Αφετηρία της παρέμβασής του αποτέλεσε πανελλαδική έρευνα της Metron Analysis, την οποία χαρακτήρισε «εύγλωττη», καθώς αποτυπώνει μια κοινωνία «ανασφαλή, δυσαρεστημένη, φοβισμένη και έντονα καχύποπτη» απέναντι στο πολιτικό αφήγημα που επιχειρείται να της επιβληθεί. Τα ευρήματα, κατά τον κ. Βενιζέλο, δεν περιγράφουν απλώς ένα συγκυριακό κλίμα δυσφορίας, αλλά ένα «βαθύτερο και πιο σύνθετο πρόβλημα πολιτικής και κοινωνικής αντιπροσώπευσης». Όπως είπε, η Ελλάδα δεν άνοιξε ποτέ σοβαρή δημόσια συζήτηση για το κοινωνικό και οικονομικό αποτύπωμα της μνημονιακής περιόδου – πώς μεταβλήθηκε η κοινωνική διαστρωμάτωση, πώς επηρεάστηκαν οι προσδοκίες, πώς αναδιαμορφώθηκαν οι σχέσεις εμπιστοσύνης.

Υποστήριξε ότι η έννοια της «επιστροφής στην κανονικότητα» παραμένει ασαφής και ενδεχομένως παραπλανητική, εφόσον δεν μπορεί να σημαίνει επιστροφή σε μια προηγούμενη κατάσταση που οδήγησε τη χώρα στη χρεοκοπία. Η κοινή γνώμη, σε κάθε περίπτωση, δεν αποδέχεται ότι επανήλθαμε στην κανονικότητα. Αναφερόμενος στην έρευνα, έκανε λόγο για «καταθλιπτική εικόνα», τονίζοντας ότι η κοινωνία δεν πείθεται πως οι θεσμικοί μηχανισμοί λειτουργούν με τρόπο που διασφαλίζει την απονομή δικαιοσύνης (αμφιβολίες για υποκλοπές, Τέμπη, ΟΠΕΚΕΠΕ). Επανέλαβε δε παλαιότερη εκτίμησή του ότι «η χώρα είναι πολύ δύσκολα διακυβερνήσιμη», προσθέτοντας ότι «υφέρπει ένας βρασμός».

Για τη συνταγματική αναθεώρηση, σχολίασε ότι το εύρημα πως η κοινή γνώμη αντιμετωπίζει την κυβερνητική πρωτοβουλία με δυσπιστία επιβεβαιώνει τη δική του εκτίμηση ότι η συζήτηση έχει προσχηματικό χαρακτήρα, καθώς πολλές αναγκαίες θεσμικές αλλαγές μπορούν να γίνουν χωρίς αλλαγή του Συντάγματος. «Ο σεβασμός του Συντάγματος προηγείται της αναθεώρησής του», τόνισε.

Ερωτηθείς για το ζήτημα της Δικαιοσύνης και την έννοια της «τοξικότητας», σημείωσε ότι το πρόβλημα στην Ελλάδα συνδέεται με την αίσθηση υπερσυγκέντρωσης εξουσίας «όχι απλώς σε ένα κόμμα αλλά σε ένα πρόσωπο», κάτι που «αλλοιώνει τον πολιτικό πολιτισμό της χώρας». Στην εξωτερική πολιτική, υπογράμμισε ότι η Ελλάδα πρέπει να συμμετέχει πολυδιάστατα σε όλα τα διεθνή σχήματα, αλλά δεν πρέπει να χάσει τον έλεγχο του ρυθμού στις ελληνοτουρκικές σχέσεις, ούτε να καλλιεργείται μια «αλαζονική και ανιστόρητη αντίληψη» ότι όλα κρίνονται από ένα πρόσωπο που θα σηκώσει το τηλέφωνο. «Ποιον θα πάρει τηλέφωνο ο Έλληνας πρωθυπουργός;», διερωτήθηκε.