Σε απολογία ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου Αθηνών βρέθηκε σήμερα ο 42χρονος γυναικοκτόνος που σκότωσε τον Νοέμβριο του 2024 με ένα σφυρί τη 32χρονη σύζυγό του, Άλμα. Ο άντρας επέμεινε στους προανακριτικούς του ισχυρισμούς, τονίζοντας στην απολογία του πως «θόλωσε», και περιέγραψε με λεπτομέρεια το πώς τη σκότωσε, αλλά και τι έκανε με το πτώμα της στο διαμέρισμά τους στους Αμπελόκηπους, στο οποίο ζούσαν μαζί με τα παιδιά τους

«Μου είπε ότι θα έφευγε και θα έπαιρνε τα παιδιά μαζί. Μου είπε ότι ο μικρός δεν ήταν δικό μου παιδί. Εκείνη την ώρα θόλωσα. Όλη μου η ζωή ήταν τα παιδιά μου. Μόνο για αυτό. Τίποτα άλλο δεν με ένοιαζε» υποστήριξε.

«Αναζητούσε μια καλύτερη ζωή. Εγώ δεν μπορούσα να της τη δώσω. Προσπαθούσα, όμως, να μην της λείψει τίποτα. Την αγαπούσα», είπε ενώπιον δικαστών και ενόρκων, εξιστορώντας συγκεκριμένα περιστατικά για να καταδείξει τις τεταμένες σχέσεις τους.

Τι είπε στο δικαστήριο

«Πήρα το σφυρί, ένα χτύπημα και έπεσε στο έδαφος. Μετά της έκανα ΚΑΡΠΑ, αλλά δεν ανταποκρίθηκε», είπε, και συνέχισε: «Πήρα μια σακούλα και την έβαλα στο κεφάλι για να μην αφήσει σημάδι, για να μην τρομάξουν τα παιδιά από το αίμα. Πήρα το πάπλωμα και μια λινάτσα και την τύλιξα, την έβαλα στην ντουλάπα και πήγα να φτιάξω κολατσιό για τα παιδιά»

Πρόεδρος: Ακούω για σφυρί, λινάτσα. Πώς τα είχατε αυτά στο διαμέρισμα;

Κατηγορούμενος: Εγώ είμαι της οικοδομής και τα έχω. Τη λινάτσα την είχα για να τη βάλω στο μπαλκόνι

Πρόεδρος: Δεν σκεφτήκατε να καλέσετε ασθενοφόρο, μήπως και ήταν ζωντανή;

Κατηγορούμενος: Την έβαλα στην ντουλάπα. Σηκώθηκα το πρωί, πήγα τα παιδιά στο σχολείο. Δεν ήμουν καλά. Προσπαθούσα να βρω το κουράγιο να εξηγήσω στα παιδιά, τι θα κάνω, πήγα στη δουλειά και με ρωτούσαν τι έχω. Τους είπα ότι δήθεν έφυγε… Το Σάββατο το πρωί έστειλα τα παιδιά στον αδελφό μου για να διαβάσουν. Σκέφτηκα να τη βάλω στο πατάρι. Σκεφτόμουν πώς να το πω σε όλους, στα παιδιά…

Ο κατηγορούμενος συνέχισε με την περιγραφή της αποτρόπαιας πράξης του: «Την έβαλα πάνω στο πατάρι. Πήρα δύο σακούλες μαύρες σκουπιδιών, την τύλιξα και με ένα περιτύλιγμα και με πολύ δυσκολία την έβαλα πάνω. Έμεινα στο σπίτι. Το απόγευμα, στις 17:00, ήρθαν τα αδέλφια μου με τις γυναίκες τους».

Σύμφωνα με τον ίδιο, δεν σκέφτηκε ποτέ να κρύψει τη σορό για να την εξαφανίσει, αλλά την ανέβασε στο πατάρι ώστε να μην τη βρουν τα παιδιά του:

«Όμως πού να το αφήσω το πτώμα; Στην ντουλάπα για να το ανοίξουν τα παιδιά και να τρομάξουν; Ένα μικρό διαμέρισμα ήταν».

Τελικά, σύμφωνα με την απολογία του, κάλεσε την Αστυνομία, ομολόγησε το έγκλημα και επέδειξε τη σορό.