Δεν είμαι ιστορικός, συνεπώς όσα θα πω είναι οι αντιδράσεις ενός γενικού αναγνώστη, όπως λένε. Θα πω δυο λόγια για τη γραφή, που καταλαβαίνω, και μερικές σκέψεις για το αντικείμενο, όπως με απασχολεί πιο γενικά. 

Ξεκινώ από τη γραφή: ήδη από τις πρώτες σελίδες ο αναγνώστης καταλαβαίνει ότι το βιβλίο διατηρεί στοιχεία προσωπικού ύφους. Έχει προφορικότητα, πνεύμα και ζωντάνια που έχει επιβιώσει από τις συμπληγάδες των μεταπτυχιακών και φτάνει ως το βιβλίο. Αυτό δεν είναι αυτονόητο. Οφείλονται συγχαρητήρια και στον συγγραφέα και στους επόπτες του γι’ αυτό. Πολύ συχνά η ακαδημαϊκή πειθαρχία πρώτα απονευρώνει τα κείμενα από το προσωπικό ύφος και μετά ξεκινά την έρευνα. Ο Γαρρής επίσης ξέρει να εντοπίζει και να αναδεικνύει τα περιστατικά που συγκροτούν μια συναρπαστική αφήγηση.

Το βιβλίο αποπνέει ένα φυσικό και αναμενόμενο δέος για το επίτευγμα του Παναγούλη. Τόσο για το θάρρος της απόπειρας να σκοτώσει τον δικτάτορα, όσο και για το αλύγιστο φρόνημα που επέδειξε μετά, είτε όσο υφίστατο τα βασανιστήρια είτε κατά τη θαρραλέα απολογία του στο δικαστήριο. (Μια ενδιαφέρουσα επικαιρική πινελιά, ότι οι «δημοσιογράφοι» που παρακολουθούσαν τη δίκη δεν κρατούσαν σημειώσεις, γιατί έπαιρναν, λέει, εγκεκριμένες φωτοτυπίες με τα πρακτικά!) (Γαρρής, 37).

 Ο τίτλος «Ο τελευταίος ήρωας» δίνει την εικόνα του κενού που δεν αναπληρώνεται. Αυτό είναι το βασικό ερώτημα που αφήνει η ανάγνωση. Η συζήτηση για την ηρωοποίηση πρώτα απ’ όλα μας φέρνει αντιμέτωπους με την αντιηρωική εποχή μας. Δεν ξέρω με πόση σιγουριά μπορεί κανείς να μιλήσει για το μέλλον, λέγοντας ότι αυτό δεν θα ξανασυμβεί, αλλά κατανοώ το πνεύμα.

Η επιστροφή του Παναγούλη στην κανονική ζωή, στα χρόνια που είναι και ζωντανός και ελεύθερος, όπως λέει ο Γαρρής, δένει με τις τελευταίες λέξεις του βιβλίου: ο Παναγούλης είναι «larger than life», είναι ένας άνθρωπος που η μοίρα του δέθηκε με οριακές εμπειρίες θάρρους και πόνου. Αυτός ο άνθρωπος πώς να χωρέσει σε μια κανονική ζωή, με ξυπνητήρια και ρουτίνα; Όπως το περιγράφει κάπου η Φαλάτσι, δεν φτάνει στα γηρατειά ο ήρωας. Δεν τον ακολουθούμε να μετράει χοληστερίνες και να κάνει τσεκ απ: πεθαίνει νέος, συνδέοντας τη ζωή του με τα άκρα που την καθόρισαν, όχι με μια μακρά διάρκεια. 

Το δεύτερο μέρος του βιβλίου ασχολείται με την υστεροφημία του, με το γεγονός ότι η μνήμη του Παναγούλη εστιάζει περισσότερο στον θάνατό του, το ύποπτο τροχαίο στο οποίο χάνει τη ζωή του, παρά στην απόπειρα δολοφονίας του δικτάτορα Παπαδόπουλου. Από μια άποψη φαίνεται λογικό, μια που  χωράει καλύτερα στην πολιτική της μνήμης να τον θυμούνται νεκρό και ήρωα παρά ζωντανό και βομβιστή. 

Ο ίδιος ο Παναγούλης δεν απολογείται ποτέ για την πράξη του, δηλώνει ότι λυπάται μόνο που δεν τα κατάφερε, στέκεται θαρραλέα στο στρατοδικείο, εδραιώνοντας την ηρωική του αίγλη, και λέει ότι είναι τιμή για τους Ιταλούς ο τρόπος που πέθανε ο Μουσολίνι και ντροπή για τους Πορτογάλους ότι πέθανε ήσυχος στο σπίτι του ο Σαλαζάρ (Γαρρής 76). Αυτό θέτει έναν πήχη για την αξιοβίωτη ζωή που δηλώνει πως είναι ντροπή να ζει κανείς υπό τον τύραννο συνεχίζοντας τη ζωή του. Σε αυτό αναφέρεται ο Βασιλικός όταν λέει ότι ο Παναγούλης ήταν αλεξικέραυνο για την απάθεια της ελληνικής κοινωνίας (Γαρρής, 196). Βεβαίως, το αλεξικέραυνο απορροφά το φορτίο, στην πραγματική ζωή, ενώ το μαρτύριο του ενός μόνο τονίζει την αδράνεια (ή, χειρότερα, την ντροπιαστική συνεργασία) των πολλών. 

Το ερώτημα που συνοδεύει το βιβλίο είναι τι νόημα έχουν αυτά όταν τα σκέφτεσαι εκ των υστέρων. Δεν είναι ρητά το θέμα του, αλλά αυτό νομίζω ότι αποτελεί φυσική συνέχεια της συζήτησης για την ηρωοποίηση. Το βιβλίο ξεκινά με ένα πάνελ για τον Παναγούλη που περιλαμβάνει τον Γιάννη Δημαρά (τότε ΠΑΣΟΚ), τη Λιάνα Κανέλλη, τον Αλέξη Τσίπρα και τον Αντώνη Σαμαρά, λίγο πριν την ανακοίνωση Παπανδρέου στο Καστελόριζο. Η σύνθεση από μόνη της είναι πολύ εύγλωττη. Το ίδιο όταν η Ντόρα Μπακογιάννη αντιδιαστέλλει τη δράση του Παναγούλη προς τη δράση της 17Ν, λέγοντας ότι η πράξη είχε στόχο έναν δικτάτορα, λοιπόν έχει νόημα επειδή δεν υπήρχε δημοκρατία. 

Σε μας όμως τι μένει; 

 

Με αφορμή το καβαφικό: 

«Και μη επαναπαύεσαι που στην ζωή σου

περιωρισμένη, τακτοποιημένη, και πεζή,

τέτοια θεαματικά και φοβερά δεν έχει.

Ίσως αυτήν την ώρα εις κανενός γειτόνου σου

το νοικοκερεμένο σπίτι μπαίνει —

αόρατος, άυλος — ο Θεόδοτος,

φέρνοντας τέτοιο ένα φρικτό κεφάλι» 

φέρνω στον νου μου τον άλλο μάρτυρα της κατ’ εξοχήν εμπειρίας που (λέγαμε ότι) δεν συγκρίνεται και δεν επαναλαμβάνεται, τον Πρίμο Λέβι, όταν λέει στο Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν ότι την απόσταση ανάμεσα στους θύτες και τα θύματα πρέπει να την κατανοήσουμε όχι μόνο για μια ανάλογη δοκιμασία, αλλά «ακόμη και αν απλώς θέλουμε να αντιληφθούμε αυτό που συμβαίνει σε μια μεγάλη βιομηχανική μονάδα». Θέλω να πω ότι όλοι διαβάζουμε αυτές τις ιστορίες ελπίζοντας ποτέ να μη χρειαστεί να δοκιμαστούμε σε τέτοιες θερμοκρασίες, αλλά πάντα διερωτώμενοι τι αφήνουν αυτά τα αδιανόητα πρότυπα θάρρους για μας τους συνηθισμένους ανθρώπους, που ζούμε συνηθισμένες ζωές, σε εργοστάσια και γραφεία.

Από τη διεθνή στήριξη στον Παναγούλη από προσωπικότητες σαν τον Πικάσο και τον Παζολίνι, περνάμε σε μια συνθήκη που ο Παναγούλης προσγειώνεται στην πολιτική ζωή και πρέπει να ζήσει όχι ως κρατούμενος, όχι ως μελλοθάνατος, αλλά ως εν ζωή ήρωας. 

Αναλαμβάνει σημαντικό ρόλο σε μια εκστρατεία «δυναμικής αποχουντοποίησης», μέρος της οποίας είναι η δημοσίευση αρχείων της ΕΣΑ, που δεν προλαβαίνει να ολοκληρώσει διότι σκοτώνεται σε τροχαίο δυστύχημα που αντιμετωπίζεται από την αρχή με τεράστια καχυποψία. Έτσι τελειώνει η ζωή του, αφήνοντας όμως μια παρακαταθήκη που προσγειώνει την ακραία εμπειρία του στην κυρίως μεταπολιτευτική μας ιστορία, με τη φοβερή φράση ότι «οι Παπαδόπουλοι απέρχονται αλλά οι Αβέρωφ παραμένουν» (Γαρρής, 209). 

Οι Αβέρωφ που παραμένουν συμβολίζουν αυτή την γκρίζα ζώνη της κανονικής δημοκρατικής ζωής, που όπως θα μας νουθετούσε η Ντόρα Μπακογιάννη, δεν είναι η επταετής εξαίρεση που δικαιολογεί μια απόπειρα ανθρωποκτονίας εστεμμένη με διακομματική δόξα. Είναι μέρος της δημοκρατικής ζωής. 

Η επιλογή του Γαρρή να μιλήσει για την ηρωοποίηση, για τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησε το σύμβολο του Παναγούλη στην πολιτική μνήμη, φέρνει στο επίκεντρο το πιο κρίσιμο ζήτημα, που είναι μια ενσυνείδητη αυτοστοχαστική ιστορία, που κοιτάζει το παρελθόν ως αίνιγμα, όχι ως παζλ. 

Η κατακλείδα της απολογίας του Παναγούλη στο δικαστήριο συμπυκνώνει αυτή την αστρονομική απόσταση από τον χώρο της οικείας σε μας πολιτικής: «Το ωραιότερο κύκνειο άσμα κάθε πραγματικού αγωνιστή είναι ο επιθανάτιος ρόγχος μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα της τυραννίας» (Γαρρής, 203). Αυτός μπορεί να είναι ένας άξιος τρόπος για να πεθάνεις, αλλά η πραγματική πολιτική συζήτηση των ημερών μας (ευτυχώς) δεν μας ζητάει να γίνουμε ήρωες με αυτόν τον τρόπο. Ποια είναι η πολιτική συζήτηση σήμερα; Πώς θα ενωθεί η Αριστερά, αν αρκεί να φύγει ο ένας για να έρθει ο άλλος, πράγματα πολύ λογικά και κρίσιμα, όχι όμως ζητήματα ζωής και θανάτου. Έχει πάψει το κράτος να σκοτώνει; Όχι. «Οι Αβέρωφ», όπως έλεγε ο Παναγούλης, καραδοκούν. Δεν έχουν πάψει να βασανίζουν αναρχικούς, να πνίγουν μετανάστες, να πυροβολούν Ρομά και αυτιστικούς, αλλά πάντα σε ένα κέλυφος που διατηρεί όλα τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της λογοδοσίας, ώστε να μας κρατάει σε μία διαρκή ισορροπία του «δεν είναι χούντα, αλλά…». 

Πώς χωνεύεται λοιπόν αυτό το μεταξύ; Τα ηρωικά πρότυπα είναι πρωτίστως ένας πήχης σύγκρισης, παραδείγματα. Όπως ο χριστιανισμός διαμορφώνεται ως «μίμηση Χριστού», imitatio Christi, έτσι και η Αριστερά έχει τους μάρτυρές της, που από τις νεανικές αφίσες μέχρι τα τραγούδια και τα ποιήματα που μελετά ο Γαρρής για τον Παναγούλη, φέρνουν αυτή την ακραία συνθήκη δίπλα μας, για να συγκριθούμε. Όσο και αν η σύγκριση αυτή ακούγεται παράλογη, ταπεινωτική και αλαζονική συνάμα, κατά βάθος κάθε αναφορά σε αυτά τα πρότυπα υπονοεί ένα «για τόσα είναι ικανός ο άνθρωπος». 

Έτσι, όταν διαβάζουμε εμείς για τον Παναγούλη, σκεφτόμαστε μοιραία ότι το απαράμιλλο θάρρος λάμπει σαν διαμάντι υπό τον όρο ότι συμμεριζόμαστε τους στόχους του ήρωα. Ο Καρλάιλ, που αναφέρεται στην έρευνα του Γαρρή, είχε ένα σοβαρό μερίδιο χιλιάδων αντιτύπων που πουλήθηκαν τον καιρό της ναζιστικής Γερμανίας, γιατί ο ηρωισμός διαβαζόταν ως λατρεία της πράξης, ως λατρεία της δύναμης. Αυτό που θαυμάζουμε στο θάρρος του Παναγούλη είναι η επιλογή του στόχου, γιατί θάρρος χωρίς αρετή είναι ανατριχίλα. Μας γοητεύει ο Παναγούλης γιατί θαυμάζουμε την παράλογη επιμονή από μια θέση απόλυτης αδυναμίας. Είναι στα χέρια τους, τον βασανίζουν, και λέει «τους χτύπησα κι εγώ», ζώντας υπό τον απόλυτο έλεγχό τους κι όμως λέγοντας ότι άντεξε γιατί σκεφτόταν ότι δεν νικήθηκε. Αυτή η καρναβαλική αντιστροφή, του ανθρώπου που είναι ράκος στα χέρια τους, αυτοί ορίζουν αν θα φάει και αν θα κοιμηθεί, αν θα ηρεμήσει ή αν θα ουρλιάξει, κι όμως δεν είναι νικημένος, είναι η παρακαταθήκη του. Και αυτή μπορούμε να τη σκεφτούμε με βάση τη φράση από την απολογία του: «Δεν έχει σημασία αν εμείς αποτύχαμε. Άλλοι έρχονται ύστερα από μας».

 

Το βιβλίο Δημήτρις Γαρρής, Ο τελευταίος ήρωας. Η συγκρότηση της μνήμης του Αλέκου Παναγούλη (1968-1981) κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Θεμέλιο.