Ανάλυση του Γιάννη Μαυρή

 www.mavris.gr | www.publicissue.gr

1. Το who is who των ιδρυτικών μελών

Την 1η Ιουνίου, το επιτελείο του Αλέξη Τσίπρα έδωσε στην δημοσιότητα την Ιδρυτική Διακήρυξη της ΕΛΑΣ (Ελληνικής Αριστερής Συμπαράταξης), η οποία κατατέθηκε στον Άρειο Πάγο. Μαζί, δημοσιοποιήθηκαν «συμβολικά» και τα πρώτα ονόματα των 300+1 πολιτών, που συνυπέγραψαν τη διακήρυξη. Οι υπογραφές που επιλέχθηκαν, θεωρούνται «απόδειξη της πολυσυλλεκτικότητας και της πλατιάς απεύθυνσης της ΕΛΑΣ». Τα ιδρυτικά μέλη του νέου κόμματος κατατάσσονται σε 16 κατηγορίες, με βάση τον κοινωνικό χώρο ένταξής τους, πχ. Παιδεία, Πολιτισμός, Δικαιοσύνη, κ.α. (Διαγράμματα 1 και 2). Η μεγάλη πλειοψηφία τους, 7 στα 10 (69%, 209 άτομα) προέρχονται γεωγραφικά από την Αθήνα/Αττική. Με δεδομένη την ιστορική εκλογική γεωγραφία του συγκεκριμένου πολιτικού χώρου, ο έντονος αθηνοκεντρισμός του εγχειρήματος δεν προκαλεί έκπληξη. Διόλου τυχαία, η συμμετοχή εκτός των «τειχών» σχετίζεται με την ύπαρξη πανεπιστημιακών ιδρυμάτων (Κρήτης, Θεσσαλίας, ΑΠΘ). 

 Η μαζικότερη κατηγορία ιδρυτικών μελών προέρχεται από τον χώρο της Εκπαίδευσης (60 άτομα). Οι εκπαιδευτικοί συγκροτούν με διαφορά την κυρίαρχη ομάδα της νέας ελίτ. Σε αυτήν εντάσσονται πρυτάνεις, καθηγητές ΑΕΙ, ομότιμοι, αναπληρωτές, επίκουροι. Η ΕΛΑΣ διαθέτει έναν εντυπωσιακό πυρήνα στην Γ’ βάθμια εκπαίδευση. Μια μικρή υποομάδα της κατηγορίας (~15 άτομα) αποτελείται από εκπαιδευτικούς χαμηλότερων βαθμίδων πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας (δάσκαλοι, νηπιαγωγοί).

Στον χώρο της Τοπικής Αυτοδιοίκησης, οι αιρετοί που προσχώρησαν στο νέο εγχείρημα (31 άτομα) αποτελούν μια ετερογενή κατηγορία, που περιλαμβάνει τόσο ανώτερα αυτοδιοικητικά στελέχη (πρώην δημάρχους) όσο και μεσαία (δημοτικούς συμβούλους).

Ιδιαίτερα βαρύτητα στην ίδρυση της ΕΛΑΣ έχει η κατηγορία Τέχνες-Πολιτισμός (29 άτομα), χωρίς βέβαια να αποτελεί ούτε αυτή ομοιογενές σύνολο. Στρατεύονται  καταξιωμένα πρόσωπα με υψηλό θεσμικό και συμβολικό κεφάλαιο, αλλά και επαγγελματίες του χώρου με περιορισμένη αναγνωρισιμότητα και επισφαλή οικονομική θέση. Η κοινή τους υπογραφή δεν προϋποθέτει και παρόμοια κοινωνική ένταξη. Για το νέο κόμμα, η εν λόγω ομάδα μπορεί να επιτελέσει τρεις λειτουργίες. Να παρέχει ιδεολογική νομιμοποίηση, εμφανίζοντας το εγχείρημα ως «προοδευτικό», όχι μόνο με πολιτικούς, αλλά και με πολιτισμικούς όρους. Να διευρύνει την εμβέλεια της κομματικής επικοινωνίας πέρα από τα παραδοσιακά μέσα — πχ. στα θεατρικά και τα μουσικά κοινά, τους καταναλωτές πολιτισμού και τους χρήστες κοινωνικών δικτύων. Ακόμη, να ανανεώσει μια ιστορική παράδοση της μετεμφυλιακής και μεταπολιτευτικής ελληνικής Αριστεράς, που θέλει να  παραμένουν ισχυροί οι δεσμοί πολιτικής και καλλιτεχνικής «πρωτοπορίας». Ως προς το τελευταίο, γεγονός παραμένει ότι η  ιδεολογική αίγλη που απολάμβανε στο παρελθόν η αριστερά στο χώρο συνεχίζει να ακολουθεί φθίνουσα πορεία. Αντικατοπτρίζει και αυτό -μάλλον ρεαλιστικά- τα πραγματικά όρια της εκλογικής εμβέλειας του νέου κόμματος στη σημερινή εποχή. Στην ηλικιακή σύνθεσή της υπερτερούν οι μεσαίες και οι μεγαλύτερες ηλικίες αναγνωρίσιμων «βετεράνων» (45-65 και 65-80+ ετών). Τη ραχοκοκαλιά της λίστας συγκροτούν δημοφιλείς ηθοποιοί της τηλεόρασης και του θεάτρου, με ισχυρό αποτύπωμα από τα τέλη των ’90s μέχρι σήμερα και επιρροή στο τηλεοπτικό κοινό. Επιπλέον, περιλαμβάνει κάποιες προσωπικότητες που συσπειρώνουν το κοινό του θεάτρου, των συναυλιών, του Τρίτου Προγράμματος και των γραμμάτων. Αυτό το κοινό αναζητά την πολιτιστική αναβάθμιση και ίσως βλέπει στην ΕΛΑΣ τη συνέχεια της «παλιάς καλής» ανανεωτικής αριστεράς. Αντίθετα,  η εκπροσώπηση της καλλιτεχνικής Gen Z , αλλά και των κάτω των 35 ετών καλλιτεχνών της ψηφιακής εποχής  (influencers του YouTube και του TikTok), stand-up comedians, καλλιτέχνες της εγχώριας εναλλακτικής μουσικής σκηνής (hip-hop κ.λπ.) είναι σχεδόν μηδενική. 

Συνολικά, η ομάδα είναι μεν χρήσιμη για το νέο πολιτικό/εκλογικό εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα, αλλά τα όρια της κοινωνικής (και ταξικής) της απήχησης είναι περιορισμένα. Ενισχύει την εικόνα του κόμματος σε κοινά που ήδη το προσεγγίζουν, όχι όμως και στα νεανικά. Το αισθητικό και επικοινωνιακό χάσμα που υφίσταται, οπωσδήποτε δυσκολεύει την πρόσβαση σε αυτά. Το ίδιο ισχύει και με το κοινό της «πολιτικής αποχής» ή της λεγόμενης «αντισυστημικής ψήφου». Και αυτό, γιατί οι περισσότεροι από τους 29 καλλιτέχνες, που στηρίζουν την επιστροφή ενός πρώην πρωθυπουργού, χρεώνονται στο «πολιτιστικό κατεστημένο» (στελέχη του Μεγάρου Μουσικής, καθηγητές πανεπιστημίου, πρώην πρόεδροι κρατικών θεάτρων). 

Από τον χώρο της Υγείας υπογράφουν συνολικά 24 άτομα. Πρόκειται κυρίως για ειδικευμένους γιατροί και υψηλόβαθμους υγειονομικούς. Περιλαμβάνονται νευροχειρουργοί, καρδιοχειρουργοί, ογκολόγοι, διευθυντές κλινικών του ΕΣΥ. Από τον χώρο της Δικαιοσύνης (επίσης 24 άτομα), η πλειοψηφία αφορά τον δικηγορικό κόσμο και το προηγούμενο πολιτικό προσωπικό της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ (ορισμένοι πρώην υπουργοί, ανώτατα κυβερνητικά στελέχη). Εξαίρεση αποτελεί η πρώην αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου. Στις υπόλοιπες κατηγορίες της λίστας περιλαμβάνονται (μικρομεσαίοι) Επιχειρηματίες (18 άτομα), Μηχανικοί (14 άτομα – μισθωτοί ή ελεύθεροι επαγγελματίες), Δημοσιογράφοι (13 άτομα), Πολιτικοί επιστήμονες και οικονομολόγοι (~20 άτομα) και -συμβολικά- ελάχιστοι απόστρατοι Στρατιωτικοί (μόλις 5 άτομα), από τις κορυφές του στρατού και των σωμάτων ασφαλείας. (Δύο πρώην Αρχηγοί της Αστυνομίας και του Λιμενικού, ένας αντιπτέραρχος πρώην Α/ΓΕΕΘΑ, και ένας πρώην υποδιοικητής της Αντιτρομοκρατικής).

Σε αντιδιαστολή με τις προηγούμενες κατηγορίες, η απουσία του χώρου της παραγωγής είναι οφθαλμοφανής και εκκωφαντική. Παρά το γεγονός ότι η «παραγωγική ανασυγκρότηση» της χώρας αποτελεί σήμερα στερεότυπη παραδοχή (όχι μόνο για το νέο κόμμα), η απουσία μισθωτών από τους παραγωγικούς κλάδους της οικονομίας είναι εντυπωσιακή. Ενδεικτικά, στο σύνολο των ιδρυτικών μελών, «Συνδικαλιστές» δηλώνουν μόλις 18 άτομα, που σημαίνει ποσοστό 6%. Κι αυτοί, κατά πλειοψηφία, προέρχονται από τον δημόσιο τομέα και την εκπαίδευση.  Ο χώρος δεν εκπροσωπείται, παρά μόνον «συμβολικά», από τέσσερα (4) άτομα. Οι εξαιρέσεις, αφορούν τους μηχανοδηγούς, την ΕΥΔΑΠ, τους τραπεζοϋπάλληλους και την καθαριότητα. Ότι μετριούνται στα δάχτυλα του ενός χεριού είναι ενδεικτικό. Ταυτόχρονα, είναι σχεδόν ανύπαρκτη και η εκπροσώπηση του πρωτογενούς τομέα, με 3 αγρότες (σε 300 μέλη). Σε μια χώρα, μάλιστα, όπου η αγροτική οικονομία παραμένει σημαντική και όπου οι αγροτικές κινητοποιήσεις τα τελευταία χρόνια έχουν επανέλθει δυναμικά στο προσκήνιο.

Τι σημαίνει αυτό πολιτικά; Το νέο κόμμα ξεκινά χωρίς να διαθέτει στοιχειώδη παρουσία στον κόσμο της εργασίας. Αυτό έχει προφανώς συνέπειες: Ένα κόμμα που φιλοδοξεί να εκπροσωπήσει -πέρα από τα μεσαία- και τα εργατικά-λαϊκά στρώματα, αλλά δεν υπάρχει στους παραγωγικούς κλάδους, εκτίθεται στην κριτική ότι είναι κόμμα ελιτίστικο· κόμμα που μιλάει για τους εργαζόμενους, χωρίς αυτούς. Για έναν πολιτικό οργανισμό που αυτοτοποθετείται στην Αριστερά, η  σχέση του με τα συνδικάτα έχει ζωτική σημασία. Συγκροτεί το οργανωτικό του δίκτυο με τους χώρους δουλειάς και εξασφαλίζει την παρέμβασή του εκεί. Η απουσία του σημαίνει, ότι το κόμμα δεν διαθέτει διαύλους επικοινωνίας, με εκείνους που υποτίθεται ότι θέλει να συσπειρώσει. 

Η ανυπαρξία μαζικού κόμματος με κοινωνική γείωση αποτέλεσε το πρόβλημα της στρατηγικής αδυναμίας του ΣΥΡΙΖΑ, κατά την περίοδο της διαπραγμάτευσης του 2015 και εν συνεχεία της διακυβέρνησής του, και βασική αιτία της ήττας του και της αποσύνθεσής του. Το πρόβλημα του ΣΥΡΙΖΑ «κληρονομείται» ως έχει στην ΕΛΑΣ.

2. Κόμμα της Δημόσιας απασχόλησης; 

Η ανάλυση του τομέα απασχόλησης των ιδρυτικών μελών της ΕΛΑΣ ενισχύει τις προηγούμενες διαπιστώσεις. Η πλειοψηφία, σε ποσοστό 52% (~154 άτομα), προέρχεται από τον Δημόσιο Τομέα, ενώ ο Ιδιωτικός Τομέας εκπροσωπεί το 40% (Διάγραμμα 3). Το ποσοστό αυτό του Ιδιωτικού Τομέα είναι μεγάλο, ωστόσο η σημασία του είναι σαφώς μικρότερη. Αφορά όμως πολύ περισσότερο ελεύθερους επαγγελματίες (δικηγόρους, μηχανικούς, δημοσιογράφους, ηθοποιούς κλπ.) και κάποιους μικρο-μεσαίους επιχειρηματίες, όχι  την οικονομική ελίτ της χώρας. Η ΕΛΑΣ δεν περιλαμβάνει στους κόλπους της μέλη της οικονομικής ελίτ χώρας. Η τελευταία εξακολουθεί συντριπτικά να εκπροσωπείται από τη ΝΔ. 

Στον ιδρυτικό πυρήνα του νέου κόμματος πλειοψηφεί ο Δημόσιος Τομέας. Το φαινόμενο δεν είναι καινούριο. Κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης, 2015-2019, το 68% των μελών της ΚΕ του ΣΥΡΙΖΑ υπηρέτησαν σε κάποια κυβερνητική/κρατική θέση. Το πρόβλημα της καρτελοποίησης του ΣΥΡΙΖΑ και της απορρόφησης της κομματικής του ελίτ από το κράτος είναι γνωστό. Από την ανάλυσή των ιδρυτικών μελών της ΕΛΑΣ, που προέρχονται από τον ΔΤ, προκύπτει μια σημαντική διαφοροποίηση. Στο εσωτερικό τους, διακρίνονται δύο υποομάδες που έχουν πολύ διαφορετική σχέση με τις μνημονιακές πολιτικές της  λιτότητας που εφαρμόστηκαν στην Ελλάδα.

Ο κορμός της νέας κομματικής ελίτ της ΕΛΑΣ αποτελείται, τόσο από στελέχη του κράτους πρόνοιας, όσο όμως και από μια ισχυρή μερίδα που ανήκει στην κρατική διοικητική/πολιτική γραφειοκρατία. Τα ιδρυτικά μέλη, σε ποσοστό 31% (~90/154 άτομα) στελεχώνουν λειτουργίες του κράτους πρόνοιας (εκπαίδευση + υγεία). Όπως έχουμε δει, πρόκειται για πανεπιστημιακούς, εκπαιδευτικούς δευτεροβάθμιας/ πρωτοβάθμιας, γιατρούς του ΕΣΥ. Αυτοί ως εργαζόμενοι βίωσαν άμεσα τη μνημονιακή λιτότητα της τελευταίας 15ετίας και τις συνέπειές της: συρρίκνωση — μισθολογικές περικοπές, υποστελέχωση νοσοκομείων, εκπαιδευτικές μονάδες που έκλεισαν. Η παρουσία τους είναι προϊόν πολιτικής δυσαρέσκειας και  διαμαρτυρία για την κατεδάφιση του κράτους πρόνοιας. 

Το υπόλοιπο (~21%) 21% των μελών που εργάζεται στον Δημόσιο Τομέα (~64 άτομα), στελεχώνουν διοικητικές θέσεις του κρατικού μηχανισμού, ανήκουν δηλαδή στη λεγόμενη διοικητική/πολιτική κρατική γραφειοκρατία: δημόσιοι υπάλληλοι, αιρετοί της αυτοδιοίκησης, πρώην υπουργοί, γενικοί γραμματείς, περιφερειάρχες, διοικητές οργανισμών, απόστρατοι από τις «κορυφές» του στρατού και της αστυνομίας, «κορυφές» του δικαστικού μηχανισμού. Η δεύτερη μερίδα των ιδρυτικών μελών είχε πολύ διαφορετική εμπειρία και σχέση με τη μνημονιακή λιτότητα: ήταν μέρος του μηχανισμού που την εφάρμοσε ή την διαχειρίστηκε, όχι θύμα της.

Αυτή η εσωτερική διάσπαση είναι πολιτικά κρίσιμη. Το νέο κόμμα στρατεύει ταυτόχρονα γιατρούς ΕΣΥ που δούλεψαν σε υποχρηματοδοτημένες κλινικές και πρώην Γενικούς Γραμματείς που διαχειρίστηκαν τις περικοπές. Αυτή η αντίφαση βέβαια δεν αναιρείται εύκολα με ένα (κοινό) διακηρυκτικό κείμενο.

3. Η κοινωνική σύνθεση της νέας κομματικής ελίτ

Έχει σημασία η κοινωνική διαστρωμάτωση των ιδρυτικών μελών ενός κόμματος; Σίγουρα έχει, διότι από αυτήν προκύπτει ποια κοινωνικά στρώματα εκπροσωπούνται και σε ποια κοινωνικά στρώματα μπορεί αυτή η νέα κομματική ελίτ να «μιλήσει». Αξιοποιώντας την περιγραφή της επαγγελματικής/κοινωνικής ιδιότητας που αναφέρεται στη λίστα των ιδρυτικών μελών της ΕΛΑΣ (επάγγελμα, κλάδος και θέση στην απασχόληση, ατομικό εκπαιδευτικό κεφάλαιο, κ.α.), μπορούν να εξαχθούν κάποια πρώτα -σχηματικά μεν, αλλά πολύ χρήσιμα- συμπεράσματα, σχετικά με την κοινωνική προέλευση της νέας «κομματικής ελίτ». Με βάση την εμπειρική ταξινόμηση που κατασκευάζεται, τα μέλη διακρίνονται σε τέσσερα (4) στρώματα: Εργοδοτικά/αστικά στρώματα, Ανώτερα μικροαστικά στρώματα, Μεσαία μικροαστικά στρώματα, Εργατικά/λαϊκά στρώματα (Διάγραμμα 4).  Η κομματική ελίτ της ΕΛΑΣ αποτελείται σε μεγάλο βαθμό  από μεσαία και ανώτερα μικροαστικά στρώματα (σε πολύ μικρό βαθμό από «αστικά»), με χαρακτηριστικό στοιχείο το υψηλό ακαδημαϊκό και επιστημονικό κεφάλαιο. Αυτό δεν είναι ιδιαίτερα ασυνήθιστο για κόμματα της σύγχρονης Αριστεράς ανά τον κόσμο. Το φαινόμενο που περιγράφεται συχνά με τον αδόκιμο όρο «Αριστερά των Πτυχίων» (Diplomat Left) είναι γνώριμο. 

Μια πολύ μικρή μερίδα των ιδρυτικών μελών εντάσσεται στα Εργοδοτικά/ αστικά στρώματα (υπολογίζεται περίπου σε 6%): Περιλαμβάνει ιδιοκτήτες μεσαίων/μεγάλων επιχειρήσεων (κεφαλαιούχοι που εκμεταλλεύονται μισθωτή εργασία) και ανώτατα στελέχη μεγάλων εταιρειών. 

Στα Ανώτερα μικροαστικά στρώματα (~57%) εντάσσεται η μεγάλη μάζα των ιδρυτικών μελών. Σε αυτά ανήκουν  αυτοαπασχολούμενοι/ελεύθεροι επαγγελματίες με υψηλή αυτονομία ή μισθωτοί που διαθέτουν πολύ υψηλό εκπαιδευτικό κεφάλαιο εξειδίκευσης, στην εργασία τους βρίσκονται σε υψηλές και μεσαίες θέσεις εξουσίας και ασκούν καθήκοντα εποπτείας, χωρίς να κατέχουν οικονομικό κεφάλαιο (δεν λειτουργούν κεφαλαιοκρατικά). Περιλαμβάνονται εδώ, τόσο τα μέλη με επιτελικές θέσεις στους ιδεολογικούς μηχανισμούς: πανεπιστημιακοί, δημοσιογράφοι, καλλιτέχνες που έχουν ρόλο στην αναπαραγωγή της κυρίαρχης ιδεολογίας (, όσο και τα μέλη που επιτελούν διοικητικές/πολιτικές λειτουργίες: πρώην υπουργοί, γενικοί γραμματείς, ανώτατοι δικαστικοί, ανώτατοι αξιωματικοί που ανήκουν στο «κρατικό προσωπικό με σχετική αυτονομία» (Jessop).

Στα «Μεσαία μικροαστικά στρώματα» κατατάσσεται το (~29%) των μελών, σχεδόν το 1/3: αυτοαπασχολούμενοι/ελεύθεροι επαγγελματίες ή μισθωτοί κυρίως του Δημοσίου Τομέα, χωρίς επιτελική/εποπτική λειτουργία. Διακρίνονται από τα «ανώτερα μικροαστικά» με βάση το βαθμό αυτονομίας στην εργασία (μεσαία) και το υψηλό μεν, αλλά όχι ιδιαίτερης εξειδίκευσης επίπεδο εκπαιδευτικού κεφαλαίου που κατέχουν (Απόφοιτοι Γ’βάθμιας). 

Στα «Λαϊκά/εργατικά στρώματα» κατατάσσεται μόλις 8% των μελών. Η ταξική θέση τους χαρακτηρίζεται από χαμηλό εκπαιδευτικό κεφάλαιο (απολυτήριο Λυκείου, ΙΕΚ, βασικό πτυχίο χωρίς εξειδίκευση). Περιλαμβάνονται μισθωτοί σε κλάδους που κυριαρχεί η χειρωνακτική ή επαναλαμβανόμενη εργασία (εργαζόμενοι ΕΥΔΑΠ, υπηρεσίες καθαριότητας) και αγρότες με μικρής κλίμακας παραγωγή. (Οι τρεις συνδικαλιστές αυτής της κατηγορίας εκπροσωπούν θεσμικά τα εργατικά στρώματα, αλλά έχουν οι ίδιοι αναβαθμισμένη θέση, λόγω της συνδικαλιστικής τους ιδιότητας).

Η παρουσία αυτού του στρώματος στον κατάλογο των 300 ιδρυτικών μελών είναι ελάχιστη. Αντικατοπτρίζει μόνον την ανάγκη του νέου κόμματος να εμφανίζεται ως «λαϊκό». Η «εκπροσώπηση» είναι συμβολική, χωρίς ουσιαστική επιρροή στη χάραξη πολιτικής.  Προφανώς, η συγκεκριμένη κοινωνική σύνθεση της κομματικής ελίτ μπορεί να αποκλίνει από τη δυνητική εκλογική βάση του νέου κόμματος. Η πραγματικότητα είναι πιο περίπλοκη και η αντιστοίχιση δεν γίνεται ποτέ «ευθύγραμμα». Το παράδειγμα της προηγούμενης κομματικής ελίτ του ΣΥΡΙΖΑ είναι χαρακτηριστικό. Θεωρητικά, η πιθανότητα κάποιας εκλογικής επιτυχίας δεν μπορεί να αποκλειστεί. Ακόμα και με αυτή την ταυτότητα ηγεσίας, η ΕΛΑΣ θα μπορούσε να κερδίσει ψήφους από λαϊκά στρώματα. Το πρόβλημα βρίσκεται αλλού (βλέπε παρακάτω).  

4. Τα στελέχη της ΕΛΑΣ και ο ΣΥΡΙΖΑ. Πολιτική προέλευση και συνέχεια  

 

Ποια είναι η σχέση των ιδρυτικών μελών του νέου κόμματος με τον ΣΥΡΙΖΑ; Από την ανάλυση της δημοσιευμένης λίστας προκύπτει ότι η κομματική ελίτ της ΕΛΑΣ αποτελεί σε μεγάλο βαθμό τη συνέχεια της προηγούμενης. Συγκεκριμένα, το 72% των ιδρυτικών μελών της ΕΛΑΣ (7 στα 10) προέρχονται από την παλιά (Διάγραμμα 5). Με βάση την εγγύτητα προς το παλιό κόμμα, τα μέλη τοποθετούνται σε πέντε ομόκεντρους κύκλους. 

Ο 1ος κύκλος αποτελεί τον οργανικό πυρήνα (~9%, ~28 άτομα). Αποτελείται από εκείνους που υπήρξαν στο παρελθόν κομματικά μέλη του ΣΥΡΙΖΑ, υποψήφιοι ή (και) βουλευτές του. Ο 2ος κύκλος περιλαμβάνει τα στελέχη που ανέλαβαν κυβερνητικές θέσεις στην περίοδο διακυβέρνησης 2015-2019, την κυβερνητική «νομενκλατούρα» (~13%, ~38 άτομα): Πρώην υπουργοί, υφυπουργοί, γενικοί γραμματείς, διοικητές δημοσίων οργανισμών της περιόδου 2015-2019. Δεν ήταν απαραίτητα τυπικά μέλη ΣΥΡΙΖΑ — πολλοί ήταν «τεχνοκράτες» που στρατολογήθηκαν για θέσεις «ειδικών».

Ο 3ος κύκλος περιλαμβάνει το δίκτυο των  συμβούλων και των συνεργατών του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς τυπική ιδιότητα κομματικού μέλους (~20%, ~60 άτομα). Εδώ εντάσσονται: ακαδημαϊκοί που είτε λειτούργησαν ως σύμβουλοι, μέλη επιτροπών κλπ. είτε  υποστήριξαν τον ΣΥΡΙΖΑ στις δημόσιες παρεμβάσεις τους, συνδικαλιστές ΑΔΕΔΥ/ΔΟΕ/ΟΛΜΕ που στήριξαν ΣΥΡΙΖΑ εκλογικά, αυτοδιοικητικοί εκλεγμένοι με τον ΣΥΡΙΖΑ ή με φίλιες  παρατάξεις, καθώς και ορισμένα στελέχη του Ινστιτούτου Τσίπρα, που αποτελεί το τεχνοκρατικό καθοδηγητικό κέντρο του νέου εγχειρήματος.

Στον 4ο κύκλο εντάσσονται οι κομματικοί «φίλοι και συμπαθούντες» (~30%, ~90 άτομα): Καλλιτέχνες, επιχειρηματίες, διανοούμενοι, που ανήκουν στον ευρύτερο «προοδευτικό χώρο», αλλά δεν έχουν τεκμηριωμένη οργανική σύνδεση με ΣΥΡΙΖΑ. Οι δύο πρώτοι κύκλοι μαζί — τυπικά μέλη και κυβερνητικοί αξιωματούχοι — αντιπροσωπεύουν περίπου το 22% του καταλόγου των ιδρυτικών μελών (1 στα 5). Αποτελούν ένα «σκληρό πυρήνα» του νέου μορφώματος, που «μετακομίζει» αυτούσιος από τον ΣΥΡΙΖΑ. Με την προσθήκη του 3ου κύκλου, προσεγγίζει το 42%. Το υπόλοιπο 30% διαμόρφωσε με τον ΣΥΡΙΖΑ εκλογική και ιδεολογική σχέση, αλλά όχι οργανωτική. Τέλος, στον 5ο κύκλο (~28%, ~85 άτομα) μπορούν να ενταχθούν οι τυπικά αδέσμευτοι, τα ελάχιστα στελέχη του ΠΑΣΟΚ που αντιπροσωπεύουν τη μόνη πραγματική πολιτική διεύρυνση — αριθμητικά αμελητέα και οι φίλα προσκείμενοι επιχειρηματίες της «αριστερής επιχειρηματικότητας». 

Η πολιτική χαρτογράφηση της νέας κομματικής ελίτ δείχνει ότι η ΕΛΑΣ, καταρχήν στο επίπεδο της ηγεσίας της δεν είναι ένα «νέο» κόμμα. Συγκροτείται ως πολιτικό μόρφωμα με πυρήνα (~42%) τον κυβερνητικό ΣΥΡΙΖΑ. Επιβεβαιώνεται, δηλαδή, αυτό που ο Ιταλός πολιτικός επιστήμονας και θεωρητικός των κομματικών ελίτ, Angelo Panebianco αποκαλεί «συνέχεια της κομματικής επαγγελματικής τάξης»: οι κομματικές ελίτ (οι ανώτατες κομματικές ηγεσίες και τα στελέχη) επιδεικνύουν ισχυρή αυτονομία και ικανότητα επιβίωσης, ανεξάρτητα από τις οργανωτικές μεταβολές των κομμάτων τους. Ένα κόμμα μπορεί να διαλυθεί, να μετονομαστεί, να «ξαναϊδρυθεί» — αλλά το ανθρώπινο κεφάλαιό του (κοινωνικά δίκτυα, συλλογική εμπειρία, γλώσσα επικοινωνίας, πρόσβαση σε πόρους) παραμένει και αποτελεί τον πραγματικό σκελετό του νέου σχηματισμού. Τι σημαίνει αυτό για την ελληνική περίπτωση; Ότι η κομματική ελίτ που ανήλθε κοινωνικά μέσα από τον ΣΥΡΙΖΑ —αποκτώντας δημόσια αναγνωρισιμότητα, επαγγελματικές θέσεις και οφέλη— έχει πλέον κίνητρο να διατηρήσει αυτό το κεφάλαιο μέσα από το νέο κομματικό μόρφωμα. Η ΕΛΑΣ δεν συνιστά απλά ένα «ιδεολογικό» εγχείρημα «συνάντησης διαφορετικών ρευμάτων» — είναι και μηχανισμός διατήρησης ταξικής θέσης για μια συγκεκριμένη μερίδα του «προοδευτικού» πολιτικού προσωπικού, που βρέθηκε εκτός εξουσίας το 2019.

5. Εκπροσώπηση των «από κάτω»; 

Μπορεί η ΕΛΑΣ να αναλάβει -στις σημερινές συνθήκες- την εκπροσώπηση των υποτελών τάξεων (των «από κάτω»), όπως ευαγγελίζεται; Το ενδεχόμενο όπως ειπώθηκε δεν μπορεί να αποκλειστεί, αλλά υπάρχουν πολλές και σοβαρές αμφιβολίες για αυτό. Στην πρώιμη και μέση μεταπολίτευση αυτήν την εκπροσώπηση είχε κερδίσει το ΠΑΣΟΚ. Ο ΣΥΡΙΖΑ με επικεφαλής τον Αλέξη Τσίπρα, το πέτυχε για βραχύτερο χρονικό διάστημα στην περίοδο της κρίσης. Στις εκλογές του Ιουνίου 2012 και του 2015,  συσπείρωσε την πλειοψηφία των μισθωτών στρωμάτων. Τον Ιανουάριο του 2015, ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε στους αμιγώς εργατικούς δήμους της Πρωτεύουσας, που συγκεντρώνονται στη συμπαγή ζώνη των περιφερειακών δυτικών και νοτιο-δυτικών δήμων της Αθήνας και του Πειραιά (πχ. Αιγάλαιω, Περιστέρι, Δραπετσώνα, Νίκαια), ποσοστά 43%-45%. 

Στις διπλές εκλογές Μαΐου-Ιουνίου 2023, με επικεφαλής ακόμη τον Αλέξη Τσίπρα, ο ΣΥΡΙΖΑ κατέρρευσε εκλογικά, συγκεντρώνοντας στις πρώτες 20,07% και στις δεύτερες 17,8%. Μεγαλύτερη πολιτική και κοινωνική σημασία, είχε όμως το γεγονός ότι καταποντίστηκε στα εργατικά και ευρύτερα λαϊκά στρώματα: στη Δυτική Αττική (-18,0%), στη Β’ Πειραιά (-17,5%), στο Δυτικό Τομέα Αθηνών (Β2) (-15,9%). Τώρα, η επιρροή του στις εργατικές περιοχές θα συρρικνωθεί πλέον σε 20%-23%.  

Οι αριθμοί είναι αμείλικτοι. Όταν ο Αλέξης Τσίπρας κέρδισε τις εκλογές Ιανουαρίου 2015, τον ΣΥΡΙΖΑ ψήφισαν 2.246.000 πολίτες. Τον Ιούνιο του 2023, η κοινωνική επιρροή του κόμματος, σε ψήφους, περιορίστηκε σε μόλις 930.000. Δηλαδή, επί της προεδρίας του, στην 8ετία 2015-2023, το νέο κόμμα της Αριστεράς που αναδύθηκε εξαιτίας της οικονομικής κρίσης, θα χάσει 1.316.000 ψήφους. Απώλειες, που αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 60% της αρχικής επιρροής του. Πρόκειται για κοινωνική δυσαρέσκεια και αποδοκιμασία τεραστίων διαστάσεων, που προφανώς δεν μπορεί να αποδοθεί στους «κακούς» και «ανεπαρκείς» συνεργάτες του ή το «σάπιο σκαρί» (!) του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά υπήρξε αποτέλεσμα της συνθηκολόγησης και της μνημονιακής πολιτικής την οποία αποδέχθηκε να συνεχίσει.

Γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ κέρδισε τα λαϊκά στρώματα το 2012–2015

Η εκπροσώπηση των μισθωτών και λαϊκών στρωμάτων εκείνη την περίοδο δεν υπήρξε πρωτίστως αποτέλεσμα της κοινωνικής σύνθεσης του κόμματος και της ηγεσίας του. Άλλωστε, την κομματική ελίτ του ΣΥΡΙΖΑ και προηγουμένως του ΣΥΝ αποτελούσαν και τότε, κατά βάση πανεπιστημιακοί, διανοούμενοι και ελεύθεροι επαγγελματίες. Η ανάληψη της εκπροσώπησης ήταν αποτέλεσμα άλλων παραγόντων.  1) Η εκλογική κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, στη διετία 2010-2012 πυροδότησε μια ανοικτή κρίσης εκπροσώπησης. Ένα μεγάλο μέρος του εκλογικού σώματος, λαϊκών και μεσαίων στρωμάτων, έμεινε ξαφνικά ορφανό πολιτικά και πολύ γρήγορα επένδυσε τις ελπίδες του στη νέα εναλλακτική λύση που ανέδειξε η συγκυρία. 2) Η απότομη κοινωνική κρίση που επέφερε η επιβολή της μνημονιακής λιτότητας, η ανεργία, η ρευστοποίηση των εργασιακών σχέσεων και η φτωχοποίηση μεγάλου τμήματος της κοινωνίας είχε ως αποτέλεσμα την δημιουργία μιας μεγάλης κοινωνικής κατηγορίας, που ενοποίησε οριζόντια ευρύτερες μάζες στο λεγόμενο αντιμνημονιακό μπλοκ. (Αντίστοιχο φαινόμενο είχε παρουσιαστεί στην Ελλάδα κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής και είχε εκφραστεί τότε από το ΕΑΜ). Η ριζοσπαστική και αντιμνημονιακή γλώσσα  του ΣΥΡΙΖΑ μορφοποίησε πολιτικά και εκλογικά αυτήν την κοινωνική δύναμη. 3) Ο Α. Τσίπρας -παρά τις μορφωτικές του αδυναμίες- αναδείχθηκε μέσα στην κρίση σε ηγετική και χαρισματική φιγούρα. Αποδείχθηκε ότι διέθετε σημαντική ικανότητα επικοινωνίας με τον λαό, που ξεπερνούσε το παραδοσιακό αριστερό ακροατήριο. Την επαύριο της πρώτης εκλογικής νίκης του ΣΥΡΙΖΑ (1/2015), η δημοτικότητά του εκτινάχθηκε στο 87%, ενώ πριν από το μοιραίο Δημοψήφισμα του Ιούλιου παρέμενε εντυπωσιακά στο 74% (Πολιτικό Βαρόμετρο Public Issue). 

Όμως, το Δημοψήφισμα του 2015 αποτέλεσε σημείο καμπής και σημείο μη-επιστροφής, όχι μόνο για την κοινωνική απήχηση του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και την προσωπική ακτινοβολία του Αλέξη Τσίπρα. Μετά την υπογραφή του 3ου Μνημονίου, η δημοτικότητά του θα κατρακυλήσει στο 43%, για να περιοριστεί από το 2016 και ύστερα, δηλαδή ήδη κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ και πριν από την εκλογική ήττα του 2019, σε ποσοστό ~30-32%. Μετά την παραίτησή του (Σεπτέμβριος 2023), η δημοτικότητά του θα καθηλωθεί στο 29% (Πολιτικό Βαρόμετρο Public Issue, 12/2023). Σε αυτά τα επίπεδα μετρήθηκε και τώρα (Metron Analysis, Metron Forum 5/2026).

Η ήττα της Αριστεράς αποδείχθηκε ότι έχει μακροχρόνιες συνέπειες. Η απογοήτευση που προκάλεσε, οδήγησε ένα μεγάλο τμήμα του εκλογικού σώματος στην παράλυση και στην αποχή. Ο νέος Τσίπρας αποφεύγει να μιλήσει για το 2015. Όσο και αν προσπάθησε να υποβαθμίσει ή να παρακάμψει το πρόβλημα, κατασκευάζοντας την «δική του αλήθεια» με το βιβλίο του («Ιθάκη»), το προπατορικό του αμάρτημα εξακολουθεί να τον κυνηγάει. Οι συνέπειες από το «τραύμα» του 2015 παραμένουν ενεργές και δεν είναι δυνατόν να εξαλειφθούν με την πολιτική διαφήμιση και την επανασυσκευασία. Το 2015 είναι και παραμένει η αχίλλειος πτέρνα του Αλέξη Τσίπρα. Κοινωνικά, τόσο στο επίπεδο της κομματικής ελίτ, όσο και της αρχικής εκλογικής της βάσης με βάση τις δημοσκοπήσεις, η ΕΛΑΣ καταγράφεται ως συνέχεια του ΣΥΡΙΖΑ (όχι στο επίπεδο των διακηρύξεων). Υπό αυτήν την έννοια, «κληρονομεί» και δεν μπορεί να «αποτάξει» το παρελθόν του 2015. Το «νέο κόμμα» και ο αρχηγός του καλείται να το αντιμετωπίσει. Η μεγαλύτερη απώλεια του Α. Τσίπρα δεν ήταν εκλογική. Ήταν η διάρρηξη της σχέσης εμπιστοσύνης που είχε διαμορφώσει με τον λαό. Το 2015, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ υπέγραψε το τρίτο μνημόνιο παρότι είχε εκλεγεί με αντιμνημονιακό πρόγραμμα. Η συνθηκολόγηση έπληξε καίρια την εύθραυστη σχέση εκπροσώπησης, που ο ΣΥΡΙΖΑ δεν πρόλαβε να σταθεροποιήσει με το κοινωνικό μπλοκ που τον πίστεψε και πείστηκε να τον ακολουθήσει. Παγιώθηκε έτσι σε μια σημαντική μερίδα του εκλογικού σώματος — ιδίως στα λαϊκά-εργατικά στρώματα —  η εικόνα ενός πολιτικού, ο οποίος διέψευσε τις υποσχέσεις του και «δολοφόνησε» την ελπίδα. 

Το γεγονός ότι το 70%+ των ιδρυτικών μελών προέρχεται από το προηγούμενο σχήμα, σημαίνει ότι η ΕΛΑΣ δεν μπορεί να αποστασιοποιηθεί πειστικά από την ευθύνη της διακυβέρνησης 2015-2019. Οι ψηφοφόροι που ένιωσαν ότι «προδόθηκαν» το 2015, βλέπουν αρκετούς από τους ίδιους ανθρώπους πάλι στη σκηνή. Η επάνοδος στην πολιτική σκηνή, υπό αυτούς τους όρους, δεν συνιστά «επανεκκίνηση», ούτε σβήνει αυτή την παγιωμένη συλλογική μνήμη. Δεν είναι επικοινωνιακό πρόβλημα, αλλά δομική αντίφαση: δεν μπορείς να επαγγέλλεσαι την «τομή» και ταυτόχρονα να αποτελείς, ουσιαστικά, τη συνέχεια.

Το μήνυμα που εκπέμπει η κοινωνική προέλευση της κομματικής ελίτ δείχνει προβληματικό. Σε μια εποχή που οι «ελίτ» έχουν στοχοποιηθεί παντού, ένας κατάλογος ιδρυτών, όπου ξεχωρίζουν πρυτάνεις, νευροχειρουργοί, επιχειρηματίες, και στελέχη που υπηρέτησαν την τρόικα, όπως η στενή συνεργάτις και εκπρόσωπος του Χορστ Ράιχενμπαχ δυσκολεύει την αφήγηση ότι «εδώ μιλούν οι από κάτω». Ακόμα και αν το πρόγραμμα του νέου κόμματος προτάσσει την αναδιανομή των εισοδημάτων, η εικόνα της ιδρυτικής λίστας στέλνει αντίθετο μήνυμα.

Επιπλέον, η διεθνής τάση δεν ευνοεί την επιστροφή των λαϊκών στρωμάτων στην Αριστερά. Παντού στη Δύση, τα λαϊκά-εργατικά στρώματα κινούνται προς εθνικιστικά-ακροδεξιά κόμματα (Γαλλία, Βρετανία, Ιταλία, Σουηδία). Η ανάκτησή τους από ένα αριστερό κόμμα απαιτεί, όχι μόνο πρόγραμμα, αλλά και πολιτισμική επανατοποθέτηση που η ΕΛΑΣ — με αυτή τη σύνθεση — δύσκολα μπορεί να κάνει πειστικά.

6. ΕΛΑΣ: Ένας «συρρικνωμένος» ΣΥΡΙΖΑ της ήττας;

Το κραταιό ΠΑΣΟΚ της μεταπολίτευσης κατέληξε, από το 48%  του Α. Παπανδρέου το 1981, το 43,8% του Κ. Σημίτη το 2000 και το 43,9% του Γ. Παπανδρέου, το 2009, στο 4,7% του Βαγγέλη Βενιζέλου το 2015, για να ανακάμψει σχετικά με την Φώφη Γεννηματά και να καθηλωθεί το 2023 στο σημερινό 11%-12% του Νίκου Ανδρουλάκη. Στη μεταμνημονιακή περίοδο, το ΠΑΣΟΚ δεν διαλύθηκε.  Υποβαθμίστηκε ωστόσο και παρέμεινε συνεχώς ένα «υπολειμματικό» ΠΑΣΟΚ, σκιά του ένδοξου παρελθόντος του.

Αντίστοιχη αποδείχθηκε και η μοίρα του ΣΥΡΙΖΑ. Η τρομερή οικονομική κρίση που έπληξε την Ελλάδα, αποτέλεσε μια μεγάλη και σπάνια ιστορική πολιτική ευκαιρία. Δημιούργησε εκείνες τις πρωτοφανείς συνθήκες που επέτρεπαν να συγκροτηθεί ένα νέο μαζικό κόμμα της αριστεράς· κόμμα που θα μπορούσε να υπερασπιστεί τα συμφέροντα των υποτελών τάξεων, απέναντι στην επίθεση που δέχθηκαν. Αυτό όμως δεν συνέβη και ο άνθρωπος που προσωποποίησε αυτό το εγχείρημα, δεν αναφέρει για αυτό ούτε λέξη στο βιβλίο του. 

Ο ΣΥΡΙΖΑ θα ακολουθήσει μια χωρίς διακοπή φθίνουσα πορεία. Από το 36,3% το 2015, μετά το Δημοψήφισμα, θα οδηγηθεί στο 31,5% του 2019 και στο 17,8% του Ιουνίου 2023. Μετρημένη σε ψήφους, η κοινωνική επιρροή του ΣΥΡΙΖΑ, μετά από  11 χρόνια επέστρεψε άδοξα στα επίπεδα των εκλογών του Μαΐου 2012 (1.062.000 ψήφοι)· στο σημείο, δηλαδή, που βρισκόταν όταν ξεκινούσε η ανοδική πορεία του. Στις  τελευταίες Ευρωεκλογές του 2024, υπό τον Στέφανο Κασσελάκη, πλέον, θα κατρακυλήσει ακόμη πιο κάτω, στο 14,9% και στις 593.000 ψήφους. Η πρόσφατη απόφαση της σημερινής ηγεσίας του, για «μη-κάθοδο» στις επόμενες εκλογές, θέτει την ταφόπλακα στη μικρή εκλογική του διαδρομή. 

Από την άλλη πλευρά, η ΕΛΑΣ δεν δείχνει -μέχρι στιγμής- να διεμβολίζει εκλογικά το σημερινό («υπολειμματικό») ΠΑΣΟΚ. Οι εισροές της από αυτόν τον κομματικό χώρο είναι μικρές (αντιπροσωπεύουν περίπου το 10%). Σύμφωνα δε με δημοσκοπήσεις, η πλειοψηφία των ψηφοφόρων της ΕΛΑΣ προέρχονται, σε ποσοστό 60%-65%, από τον ΣΥΡΙΖΑ (της ύστερης περιόδου). Έτσι, προς το παρόν, η ΕΛΑΣ φαίνεται να διαδέχεται τον ΣΥΡΙΖΑ, ως μετεξέλιξη της κομματικής μορφής του. Όχι όμως τον ΣΥΡΙΖΑ της ανόδου ή του πλειοψηφικού ρεύματος των μισθωτών και εργαζόμενων στρωμάτων, αλλά τον συρρικνωμένο εκλογικά – τον ΣΥΡΙΖΑ της ήττας. Η δυνητική εκλογική δεξαμενή της ΕΛΑΣ δείχνει να περιορίζεται στα επίπεδα της εκλογικής βάσης, που «η πρώτη φορά αριστερά» συγκράτησε στην 5ετία 2019-2024, παρά τις αλλεπάλληλες εκλογικές της ήττες. Κοινωνικές και πολιτικές προϋποθέσεις, για να επαναληφθεί σήμερα, ό,τι ο ΣΥΡΙΖΑ πέτυχε στην περίοδο 2012-2015 -τουλάχιστον για το εγγύς μέλλον- δεν διαφαίνονται.