Οι διαπραγματευτές της ΕΕ απέτυχαν την Πέμπτη, για άλλη μία φορά, να βρουν κοινό τρόπο για τη θέσπιση κανόνων που θα επιτρέψουν την αύξηση των απελάσεων μεταναστών από το μπλοκ, εμώ συνεχίζεται και η διαφωνία σχετικά με την ημερομηνία έναρξης των νέων μέτρων.

Ο Επίτροπος Μετανάστευσης, Αυστριακός Μάγκνους Μπρούνερ, χαρακτήρισε τον κανονισμό για τις απελάσεις ως το «κομμάτι που λείπει» από τις σαρωτικές αντιμεταναστευτικές μεταρρυθμίσεις που εφαρμόζει η ΕΕ με στόχο τον έλεγχο των συνόρων έναντι των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Η νομοθεσία, εάν εγκριθεί, θα δώσει στις χώρες την επιλογή να στέλνουν άτομα που έχουν διαταχθεί να εγκαταλείψουν το έδαφος της ΕΕ σε «κέντρα επαναπατρισμού» σε χώρες εκτός του μπλοκ, μια επιλογή που αρκετές χώρες της ΕΕ ήδη εξετάζουν, αλλά την οποία ομάδες της κοινωνίας των πολιτών έχουν προειδοποιήσει ότι θα μπορούσε να ανοίξει την πόρτα σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και τους Εξόριστους (ECRE) είχε εκφράσει τη βαθιά απογοήτευσή του, κάνοντας λόγο για οπισθοδρόμηση ως προς τα πρότυπα θεμελιωδών δικαιωμάτων και τον κίνδυνο να υπονομευτούν βασικές αρχές του δικαίου της ΕΕ.

Κατήγγειλε το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα (ΕΛΚ), λέγοντας ότι επέλεξε να ευθυγραμμιστεί με ακροδεξιές πολιτικές ομάδες που περιλαμβάνουν κόμματα όπως η Fidesz – Ουγγρική Πολιτική Συμμαχία, η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) και το Εθνικό Συναγερμό (RN) της Γαλλίας, προκειμένου να εξασφαλίσει πλειοψηφία. «Με αυτόν τον τρόπο, το ΕΛΚ όχι μόνο αποδυνάμωσε βασικές εγγυήσεις και αρχές, αλλά συνέβαλε ενεργά στη νομιμοποίηση ακροδεξιών αφηγήσεων και πολιτικών προσεγγίσεων στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, συμπεριλαμβανομένου του μεταναστευτικού», δήλωσε τον Μάρτιο του 2026, όταν υιοθετήθηκε η θέση από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο σχετικά με τη διαπραγματευτική εντολή για τον Κανονισμό Επιστροφών.

«Η κανονικοποίηση ρητορικής και μέτρων που στιγματίζουν τους μετανάστες και αποδυναμώνουν τις προστασίες θεμελιωδών δικαιωμάτων σηματοδοτεί προθυμία των κυρίαρχων πολιτικών δυνάμεων να εγκαταλείψουν μακροχρόνιες δημοκρατικές εγγυήσεις, συμπεριλαμβανομένου του λεγόμενου «cordon sanitaire». Μια τέτοια μετατόπιση είναι βαθιά ανησυχητική και δημιουργεί επικίνδυνο προηγούμενο για μελλοντική χάραξη πολιτικής στην ΕΕ», συνέχισε.

Σύμφωνα με το ECRE, Μεταξύ των πιο ανησυχητικών στοιχείων περιλαμβάνονται μέτρα που:

  • Επιτρέπουν απελάσεις σε τρίτες χώρες με τις οποίες τα άτομα δεν έχουν καμία σύνδεση και δεν έχουν ποτέ βρεθεί, συμπεριλαμβανομένων των λεγόμενων «κόμβων επιστροφών» (return hubs).
  • Αποδυναμώνουν την ανασταλτική ισχύ των προσφυγών, αυξάνοντας τον κίνδυνο λανθασμένων απομακρύνσεων πριν τα δικαστήρια εξετάσουν τις ανάγκες προστασίας.
  • Απαιτούν από τα κράτη μέλη να εκδίδουν αποφάσεις επιστροφής ακόμη και όταν η απομάκρυνση δεν είναι ρεαλιστικά εφικτή, αφήνοντας άτομα σε παρατεταμένο νομικό αδιέξοδο.
  • Περιορίζουν σοβαρά την πρόσβαση σε εθελοντική αναχώρηση, παρά τα συντριπτικά στοιχεία για την αποτελεσματικότητα και την ανθρωπιά της.
  • Αφαιρούν εγγυήσεις πρόσβασης σε βασικές υπηρεσίες όταν αναβάλλεται η επιστροφή.
  • Επιβάλλουν διευρυμένες υποχρεώσεις στα άτομα, μαζί με τιμωρητικές κυρώσεις για μη συμμόρφωση, ακόμη και όταν τα εμπόδια δεν εξαρτώνται από αυτά.
  • Διευρύνουν τους λόγους κράτησης και επιτρέπουν κράτηση έως και 24 μήνες, συμπεριλαμβανομένων οικογενειών.
  • Υπονομεύουν ένα κοινό σύστημα επιστροφών της ΕΕ, επιτρέποντας μεγαλύτερη εξάρτηση από αποκλίνοντες εθνικούς κανόνες.

Το αποτέλεσμα αυτό έρχεται παρά τις επανειλημμένες προειδοποιήσεις από ένα ευρύ φάσμα φορέων, συμπεριλαμβανομένης της κοινωνίας των πολιτών, νομικών εμπειρογνωμόνων, διεθνών οργανισμών και όχι λιγότερων από 16 ειδικών εισηγητών του ΟΗΕ. Είναι ιδιαίτερα ανησυχητικό ότι αυτές οι προειδοποιήσεις ουσιαστικά αγνοήθηκαν.

«Η ψηφοφορία αυτή ενισχύει μια καταναγκαστική και τιμωρητική προσέγγιση στη μετανάστευση που ούτε αποτελεσματική είναι ούτε συμβαδίζει με τις θεμελιώδεις αξίες της ΕΕ. Ανοίγει τον δρόμο για ολοένα και πιο επιθετικές πρακτικές επιβολής, με δυνητικά εκτεταμένες συνέπειες για τα δικαιώματα και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων», προειδοποίησε/

«Αυτό που διακυβεύεται δεν είναι μόνο το περιεχόμενο ενός νομοθετήματος, αλλά η κατεύθυνση της πολιτικής της ΕΕ. Η κανονικοποίηση ακροδεξιάς ρητορικής και πολιτικών στο μεταναστευτικό κινδυνεύει να αναδιαμορφώσει θεμελιωδώς την προσέγγιση της ΕΕ, απομακρύνοντάς την από τα δικαιώματα, τα δεδομένα και τη βιωσιμότητα, και οδηγώντας την προς την αποτροπή με κάθε κόστος», κατέληξε.

Οι διαφωνίες

Τα θεσμικά όργανα της ΕΕ διαφωνούν ως προς το πότε θα πρέπει να εφαρμοστούν τα νέα μέτρα: Το Κοινοβούλιο υποστηρίζει την άμεση εφαρμογή, ενώ το Συμβούλιο θέλει δύο χρόνια για να προετοιμαστεί για όλα τα μέτρα εκτός από τη διάταξη για τους κόμβους επαναπατρισμού, η οποία θα εφαρμοστεί αμέσως.

Οι διαπραγματευτές αναμένεται να συναντηθούν ξανά την 1η Ιουνίου.

Η ευρωβουλευτής των Πρασίνων, Μελίσα Καμάρα, δήλωσε ότι οι συνομιλίες ήταν μια «παρωδία διαπραγματεύσεων».

«Αντί να αγωνιστούν για ένα αξιοπρεπές και ανθρώπινο κείμενο, επέλεξαν να επικεντρωθούν σε μια γελοία μάχη για το πότε το κείμενο θα άρχιζε να εφαρμόζεται», είπε.

Ο Φρανσουά-Ξαβιέ Μπελαμί, διαπραγματευτής του Ευρωπαϊκού Λαϊκού Κόμματος, δήλωσε ότι το κείμενο θα «δώσει επιτέλους στα κράτη μέλη τα εργαλεία για να τηρήσουν μια απλή αρχή: κανείς δεν πρέπει να επιτρέπεται να παραμένει στην Ευρώπη μετά την παράνομη είσοδο ή διαμονή σε ευρωπαϊκό έδαφος».

Αλλά «δεδομένου του επείγοντος χαρακτήρα της μεταναστευτικής κατάστασης», θα ήταν «αδικαιολόγητο» να καθυστερήσει η εφαρμογή του κειμένου κατά ένα ή δύο χρόνια.