Υπόθεση βιασμού 19χρονης στο Α.Τ. Ομόνοιας: Απαλλαγή για τους αστυνομικούς πρότεινε ο εισαγγελέας – «Ψευτοδίλημμα αν τελέστηκε ή οχι βιασμός – Αποδεικνύεται χωρίς αμφιβολία;»
Ρεπορτάζ: Σύνθια Μπούσιου και Νεκταρία Ψαράκη
Ο εισαγγελέας στην αρχή της πρότασής του αναφέρθηκε εκτενώς στο νομικό πλαίσιο για το ειδεχθές έγκλημα του βιασμού αλλά και στη συναίνεση, όπως αυτή ορίζεται από τον νομοθέτη, τόσο πριν, όσο και μετά την αλλαγή του Ποινικού Κώδικα (Νόμος 4619/2016). Έκρινε, ότι είναι εξαιρετικά κρίσιμο να ξεκαθαριστούν ορισμένες έννοιες, προκειμένου εν τέλει να δούμε ποια από τα πραγματικά περιστατικά μπορούν να υπαχθούν στον Ποινικό Κώδικα.
Ο εισαγγελέας έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στις ποινές με τις οποίες επαπειλούνται οι καταδικασμένοι βιαστές, λέγοντας ότι ο νομοθέτης προσδίδει τέτοια απαξία στο έγκλημα, ώστε οι ποινές για τους δράστες ομαδικών βιασμών (κατά συναυτουργία), αντιστοιχούν σε αυτές της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως. «Σύμφωνα με το παραπεμπτικό βούλευμα σε βάρος των δύο, απειλούνται με ισόβια», είπε, με εμφανές δέος απέναντι στην εξαιρετικά αυστηρή ποινή σε περίπτωση καταδίκης.
Ξεκαθάρισε ότι πράγματι, σύμφωνα με τον νέο ποινικό κώδικα, ο νομοθέτης δέχεται ότι βιασμός μπορεί να υπάρξει ακόμα και στο πλαίσιο μίας σχέσης, ή μεταξύ συζύγων, όπου οι ερωτικές πράξεις είναι δεδομένες. «Αλλά η συναίνεση δεν είναι αμετάκλητη», είπε, τονίζοντας ότι το άτομο μπορεί οποιαδήποτε στιγμή να αποσύρει τη συναίνεσή του, ακόμη και κατά τη διάρκεια της ερωτικής πράξης, με το άλλο μέλος να υποχρεούται να το σεβαστεί και να μην επιμείνει, πόσο μάλλον με βίαια μέσα. Γίνεται ακόμη δεκτό, ότι βιασμός υπάρχει ακόμα και όταν το θύμα σταματήσει να προβάλει αντίσταση, και η ένταση των μέσων που θα χρησιμοποιήσει ο θύτης κρίνει και την κλιμάκωση του αδίκου.
«Αν δεν έγινε με βίαια μέσα, θα πρέπει να ερευνηθεί αν τελέστηκε ο βιασμός, όπως περιγράφεται στην παράγραφο 4, όπως θεσπίστηκε με τον νέο Ποινικό Κώδικα. Μέχρι τις 30/06/2019, η τέλεση γενετήσιας πράξης χωρίς βία δεν ήταν έγκλημα. Ο νομοθέτης προέβλεπε σωματική βία», είπε.

Εξήγησε ότι με τον ισχύοντα ποινικό κώδικα, ο νομοθέτης καλύπτει και άλλα μέσα πλην της απειλής της ζωής και της σωματικής ακεραιότητας. Ο νομοθέτης δεν απαιτεί από το θύμα έμπρακτη αντίσταση, αλλά αρκεί το να μην υπάρχει η βούληση, ακόμα και αν φοβήθηκε ή ένιωσε μάταιη την αντίσταση και δεν την προέβαλε.
Επιπλέον αναφέρθηκε και στη Σύμβαση της Κωνσταντινούπολης, όπου το άρθρο 12 ξεκαθαρίζει ότι η συγκατάθεση πρέπει να παρέχεται εκουσίως και να είναι αποτέλεσμα της βούλησης του ατόμου. «Η συναίνεση έχει την έννοια της συγκατάθεσης», είπε και ξεκαθάρισε ότι δεν αρκεί το θύμα να πει ναι, αλλά απαιτείται να πει όχι, να δηλώσει την άρνησή του και όχι απαραίτητα λεκτικά, αλλά μπορεί να συνάγεται έμπρακτα από τις περιστάσεις, είπε, δίνοντας συγκεκριμένα παραδείγματα: αν π.χ. εργοδότης απειλήσει εργαζόμενο με απόλυση, ή συνοριακός υπάλληλος εκβιάσει μετανάστη με απέλαση. Υπάρχει βιασμός είτε επειδή το θύμα υποτάσσεται, είτε διότι δε συναινεί χωρίς να προβάλει αντίσταση.
«Πάντως βιασμός χωρίς βία (σ.σ. όχι απαραίτητα σωματική) δεν είναι νοητός. Η αντίθεση απαιτείται, η αντίσταση όχι, και αν υπάρξει αντίσταση είναι έμπρακτη δήλωση της αντίθεσης. Η αντίθετη βούληση του θύματος δεν πρέπει να είναι ενδόμυχη. Η μη συναίνεση πρέπει να είναι αντιληπτή», είπε.
Παραδέχτηκε ωστόσο ότι η αποδεικτική θεμελίωση της συναίνεσης αντιμετωπίζει δυσχέρειες. Η σιωπή, δε σημαίνει έλλειψη συγκατάθεσης, αλλά εκτιμάται ελεύθερα. «Μία από τις πιθανές αντιδράσεις του θύματος είναι η λεγόμενη κατάσταση παγώματος (freeze)», είπε, μιλώντας για την ακούσια προσωρινή παράλυση του θύματος όταν όλοι οι άλλοι μηχανισμοί δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Το πάγωμα είναι η υιοθέτηση στάσης υποταγής, ως μία αμυντική στάση του οργανισμού. «Παρατηρείται σε ανθρώπους και σε ζώα. Είναι μία ακραία μορφή αντίδρασης του ατόμου», είπε, εξηγώντας ότι ο Ποινικός Κώδικας προβλέπει το πάγωμα, ως μία ασυνείδητη υποταγή, μία μη φυσιολογική αντίδραση του θύματος το οποίο αναζητά μία οδό ψυχολογικής αποσύνδεσης από το τραυματικό γεγονός. Επανέλαβε ότι η αντίσταση δεν απαιτείται για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης της μη συναίνεσης. Αλλά απαιτείται η αντίδραση, και λαμβάνονται υπόψιν η σωματική διάπλαση, ο αριθμός των δραστών.
Κλείνοντας με το νομικό πλαίσιο, αναφέρθηκε και στο πλημμέλημα που βαραίνει τον δεύτερο αστυνομικό, ο οποίος φέρεται να κατέγραφε τον φερόμενο βιασμό με κάμερα Go Pro.
Προσέδωσε ενεργητικό ρόλο στη Σ. – «Ψευδείς οι ισχυρισμοί του αστυνομικού για τη Go Pro»
Ξεκινώντας την πρότασή του επί των πραγματικών γεγονότων, ξεκαθάρισε ότι θα επικεντρωθεί στη συναινετική ή μη διενέργεια των πράξεων, κρίνοντας ως αδιάφορα τα προβλήματα ή τις δυσκολίες της ζωής της Σ., όπως αυτές τέθηκαν στην ακροαματική διαδικασία, θεωρώντας τα ανούσια για να διαγνωστεί αν έχουν τελεστεί τα εγκλήματα.

Παρά την ελπιδοφόρα αρχή του εισαγγελέα, κατά την περιγραφή των πραγματικών περιστατικών, ο εισαγγελέας φαίνεται να υιοθέτησε την εκδοχή των αστυνομικών, προσδίδοντας ενεργητικό ρόλο στην εγκαλούσα.
Αναφορικά με τη Go Pro, ο εισαγγελέας ξεκαθάρισε ότι οι ισχυρισμοί του αστυνομικού δεν ήταν πειστικοί. Η Σ. τον ρώτησε εάν τη βιντεοσκοπεί, εκείνος της απάντησε ότι το φωτάκι που φαίνεται είναι λόγω της μπαταρίας. «Πάτησε pause και στη συνέχεια πάλι εγγραφή», ενώ μάλιστα τοποθέτησε την κάμερα σε σημείο που στο κέντρο του φακού να βρίσκεται η εγκαλούσα. Η βιντεοκάμερα δε βρέθηκε ποτέ, αλλά στο κινητό του αστυνομικού βρέθηκαν thumbnails χαμηλής ανάλυσης, στα οποία η Σ. φέρεται να απεικονίζεται στο ένα να χαμογελά, ενώ στο δεύτερο «απεικονίζεται πεολειχία με την ίδια να έχει πρωτοβουλία διενέργειας της πράξης».
«Ο δεύτερος αστυνομικός υποστήριξε ότι κατά λάθος ενεργοποιήθηκε, ότι ξέχασε να την κλείσει, ότι όταν το αντιλήφθηκε διέγραψε το περιεχόμενο, στη συνέχεια πέταξε την Go Pro η οποία έσπασε, επίσης κατά λάθος, αλλά και την κάρτα μνήμης η οποία ήταν ευτελούς αξίας. Ψευδείς οι ισχυρισμοί του. Αποδείχθηκε ότι κατέγραψε χωρίς δικαίωμα και χωρίς τη συναίνεσή της και το αρχείο το αποθήκευσε στη συσκευή. Προτείνω ενοχή για το πλημμέλημα», είπε. Οι ποινές για το αδίκημα πλημμεληματικού χαρακτήρα της παραβίασης προσωπικών δεδομένων, περιλαμβάνουν φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και πρόστιμα έως 100.000€
Για τον τρίτο κατηγορούμενο αστυνομικό ο οποίος κατηγορείται για συνέργεια, είπε ότι από κανένα στοιχείο δεν φαίνεται να γνώριζε ότι οι συγκατηγορούμενοί του είχαν σκοπό να προβούν σε αυτή την πράξη και ότι μάλιστα τους συνέδραμε. «Ουδέποτε μπήκε στο δωμάτιο», είπε. «Το γεγονός ότι ήταν ο επικεφαλής του από μόνο του δεν αρκεί για να αποδειχθεί η εμπλοκή του, προτείνω την απαλλαγή του λόγω σοβαρών αμφιβολιών», κατέληξε.
«Δεν ήταν πειστική η Σ. – Δε συνάδει η εικόνα της με αυτή του φοβισμένου θύματος σεξουαλικής βίας»
Για το έγκλημα του βιασμού από κοινού, το οποίο βαραίνει τον πρώτο και τον δεύτερο κατηγορούμενο, ο εισαγγελέας είπε αρχικά ότι η συμπεριφορά τους ήταν ηθικά επιλήψιμη, άκρως αντιυπηρεσιακή. «Εξέθεσαν και ευτέλισαν το εθνόσημο της Ελληνικής Δημοκρατίας, δε σεβάστηκαν τη Σ. ούτε τους εαυτούς τους, εκμεταλλεύτηκαν την ιδιότητα τους και το κύρος που τους προσδίδει για να ικανοποιήσουν την όρεξή τους σε βάρος μίας 19χρονης που ήταν ευάλωτη. Και ως άνδρες λειτούργησαν αναξιοπρεπώς (…) Πρόκειται για βαριά πειθαρχικά παραπτώματα τα οποία έχουν κριθεί και θα κριθούν. Παραπτώματα για τα οποία όμως είμαστε αναρμόδιοι. Και σε επίπεδο ποινικής ευθύνης τα πράγματα δεν είναι ξεκάθαρα…», είπε.
«Ο ισχυρισμός της Σ. ότι οι πράξεις έλαβαν χώρα χωρίς τη συναίνεσή της, ότι πάγωσε και δεν αντέδρασε, δεν κρίνεται πειστικός. Υπέπεσε σε αντιφάσεις. (…). Η εικόνα της δε συνάδει με αυτή του φοβισμένου θύματος σεξουαλικής βίας. Δεν προέκυψε ότι έδειξε κάποια δυσφορία από την αρχή ως την ολοκλήρωση αυτών. Δεν είπε όχι, επιμένω σε αυτό. (…) Δε δήλωσε με κανένα τρόπο την άρνηση, την αντίδρασή της, αν και μπορούσε να το πράξει. Εξέφρασε άρνηση για βιντεοσκόπηση, χωρίς να εκφράσει άρνηση για την πράξη. Δεν έφυγε από το δωμάτιο ακόμα και όταν βρισκόταν μόνη της σε αυτό ακόμα και για μερικά λεπτά. Ο δεύτερος κατηγορούμενος έφυγε για να πλύνει τα χέρια του (σ.σ. λόγω της αιμορραγίας που διαπίστωσε). Δε φώναξε, δεν κάλεσε σε βοήθεια, δεν απώθησε, δεν έφυγε. Και μάλιστα το δωμάτιο βρίσκεται λίγα μέτρα δίπλα από το Τμήμα Αντιμετώπισης Ενδοοικογενειακής Βίας. Δεν πήγε σε εκείνους για να τη βοηθήσουν», είπε ο εισαγγελέας με το ακροατήριο να ξεσπά σε γέλια, λόγω των αναρίθμητων καταγγελιών σε βάρος της αστυνομίας και ειδικά του Τμήματος της Ομόνοιας για τον χειρισμό των θυμάτων και των υποθέσεων έμφυλης βίας.
Ο εισαγγελέας κατέληξε ότι σε καμία περίπτωση δεν μπορεί το δικαστήριο να καταλήξει στο συμπέρασμα της μη συναίνεσης.

«Εκείνη είχε τον έλεγχο των κινήσεων – Αιμορραγία έχουμε και σε απόλυτα συναινετικές επαφές»
Για το πάγωμα είπε ότι η εγκαλούσα δεν εξήγησε πώς από το άκρως φιλικό κλίμα στην αρχή της γνωριμίας που τους αποκαλούσε με τα μικρά τους, αντάλλαξαν instagram, μίλησε για προσωπικά όνειρα και φιλοδοξίες, μέσα σε λίγη ώρα της δημιούργησαν φόβο και τρόμο. «Μέσα σε λίγη ώρα δηλαδή τα άτομα με τα οποία είχε οικειότητα της δημιούργησαν τόσο σοκ, σε σημείο να μην μπορεί να εκφράσει την άρνησή της; Τόσο από τις απεικονίσεις στο thumbnail έδινε την εντύπωση ότι εκείνη είχε τον έλεγχο των κινήσεων», είπε, χωρίς να συνυπολογίζει τις περιστάσεις, προχωρώντας σε λογικά άλματα, συνδέοντας την οικειότητα με την ερωτική επιθυμία και μάλιστα εντός αστυνομικού τμήματος με αστυνομικούς.
Ο εισαγγελέας προκάλεσε την οργή του ακροατηρίου όταν αναφέρθηκε σε μήνυμα που είχε στείλει σε φίλη της στις 23:09 (πριν πάει στο Α.Τ. Ομόνοιας) στο οποίο έγραψε «ΈΧΩ ΜΕΛΛΟΝ ΕΓΩ, ΚΑΤΑ ΤΙΣ 12:00 ΘΑ ΓΥΡΙΣΩ, ΠΕΡΝΑΩ ΚΑΛΑ», αλλά και σε δεύτερη φάση, όταν είπε ότι η φράση της, όταν εισήλθε στο δωμάτιο ο δεύτερος αστυνομικός και πριν τον δεύτερο φερόμενο βιασμό, «έγινε κάτι χωρίς τη συναίνεσή μου», «δεν είναι φράση που θα έλεγε κορίτσι που έχει βιαστεί, δεν είναι αναμενόμενη αντίδραση». Το ακροατήριο άρχισε να φωνάζει «Ντροπή σου, που ξέρεις εσύ;», με το προεδρείο να αντιδρά.
Ακόμη, ο εισαγγελέας υιοθέτησε την εκδοχή των αστυνομικών η οποία έλεγε ότι η Σ. τους περίμενε για περισσότερα από 30 λεπτά να έρθουν στο Α.Τ. Ομόνοιας. «Της είχαν πει ήδη ότι είναι αναρμόδιοι για το θέμα της (…) άρα ενδιαφερόταν να τους γνωρίσει περισσότερο και ίσως, ενδεχομένως, να συνευρεθούν».
Αναφορικά με την αιμορραγία η οποία εμφανίστηκε μετά τον πρώτο φερόμενο βιασμό, ο εισαγγελέας είπε ότι «μπορεί να εμφανιστεί και σε απόλυτα συναινετικές επαφές», ενώ σχετικά με την κραυγή που έβγαλε, είπε ότι δεν αποτελεί ένδειξη σωματικής βίας, αφού και η ίδια είπε ότι οι πράξεις έγιναν παρά τη θέλησή της αλλά χωρίς σωματική βία, ενώ αναφέρθηκε σε προϋπάρχον γυναικολογικό πρόβλημα. «Προέβη σε επιφώνημα πόνου αλλά δεν είπε να σταματήσει. Αν αυτό είχε γίνει θα είχε συντελεστεί βιασμός», είπε. Ο εισαγγελέας είπε ότι η Σ. έφυγε χαμογελώντας καληνυχτίζοντας τον σκοπό, ενώ δεν ανέφερε τίποτα στη φίλη της, παρά μόνο την επόμενη ημέρα.
«Το δικαστήριο δεν καλείται να αποφασίσει αν τελέστηκε ή όχι βιασμός. Είναι ψευτοδίλημμα, δεν οφείλει να το απαντήσει αυτό το δικαστήριο. Το ζήτημα είναι να αποδειχθεί χωρίς αμφιβολία αν τελέστηκε», είπε ο εισαγγελέας προκαλώντας ξανά τα γέλια του ακροατηρίου.
«Θα επέλεγαν διαφορετικό τόπο – Πώς έλαβαν τον κίνδυνο να τελέσουν έγκλημα εντός του Α.Τ. που η τιμωρία αντιστοιχεί σε αυτή της ανθρωποκτονίας;»
Στη συνέχεια, προχώρησε σε μία ιδιαιτέρως προβληματική προσωπική κρίση, η οποία εάν ήταν βάσιμη, θα απέκλειε κάθε ενδεχόμενο να τελεστεί ποτέ βιασμός εντός Αστυνομικού Τμήματος, με τους αστυνομικούς να αποκλείεται να προχωρήσουν σε κατάχρηση της εξουσίας που τους προσδίδει το αξίωμα, η στολή και ο χώρος: «Πώς έλαβαν ένα τέτοιο κίνδυνο να τελέσουν ένα έγκλημα που έχει την ίδια ποινή με την ανθρωποκτονία εκ προθέσεως, εντός αστυνομικού τμήματος; Με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και της λογικής, θα επέλεγαν διαφορετικό τόπο και θα ενεργούσαν εκτός υπηρεσίας διότι εκεί ενδεχομένως θα γινόταν αμέσως αντιληπτό από τρίτους, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις συνέπειες. Είναι παράδοξο να σκεφτεί κανείς ότι εξέθεσαν τους εαυτούς τους σε τέτοιο κίνδυνο αδιαφορώντας για αυτές. Εκείνη την ώρα είχε αυξημένη κίνηση στο Τμήμα, σε ένα δωμάτιο δίπλα στην έξοδο. Δεν αποκλείεται, αλλά θα πρέπει να συνεκτιμηθεί στο πλαίσιο των αμφιβολιών για την ενοχή των κατηγορουμένων», είπε με το ακροατήριο να ξεσπά σε αποδοκιμασίες αναφωνώντας «ντροπή και ξεφτίλα».
Κλείνοντας, απευθύνθηκε στους ενόρκους, λέγοντάς τους ότι για να ασκηθεί ποινική δίωξη χρειάζεται πλήρης απόδειξη χωρίς αμφιβολίες. «Δεν καταδικάζουμε από ιδεοληψίες, ούτε κρυμμένοι πίσω από πληκτρολόγια, ούτε με φωνασκίες. Μία απόφαση πρέπει να έχει δύο χαρακτηριστικά: να είναι δίκαιη και λογική. Θα ήταν δίκαιη και λογική; Έχοντας μάλιστα στο νου μας ότι η ποινή του ομαδικού βιασμού είναι ίση της ανθρωποκτονίας εκ προθέσεως», επανέλαβε, προκαλώντας οργή για τα υπονοούμενα σε βάρος του αλληλέγγυου κόσμου αφενός, και για το δέος απέναντι στην ποινή.
«Προτείνω αθώωση. Βεβαίως εκμεταλλεύτηκαν τη θέση τους έναντι της Σ. αλλά θα πρέπει να υπάρχει θέμα υπηρεσιακής εξάρτησης. Σε κάθε περίπτωση είναι παθούσα. Ήταν αντικείμενο εκμετάλλευσης λόγω της θέσης αλλά όχι λόγω βιασμού», είπε.
Συνήγορος Σ.: «Από την αρχή της διαδικασίας η ιδιότητα των κατηγορουμένων έχει επηρεάσει τους παράγοντες της δίκης»
Στη συνέχεια το λόγο πήρε η συνήγορος της Σ., Αλεξάνδρα Κρεμιζά η οποία διαφώνησε κάθετα με τον εισαγγελέα και εξέφρασε την πεποίθηση ότι από την αρχή της διαδικασίας η ιδιότητα των κατηγορουμένων έχει επηρεάσει τους παράγοντες της δίκης γιατί παρά το γεγονός ότι καθημερινά πλέον αντιμετωπίζουμε παραβατικές συμπεριφορές, από βιασμούς των τέκνων τους, ως ξυλοδαρμούς εντός αστυνομικών τμημάτων, εξακολουθεί να υπάρχει το ταμπού ότι επειδή είναι αστυνομικοί θα πρέπει να τύχουν επιείκειας, με τον εισαγγελέα σε πολλές περιπτώσεις να υιοθετεί την εκδοχή τους ως αδιαμφισβήτητη, όπως π.χ. ότι η Σ. τους περίμενε περισσότερο από μισή ώρα να έρθουν στο Τμήμα ενώ δεν προέκυψε από πουθενά. «Μεγάλο λάθος του εισαγγελέα. Οι κάμερες ασφαλείας έδειξαν το αντίθετο», είπε.

Ακόμη χαρακτήρισε αισχρό να βαφτίζεται η οικειότητα ερωτικό ενδιαφέρον, ενώ σημείωσε ότι σε αντίθεση με την άλλη πλευρά, η Σ. ουδέποτε μπήκε στη διαδικασία να κατασκευάσει σκευωρίες για να ακουστεί η εκδοχή της πειστικότερη.
«Με σόκαρε αυτό που είπε ο εισαγγελέας – Να πιστέψουμε αμάσητα όσα είπε ο αστυνομικός, ενώ δεν υπήρχε μάρτυρας;»
Η δικηγόρος είπε ότι ο βιασμός ήταν ομαδικός και οργανωμένος, και ότι η συνέργεια του 3ου αστυνομικού ήταν πραγματική. «Η Σ. είπε ότι άκουσε να συζητούν κάτι για τον 7ο όροφο, και τον τρίτο αστυνομικό να λέει ότι πάει να φέρει τα κλειδιά. Ισχυρίστηκε ότι πήγε να βρει τα κλειδιά της μηχανής του διότι… τα έχασε. Στην πραγματικότητα όπως προέκυψε, αναφέρονταν στα κλειδιά του 7ου ορόφου όπου εκεί υπάρχουν καθαρές τουαλέτες και αν τα έχεις καλά με τον αξιωματικό υπηρεσίας σου τα δίνει, όπως κατέθεσε εδώ μάρτυρας», είπε, προσθέτοντας ότι αυτό το σχέδιο δεν πέτυχε, και κατέληξαν στα αποδυτήρια του ισογείου.
Ακόμη, είπε ότι ήταν αναληθές ότι το δωμάτιο ήταν τόσο κοντά στην είσοδο, και ότι εκείνη την ώρα υπήρχε αυξημένη κίνηση. «Ο ίδιος ο σκοπός είπε στο δικαστήριό σας επί λέξη ότι ακόμα και αν οδυρόταν κάποιος εκεί μέσα εγώ δεν θα άκουγα τίποτα. Ο αξιωματικός στο Ενδοοικογενειακής Βίας δεν πήρε χαμπάρι», είπε.
«Με σόκαρε αυτό που είπε ο κ. εισαγγελέας», είπε, αναφερόμενη στον ενεργητικό ρόλο που απέδωσε στην Σ. κατά την περιγραφή του φερόμενου βιασμού. «Να πιστέψουμε δηλαδή ενώ δεν υπήρχε μάρτυρας αυτό που είπε αμάσητο ο αστυνομικός (…) Παραπέμπει δηλαδή στα λόγια του Κούγια περί φαντασιώσεων», είπε, με τον συνήγορο των αστυνομικών Τσιαντή που διαδέχθηκε τον Κούγια και προέρχεται από το γραφείο του, να χαμογελά με νόημα.
«Υπάρχει ιατροδικαστική έκθεση που σήμερα δεν την αναφέραμε καθόλου!»
«Δεν του κατέβασε το παντελόνι. Ο Τ. της τράβηξε το εσώρουχο, μπήκε με όλη του τη δύναμη και εξού και η ακατάσχετη αιμορραγία! Υπάρχει ιατροδικαστική έκθεση που σήμερα δεν την αναφέραμε καθόλου! Μιλά για βίαιη διείσδυση αμβλέος οργάνου. Για πρώτη φορά δε θα λάβουμε υπόψιν την ιατροδικαστική έκθεση; Ο δεύτερος αστυνομικός Φ. είπε ότι εντόπισε την αιμορραγία πάνω από το εσώρουχο και παρ’ όλα αυτά γέμισαν τα χέρια του με αίμα. Δεν έβγαλε καν το εσώρουχό της, και είχε αιμορραγία. Για τέτοια συναίνεση μιλάμε…», είπε.
Ακόμη, αναφερόμενη στον δεύτερο αστυνομικό, είπε ότι όταν άκουσε ότι με τον πρώτο έγινε κάτι παρά τη θέλησή της, δεν αντέδρασε καθόλου. Δεν αναρωτήθηκε γιατί είδε αίματα, ενώ τη ρώτησε αν έχει περίοδο. «Αντιθέτως, προχώρησε και εκείνος», είπε.
Η δικηγόρος είπε ότι οι περιστάσεις της δημιουργησαν φόβο και ότι το γεγονός ότι νωρίτερα μιλούσαν φιλικά είναι αδιάφορο. «Αν το πούμε αυτό, κανείς από εδώ και πέρα δεν θα είναι βιαστής», είπε.
Τόνισε επίσης το παράδοξο του να υιοθετείται άκριτα η εκδοχή των ατόμων που έχουν κάτι να χάσουν, σε αντίθεση με την εγκαλούσα. «Δεν είχε σκοπό. Δε ζήτησε χρήματα. Ακούσαμε βέβαια ότι το έκανε για να πλήξει την ΕΛΑΣ. Λες και δεν είχαμε παραδείγματα ήδη…», είπε, αναφερόμενη στις καταγγελίες ειδικά για το Α.Τ. Ομόνοιας το οποίο έχει χαρακτηριστεί ως «κολαστήριο».
«Θα επιτρέψουμε να βιαστεί στο δικαστήριο για δεύτερη φορά;»
«Θα επιτρέψουμε να βιαστεί στο δικαστήριο για δεύτερη φορά;», είπε, αναφερόμενη και στις επιθέσεις στην τιμή και την υπόληψή της, ακόμα και από τη σύζυγο του ενός αστυνομικού, η οποία εμμέσως πλην σαφώς υπονόησε πως είναι… ελευθέρων ηθών. «Δεν κλείνει το στόμα της τουλάχιστον, και να δει τι έγινε με τον άντρα της, αντι εμείς να πρέπει να δεχτούμε τον δεύτερο βιασμό της;», είπε η δικηγόρος.
Στη συνέχεια αναφέρθηκε στις ψυχολογικές επιπτώσεις της Σ. μετά το συμβάν, και ζήτησε την καταδίκη τους. Μιλώντας στους ενόρκους είπε: «Καθόλου δεν μας ενδιαφέρουν τα πειθαρχικά. Εκείνη ζητά το δίκιο της για την κατάφωρη παραβίαση της προσωπικότητάς της, τόσο με τους βιασμούς, όσο και για όσα ειπώθηκαν εδώ».
Συνήγορος αστυνομικού: «Πρώτη φορά ακούτε βίαιη παθιασμένη σεξουαλική επαφή;»
«Δεν έχω συμφωνήσει περισσότερο με εισαγγελική πρόταση τα τελευταία δέκα χρόνια της καριέρας μου!», αναφώνησε ο συνήγορος υπεράσπισης Δημήτρης Ζορμπάς.
Στη συνέχεια είπε ότι η ποινική διαδικασία διεξάγεται με συγκεκριμένους κανόνες, και οι αμφιβολίες είναι προς όφελος των κατηγορουμένων. «Ο νομοθέτης μας λέει ότι θα πρέπει να λάβουμε υπόψιν όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι σε ιστορίες επιστημονικής φαντασίας ή φαντασίωσης», είπε και απευθυνόμενος στους ενόρκους είπε «ο νομοθέτης υπαγορεύει ότι αν υπάρχει έστω και 1% θα πρέπει να το δηλώσετε και να ψηφίσετε επι της αθωότητας».

Χαρακτήρισε αδιάφορο το αν πήγε πρώτη ή μετά τους αστυνομικούς στο τμήμα, ενώ προχώρησε σε εκτενή περιγραφή του χώρου, θέλοντας να διαψεύσει τη δικηγόρο της Σ.
Αναφερόμενος στο γεγονός ότι ανταποκρίθηκε στο φιλί του πρώτου αστυνομικού, αναρωτήθηκε: το φιλί είναι πράξη ενέργειας ή παθητική; Ομοίως και οι άλλες ερωτικές πράξεις, αποδίδοντάς της ενεργητικό ρόλο, ενώ προχώρησε σε δυσάρεστη και ανατριχιαστική περιγραφή της εκσπερμάτωσης, λέγοντας ότι το γεγονός ότι δεν έκανε εμετό, δεν αποδεικνύει εξαναγκασμό.
«Στην κατάθεσή ανέφερε ότι τη ρώτησε γιατί τρέμει. Έχουμε ξαναδεί βιαστεί να ασχολείται με το θύμα;», είπε.
Σχετικά με το φόβο της λόγω της ύπαρξης όπλου στο δωμάτιο, ο δικηγόρος είπε ότι ο αστυνομικός έβγαλε τη ζώνη του και άρα το όπλο, τα εναπόθεσε στο τραπέζι, με τη Σ. να είναι πιο κοντα στο όπλο σε σχέση με εκείνον. «Αυτή είναι πιο κοντά στο όπλο, αλλά φοβάται;», είπε.
Σχετικά με την αιμορραγία, είπε ότι ναι μεν έβγαλε επιφώνημα πόνου, αλλά δεν ήταν από δυσαρέσκεια συνέχισης της πράξης. «Πρώτη φορά ακούτε βίαιη παθιασμένη σεξουαλική επαφή;», είπε προκαλώντας την αντίδραση του ακροατηρίου.
Σήκωσε σαν τρόπαιο στην αίθουσα τη φωτογραφία της Σ. από το thumbnail της Go Pro
«Ακούστηκε ότι το κινητό της ήταν πέρα, μακριά, στην τσάντα», είπε, και εκείνη τη στιγμή σηκώνει μία εκτυπωμένη φωτογραφία από τα thumbnails της Go Pro στην οποία απεικονίζεται η Σ. την ώρα της πράξης.
Ο δικηγόρος συνέχισε να υψώνει τη φωτογραφία σαν τρόπαιο προς δικαστές και ενόρκους. «Αναφέρει σε ερώτηση προέδρου, δεν ήμουν χαμογελαστή, είχα μουδιάσει και έδειχνα τα δόντια μου. Ορίστε, εδώ δείχνει τα δόντια της», είπε και συνέχισε να επιδεικνύει τη φωτογραφία. «Γιατί; Της ζήτησαν διαφήμιση για την Colgate;», είπε; Στην αίθουσα επικράτησε ανατριχίλα. Ο αλληλέγγυος κόσμος φώναζε «ντροπή».
Ακόμη, χλεύασε τη Σ. η οποία σε μήνυμα φίλης της αποκρίθηκε «χαχαχα», λέγοντας ότι «μετά τον βιασμό είχε όρεξη για αστεϊσμούς».
Για την αιμορραγία, είπε ότι επρόκειτο μόνο για μερικές σταγόνες, οι οποίες προέκυψαν καθώς στην πρώτη της σεξουαλική επαφή, 25 μέρες πριν το συμβάν, είχε παρουσιάσει αιμορραγία. «Λέει ότι πάγωσε, αλλα την είδαμε να γελάει τρεις φορές», είπε.
«Θεωρώ ότι τα στοιχεία είναι τρανταχτά υπέρ της αθωότητας. Αν υποθέσουμε ότι οι αστυνομικοί αυτοί είναι οι χειρότεροι άνθρωποι στη Γη και ήθελαν να υλοποιήσουν το σχέδιό τους, πρώτον, θα έδιναν instagram; Είναι στοιχείο εύκολης ταυτοποίησης και είχαν αναρτήσει και τις κοπέλες τους εκεί. Την πάνε σε Α.Τ. όπου υπάρχουν αυτόπτες και αυτήκοοι μάρτυρες; Μακάρι κάποια στιγμή να βρισκόταν αυτό το βίντεο διότι θα το φέρναμε εδω να αποδειχθεί η αθωότητα τους», είπε, με το ακροατήριο να φωνάζει «Αυτοί το σβήσανε!».
Υπέθεσε ο δικηγόρος τα κίνητρα της Σ: «Δείτε γύρω σας, 50 άτομα κοινό. Απέκτησε υπόσταση, της έβγαλαν και σύνθημα: Ες – Ες φωνάζουν»
Σχετικά με τα κίνητρα, είπε ότι το δικαστήριο δεν υποχρεούται να εξηγήσει γιατί κάποιος προχωρά σε μία καταγγελία. «Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου, αλλά θα μου επιτρέψετε να σας πω κατά τη δική μου κρίση, και μη με παρεξηγήσετε. Η ψυχολόγος της είπε ότι υπήρχαν ανασφάλειες και αίσθημα μη επάρκειας. Αντάλλαξαν Instagram, είδε φωτογραφίες με τις κοπέλες τους και ένιωσε ότι την κορόιδεψαν. Επίσης κατατέθηκε πολλάκις ότι η Σ. δεν είχε φίλες ούτε μεγάλο κοινωνικό περίγυρο. Δείτε γύρω σας σήμερα! 50 άτομα στο ακροατήριο! Απέκτησε κοινό!», είπε, με το ακροατήριο να φωνάζει ξανα «ντροπή».
Και συνέχισε απτόητος: «Της έβγαλαν και σύνθημα! Ες – Ες φωνάζουν!», είπε, θεωρώντας ο ίδιος ότι το γνωστό σύνθημα παραπέμπει στα αρχικά της. «Απέκτησε ξαφνικά υπόσταση», κατέληξε ευθαρσώς.
«Ορυμαγδός ψεμμάτων – Ο αστυνομικός δεν είχε… παρεκκλίνουσα σεξουαλική συμπεριφορά»
Ο συνήγορος υπεράσπισης Τσιαντής, ο οποίος ανέλαβε την εκπροσώπηση των αστυνομικών μετά το θάνατο του Κούγια, ειρωνεύτηκε την «τονική ακινησία». «Μα εδώ μιλάει!», λέει.
Επιπλέον, χλεύασε τον ισχυρισμό της Σ. ότι είπε στον δεύτερο αστυνομικό ότι «έγινε κάτι χωρίς τη συναίνεσή μου», λέγοντας ότι οι άνθρωποι δε μιλάνε έτσι μεταξύ τους. Είπε ότι το φιλί είναι ένδειξη συναίνεσης, ενώ συνέχισε σε ειρωνικό τόνο, λέγοντας ότι «βλέπουμε και το ενδιαφέρον του βιαστή αν έχει περίοδο».
Ανέφερε ότι «το βάδισμά της δεν αντιστοιχεί σε όσα καταθέτει», προκαλώντας την αντίδραση του ακροατηρίου, με τους αλληλέγγυους να φωνάζουν «πώς περπατά μία βιασμένη;».
Έκανε λόγο για ορυμαγδό ψεμάτων, καθώς ενώ κατέθεσε ότι πονάει και αιμορραγεί, έχοντας βιαστεί από δύο άνδρες, ανταλλάσσει μηνύματα με την «τότε φίλη της» και γελάει. «Γι’ αυτό είναι “τότε φίλη της”. Γιατί αποκάλυψε την αλήθεια…», είπε.
Σχετικά με τη βιντεοσκόπηση με Go Pro, ο δικηγόρος είπε ότι ο αστυνομικός δεν είχε… παρεκκλίνουσα σεξουαλική συμπεριφορά και δεν είχε βιντεοσκοπήσει ποτέ στιγμές με τη σύζυγό του.
«Αν ήθελε να καταγράψει θα έβαζε την κάμερα μπροστά για να έχει “όλη τη θέα”», είπε σε άλλο σημείο, ενώ αναφέρθηκε και εκείνος στο φερόμενο ως χαμόγελο που εμφανίζεται στα thumbnails χαμηλής ανάλυσης λέγοντας δείχνοντας και εκείνος τη φωτογραφία: «το ότι αμφισβητούν το χαμόγελο στη φωτογραφία δείχνει την απύθμενη αναξιοπιστία τους».
Το δικαστήριο διέκοψε για την Παρασκευή 10/07/2026, ώρα 8:00, κτίριο 9, αίθουσα 5.