι σύνηθες και δεν του κίνησε υποψίες.

Μετά από ερώτηση της Προέδρου σχετικά με το γιατί ο ίδιος επέτρεψε το να συνοδεύσουν οι άλλοι δύο κατηγορούμενοι την Σ. στο γραφείο του αξιωματικού υπηρεσίας στο ΑΤ Ομόνοιας, ο Γ.Τ. απάντησε ότι ο ίδιος είχε πάει στην τουαλέτα και δεν είχε γνώση για αυτό το γεγονός, επικαλούμενος ξανά την εμπιστοσύνη που είχε στην ομάδα του και επικαλούμενος πιθανούς… κινδύνους αν άφηναν την Σ. να ανέβει μόνη της, λέγοντας ότι «στο ΑΤ Ομόνοιας σχεδόν πάντα υπάρχουν χρήστες και ληστές σε κάθε όροφο». 

 «Δεν ξέρω να πω τι συνέβη πραγματικά εκεί μέσα»

Η γενικότερη υπερασπιστική γραμμή του Γ.Τ. κινούνταν γύρω από τον άξονα «δεν ήμουν παρών, δεν είδα κάτι». Ανέφερε ότι γνώριζε ότι ο Α.Φ. και ο Π.Τ. είχαν ο καθένας του σχέση εκείνη την περίοδο και δεν φαντάστηκε ότι θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο εντός του τμήματος, ενώ τόνισε πως «αν ήξερα ότι είχαν κάνει κάτι τέτοιο θα τους συλλάμβανα μόνος μου, δεν θα το επέτρεπα γιατί τιμώ την υπηρεσία και το εθνόσημο», προκαλώντας γέλιο στο ακροατήριο.

«Λυπάμαι πραγματικά που δεν κατάλαβα κάτι για να το σταματήσω. Ήταν όλα λάθος, δεν ήταν μόνο το γεγονός ότι έγινε στο τμήμα, θα με ενοχλούσε το ίδιο αν εν ώρα υπηρεσίας γινόταν σε διαμέρισμα απέναντι. Έχω πάρα πολλά ερωτηματικά όπως και όλοι μας. Δεν ξέρω να πω τι συνέβη πραγματικά εκεί μέσα», κατέθεσε.

«Μήπως ήταν οικονομικός ο λόγος της καταγγέλλουσας;»

«Τι να σκεφτώ, ίσως το νεαρό της ηλικίας τους, το ότι δεν μπόρεσαν να συγκρατήσουν τις ορμές τους, δεν μπορώ να καταλάβω. Αλλά ποτέ δε θα έκαναν κατάχρηση της εξουσίας τους και βιασμό» ισχυρίστηκε. 

Στη συνέχεια ο  αστυνομικός, φανερά ταραγμένος, προχώρησε σε υποθέσεις πως η Σ. αποσκοπούσε να αποκομίσει οικονομικό κέρδος κάνοντας καταγγελία: «Μήπως ήταν οικονομικός ο λόγος της καταγγέλλουσας; Μας έλεγε ότι ήταν πολύ κακή η οικονομική της κατάσταση».

«Δεν ξέρω ποιος παρέσυρε ποιον»

Ανέφερε πως δεν προχώρησε σε μήνυση κατά της Σ., καθώς θεωρεί πως δεν θα άλλαζε κάτι και δεν επιθυμούσε να εμπλακεί περαιτέρω, ακόμη και αν η καταγγελία της μπορεί να μην ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Βέβαια, παρά τη γενική στάση του «δεν ξέρω- δεν απαντώ» που τήρησε, δεν παρέλειψε να τονίσει πως δεν ξέρει «ποιος παρέσυρε ποιον» και να σχολιάσει πως του φάνηκε παράλογο το ότι η Σ. απευθύνθηκε στην αστυνομία «στη μία η ώρα το βράδυ» για ένα εργασιακό πρόβλημα και για ένα περιστατικό παρενόχλησης που της συνέβη στο παρελθόν.

«Μα είναι δυνατόν να θυμήθηκε τώρα για κάποιον που κάποτε την παρενόχλησε, δηλαδή πάλι κάποιος την παρενόχλησε;» αναρωτήθηκε, δείχνοντας τη δυσπιστία του προς τη Σ. ακόμη μία φορά, λες και στη ζωή μίας γυναίκας, το σύνηθες είναι να παρενοχληθεί μόνο μία φορά.

Η δίκη ολοκληρώθηκε, με εντάσεις μεταξύ των αλληλέγγυων ατόμων της Σ. και των συγγενών και φίλων των αστυνομικών, οι οποίες βέβαια δεν έλειψαν και καθόλη τη διάρκεια της δίκης, αλλά και στις διακοπές, ενώ κάποιες φορές χρειάστηκε να επέμβει η δικαστική αστυνομία και να απειλήσει τα αλληλέγγυα άτομα πως θα τα… «πετάξει έξω», ιδιαίτερα όταν αντιδρούσαν στις προκλητικές ερωτήσεις της Προέδρου.

 Επόμενη δικάσιμος ορίστηκε η 18 Ιουνίου 2026, με τις αγορεύσεις των συνηγόρων και την απόφαση, στο δικαστήριο της Ευελπίδων, στο κτίριο 9 στην 14η αίθουσα.