Κατά τη διάρκεια της συνέντευξης παρουσιάστηκε η επιχειρηματολογία της Κοινότητας για την άμεση ανάκληση της απόφασης 836/6-6-2025 της Περιφερειακής Επιτροπής της Περιφέρειας Αττικής και την ακύρωση της προτεινόμενης προγραμματικής σύμβασης για την «ανάπλαση» των Προσφυγικών. Όπως τονίστηκε, πρόκειται για μια ανυπόστατη, άκυρη και παράνομη σύμβαση, η οποία αντιμετωπίζει τα Προσφυγικά ως «κενά κτήρια», αγνοώντας ότι αποτελούν ζωντανό τόπο κατοικίας, ιστορίας, συλλογικής μνήμης και κοινωνικής δράσης και παραβιάζοντας σειρά ανθρωπίνων δικαιωμάτων, του Συντάγματος, της ελληνικής ευρωπαϊκής νομοθεσίας και νομολογίας και πλήθος διεθνών συμβάσεων.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε στις σοβαρές νομικές και θεσμικές παρατυπίες της σύμβασης, στις αλλαγές βασικών όρων της, καθώς και στο γεγονός ότι η μελέτη του 2018 αφορά ουσιωδώς διαφορετικό έργο και δεν μπορεί να εφαρμοστεί στο σημερινό σχέδιο. Η Όλγα Κλείτσα αναφέρθηκε εκτενώς στα ζητήματα χρηματοδότησης μέσω ΕΣΠΑ 2021-2027, στις σοβαρές ασάφειες και παραλείψεις του σχεδίου, αλλά και στο ασαφές ιδιοκτησιακό καθεστώς των Προσφυγικών.

Τονίστηκε ότι τα Προσφυγικά αποτελούν εδώ και 16 χρόνια τη μοναδική de facto κοινωνική κατοικία στον ελλαδικό χώρο. Περισσότεροι από 400 κάτοικοι -ανάμεσά τους οικογένειες, παιδιά, πρόσφυγες, άστεγοι, ασθενείς και άλλες ευάλωτες κοινωνικές ομάδες- ζουν στην Κοινότητα, ενώ μέσω 22 αυτοοργανωμένων δομών παρέχονται καθημερινά κοινωνικές, πολιτιστικές και εκπαιδευτικές δράσεις ανοιχτές στην κοινωνία.

Παρουσιάστηκαν, επίσης, όλες οι πρωτοβουλίες που έχουν πραγματοποιηθεί τους τελευταίους τέσσερις μήνες από την Κοινότητα και τους αλληλέγγυους φορείς στην Ελλάδα και το εξωτερικό: παρεμβάσεις και επίσημες αιτήσεις στα αυτοδιοικητικά όργανα, κοινοβουλευτικές ερωτήσεις, δημόσιες τοποθετήσεις, καθώς και η παρέμβαση της Διεθνούς Αμνηστίας, η οποία κατήγγειλε σοβαρές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και ζήτησε να σταματήσει κάθε διαδικασία που οδηγεί σε εξώσεις και εκκένωση της Κοινότητας.

Παράλληλα, κατατέθηκε επίσημη καταγγελία στον ειδικό εισηγητή του ΟΗΕ για το δικαίωμα στη στέγη, ο οποίος έχει αναλάβει την υπόθεση των Προσφυγικών κρίνοντας ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις παραβίασης ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Δεκάδες συλλογικότητες, σωματεία, σύλλογοι, φορείς και δημοτικά συμβούλια εξέδωσαν ψηφίσματα στήριξης, ενώ χιλιάδες άνθρωποι, ανάμεσά τους καλλιτέχνες, ακαδημαϊκοί και νομικοί, υπέγραψαν κείμενα αλληλεγγύης προς την Κοινότητα και τους απεργούς πείνας.

Εξάλλου, σε όλα τα παραπάνω τεκμηριωμένα στοιχεία και επιχειρήματα της Κοινότητας και των διαφόρων φορέων που τη στηρίζουν, καθώς και σε όλες τις παραπάνω κινήσεις που έχουν πραγματοποιηθεί όλο αυτό το διάστημα, η κυβέρνηση και οι κρατικοί και αυτοδιοικητικοί φορείς επιδεικνύουν μία ένοχη απόλυτη σιωπή, μία εγκληματική άρνηση κάθε διαλόγου, αναλωνόμενοι σε αοριστολογίες ή και σε απειλές περί εκκένωσης και σε ανακοινώσεις με λογισμικά τεχνητής νοημοσύνης, παίζοντας επικοινωνιακά παιχνίδια αλλά και επικίνδυνα παιχνίδια σε βάρος των ζωών 400 ανθρώπων και των απεργών πείνας, των οποίων η ζωή τους κρέμεται από μία κλωστή. Όπως αναφέρθηκε, η μόνη επίσημη απάντηση ήταν αυτή από την πλευρά του Δήμου Αθηναίων, ο οποίος στις 20 Απριλίου 2026, πέρασε ψήφισμα, το οποίο, αν και γενικό και αόριστο προσπαθώντας να κρατήσει ισορροπίες, καλεί την Περιφέρεια Αττικής να σταματήσει οποιαδήποτε διαδικασία αναφορικά με το θέμα της ανάπλασης των Προσφυγικών και να γίνουν όλες οι απαραίτητες νόμιμες ενέργειες από την πλευρά της που δεν έχουν γίνει έως σήμερα.

Ο Σταύρος Σταυρίδης υπογράμμισε ότι οι ίδιοι οι κάτοικοι είναι εκείνοι που έχουν κρατήσει ζωντανά τα κτήρια, συντηρώντας τα εσωτερικά με δικούς τους πόρους, προσωπική εργασία και συλλογική φροντίδα απέναντι στην κρατική εγκατάλειψη σχεδόν ενός αιώνα. Παρουσιάστηκε επίσης το σχέδιο αποκατάστασης των εξωτερικών όψεων των κτηρίων, το οποίο έχει εκπονηθεί σε συνεργασία με εξειδικευμένη ομάδα επαγγελματιών και επιστημόνων και προβλέπεται να υλοποιηθεί μέσω της Α.Μ.Κ.Ε. των κατοίκων και της ομάδας ειδικών που συνεργάζεται με την Κοινότητα.

Στις παρεμβάσεις των μελών της Κοινότητας τέθηκε και το κρίσιμο ερώτημα: ποιος τελικά είναι ο παράνομος; Οι άστεγοι, τα 50 παιδιά της Κοινότητας, οι πρόσφυγες, οι βαριά ασθενείς και οι υπόλοιπες ευάλωτες κοινωνικές ομάδες που βρήκαν στα Προσφυγικά έναν τόπο ζωής, αλληλεγγύης και αξιοπρέπειας; Ή το ίδιο το κράτος, που εγκατέλειψε τα κτήρια για δεκαετίες, επιχείρησε να τα κατεδαφίσει και σήμερα προωθεί την εμπορευματοποίηση μιας ιστορικής γειτονιάς της Αθήνας.

Ιδιαίτερη αναφορά έγινε επίσης στη στοχοποίηση, την ποινικοποίηση και την καταστολή που αντιμετωπίζουν τα μέλη της Κοινότητας μέσα από συνεχείς αστυνομικές επιχειρήσεις, προσαγωγές, παρακολουθήσεις και δικαστικές διώξεις. Όπως υπογραμμίστηκε και από την Άννυ Παπαρρούσου η σχεδιαζόμενη εκκένωση συνδέεται αφενός με την πολιτική απόφαση διάλυσης μιας Κοινότητας που λειτουργεί αυτοοργανωμένα, απαντώντας στις κοινωνικές ανάγκες και αφετέρου με τη διαδικασία εξευγενισμού της περιοχής και την οικονομική εκμετάλλευση ενός από τα μεγαλύτερα «φιλέτα» στο κέντρο της Αθήνας

Από την πλευρά της, η Λία Γώγου, εκπρόσωπος της Διεθνούς Αμνηστίας, υπερασπίστηκε το κοινωνικό έργο της αυτοοργανωμένης Κοινότητας, ζητώντας να σταματήσουν τα σχέδια που οδηγούν σε παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων και παράνομες βίαιες εξώσεις. Παράλληλα, κάλεσε τις αρμόδιες αρχές να εξετάσουν άμεσα και με επείγοντα χαρακτήρα τα αιτήματα των απεργών πείνας και της Κοινότητας πριν να είναι αργά.

Η Κοινότητα Κατειλημμένων Προσφυγικών δήλωσε ότι θα συνεχίσει τον αγώνα για την υπεράσπιση της ζωής και της αξιοπρέπειας και της ικανοποίησης των δίκαιων αιτημάτων της που εκφράζονται μέσω της απεργίας πείνας. Ανακοίνωσε ότι μέσα στις επόμενες ημέρες δύο ακόμη μέλη θα ξεκινήσουν απεργία πείνας μέχρι θανάτου, οι οποίοι μάλιστα αντιμετωπίζουν ήδη σοβαρά προβλήματα υγείας. Απέναντι στην απόλυτη και ένοχη σιωπή, στην άρνηση κάθε διαλόγου και στον εμπαιγμό των εκατοντάδων κατοίκων και των απεργών πείνας από τους κρατικούς φορείς, η Κοινότητα δήλωσε ξεκάθαρα ότι σταματάει τον κατ’επίφαση διάλογο, παραμένει ανοιχτή σε κάθε διαδικασία που θέτει αυτά τα ζητήματα και τα συγκεκριμένα  αιτήματα. Η επίσπευση αυτού του διαλόγου είναι αποκλειστική ευθύνη των κρατικών φορέων για την ικανοποίηση των δίκαιων αιτημάτων της Κοινότητας και των απεργών, και είναι υπόλογοι, τόσο πολιτικά όσο και ποινικά, για το οτιδήποτε συμβεί από εδώ και στο εξής.