Του Διονύση Σκλήρη
Η συζήτηση για τις «ανακρίβειες» της «Οδύσσειας» του Κρίστοφερ Νόλαν αγνοεί το σημαντικότερο: Το νόημα της ταινίας είναι να προσληφθεί ο αρχαιοελληνικός μύθος προκειμένου να αποτελέσει τη νέα μεγάλη ταυτοτική αφήγηση μιας Δύσης σε κρίση. Και δεν υπάρχει καταλληλότερος δημιουργός για αυτό από τον Κρίστοφερ Νόλαν, τον σκηνοθέτη της τριλογίας του «Μπάτμαν» και του «Όπενχαϊμερ», που έχει αναδειχθεί σε μείζονα παραγωγό των Grand Narratives της δυτικής ύστερης νεωτερικότητας. Η πρωτοφανής επιτυχία της αφήγησης, που στήνει ο Νόλαν, είναι ότι συνθέτει σε ένα όλο τα δύο βασικά και μέχρι πρότινος αντικρουόμενα αμερικανοδυτικά αφηγήματα, ήτοι το δεξιό-τραμπικό και το αριστεροφιλελεύθερο-woke. Και το επιτυγχάνει αυτό με την υπαρξιακή συνδρομή ενός μετατοπισμένου νιτσεϊσμού της αυθυπέρβασης, ο οποίος πετυχαίνει παραδόξως να εγκεντρίσει στον εαυτό του λίμπεραλ και πολυπολιτισμικά στοιχεία.
Θα εξηγήσω τι εννοώ μέσα από μια περιδιάβαση στις σημαντικές διαφορές μεταξύ της Οδύσσειας του Νόλαν και αυτής του Ομήρου και εξέτασης του ποιο είναι το νόημά τους, προκειμένου να σκηνοθετηθεί ο μεγάλος δυτικός μύθος του 21ου αιώνα.
Ο Οδυσσέας ως τσακισμένος βετεράνος αντί για πολυμήχανος καταφερτζής
Η έμφαση στην εικόνα του Οδυσσέα είναι εξαρχής σε έναν σκυθρωπό Ματ Ντέιμον. «Έχει χαθεί το χιούμορ του ομηρικού ήρωα», όπως παρατήρησε η κλασικίστρια Μέρι Μπιρντ, και ίσως και ο πολυδιάστατος χαρακτήρας του που συνδύαζε τον μεσογειακό καταφερτζή, ο οποίος καταφάσκει στις χαρές της ζωής, και τον τραγικό ήρωα, ο οποίος αντιμετωπίζει έναν συνεχή θάνατο. Ο Οδυσσέας του Νόλαν είναι κυρίως ένας καταθλιπτικός βετεράνος με διαταραχή μετατραυματικού στρες. Για αυτό επελέγη ο Ματ Ντέιμον, ο ηθοποιός του «Save Private Ryan», δηλαδή της απόβασης στη Νορμανδία, ο στρατιώτης του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και ο Τζέισον Μπορν, δηλαδή κάποιος ο οποίος ανανεώνει το κατασκοπευτικό είδος, με το να γίνεται «rogue» και να πηγαίνει ενάντια στο σύστημα.
Για να είμαστε ακριβείς, ο χαρακτήρας του «πολυμήχανου» δεν καταργείται. Συνεχίζει να υπάρχει, αλλά είναι η προϊστορία, ο «παλαιός άνθρωπος», το βάθρο και φόντο. Ο Οδυσσέας που βλέπουμε στο προσκήνιο είναι ο συντετριμμένος από τα αποτελέσματα της πολυτροπίας του. Ο άνθρωπος που έχει δει την Τροία να πυρπολείται και τις γυναίκες να βιάζονται εξαιτίας της δικής του ευφυίας και πονηριάς. Είναι ένας Οδυσσέας που, έχοντας φτάσει στο άκρο της εξυπνάδας, αναζητεί πλέον τη σοφία μέσα από την αντιμετώπιση της ενοχής. Ο Ματ Ντέιμον, δίνοντας την εικόνα ενός ανθρώπου μονόχνωτου και μάλλον μονότροπου αντί για πολύτροπου, επιτείνει μια αίσθηση υπαρξιακού μουδιάσματος έναντι των εγκλημάτων, που έχουν συντελεστεί, και τα οποία επανέρχονται ως αρές καθ’ όλη τη διάρκεια του έργου με τη βοήθεια κινηματογραφικών flash-backs.
H Αθηνά ως θηλυκό δαιμόνιο της ενοχής
Αν στη δυτική νεωτερικότητα οι θεοί θεωρούνται, κατά τον Λούντβιχ Φόιερμπαχ, προβολές των ανθρώπων, η κατά Νόλαν Αθηνά είναι, όπως αποκαλύπτεται στο τέλος, εσωτερίκευση μιας ιέρειας, η οποία είχε σκοτωθεί στην Τροία από τους συντρόφους του Οδυσσέα. Όμως η ενοχή, αυτό το τυπικά δυτικό και νεωτερικό αίσθημα, λειτουργεί σαν ένα αγαθό σωκρατικό δαιμόνιο που συνδράμει τον Οδυσσέα σε όλες τις δυσκολίες και τον σώζει από τα χειρότερα. Είναι σαν η δυνατότητα του θύτη Οδυσσέα να βρεθεί στη θέση του θύματός του να είναι αυτό που τον προστατεύει και τον βοηθά να διεξέλθει παντοδαπούς κινδύνους. Ο Οδυσσέας του Νόλαν δεν ανήκει στις ομηρικές μεσογειακές κοινωνίες της ντροπής. Είναι ένας Οδυσσέας Γερμανός ή Αγγλοσάξονας που μεγαλουργεί μέσα από την ισχύ που του προσπορίζει η σχέση του με την ενοχή του. Όπως και οι Λαιστρυγόνες παρουσιάζονται ως Φράγκοι σιδηρόφρακτοι ιππότες εν μέσω εποχής του Χαλκού, εντάσσοντας και τον Μεσαίωνα στη σκυταλοδρομία του δυτικού πολιτισμού από τον Όμηρο μέχρι σήμερα. Η ίδια η επιλογή της Ζεντάγια κλείνει το μάτι στη «μαύρη Αθηνά», ενώ ως μιγάδα αποτελεί ίσως αναφορά στο θείο ως παμπεριεκτική ανάμειξη των φυλών της ανθρωπότητας.
Το δίπολο Αγαμέμνονα και Οδυσσέα: Δύναμη και ευφυία, σκληρά και ήπια ισχύς, φασισμός και φιλελευθερισμός, αφάνεια και ορατότητα, θάνατος και ζωή
Το δεύτερο, όμως, σωτήριο δαιμόνιο που σώζει τον Οδυσσέα είναι ο ίδιος ο αρχηγός του ο Αγαμέμνονας. Αυτόν βρίσκει στη Νέκυια και όχι τον ήρωα Αχιλλέα. Του δίνει την καθοριστική διασωστική συμβουλή: Να επιστρέψει στο παλάτι του όχι ως θριαμβευτής στρατηγός με πομπή, όπως έκανε ο ίδιος με αποτέλεσμα να δολοφονηθεί, αλλά υποδυόμενος την αδυναμία. Πρόκειται για την υπόδειξη που αποδίδει στον Οδυσσέα πίσω την ανακτορική ισχύ του, όπως άλλωστε και ο Οδυσσέας είχε χαρίσει στον Αγαμέμνονα τη νίκη στην Τροία. Και τη δίνει όχι ένας μάντης, όπως ο Τειρεσίας, μια χθόνια μητρική μορφή, όπως η Αντίκλεια ή μια προστάτιδα θεά, αλλά ο αρχιστράτηγος των Αχαιών. Αγαμέμνων και Οδυσσέας αποτελούν δύο συμπληρωματικές πολικότητες για την κατίσχυση των Ελλήνων. Ο Αγαμέμνονας εκφράζει τη δύναμη, ενώ ο Οδυσσέας την ευφυία και τεχνασματική πονηριά. Η εξάρτυση και τα εμβλήματά του στην ταινία του Νόλαν παραπέμπουν σε ναζί αξιωματικό.
Θα λέγαμε ότι, αν η δυτική καπιταλιστική νεωτερικότητα αποτελεί έναν καταστατικό Ιανό με το ένα πρόσωπο να είναι η φιλελεύθερη δημοκρατία, όταν όλα βαίνουν καλώς, και το άλλο να είναι ο φασισμός, στις περιόδους κρίσεως, τότε αυτό το δίπολο εκφράζεται στην αφήγηση του Νόλαν μέσα από τις δύο μορφές Αγαμέμνονα και Οδυσσέα. Ο Αγαμέμνονας είναι αφανής και αόρατος, σύμφωνα με την ετυμολογική σημασία του «Άδη». Είναι το χθόνιο ναζιστικό ασυνείδητο της δημοκρατικής Δύσης που επανέρχεται για να χαρίσει σοφία μέσα από την αποτυχία του. Εκφράζει τις χερσαίες δυνάμεις της Δύσης, ενώ ο Οδυσσέας τις ναυτικές. Η εικαστική ομοιότητά του με τον Μπάτμαν παραπέμπει σε έναν φασίζοντα Μπατμανίτσε, μια νιτσεϊκή θέληση για ισχύ που σήμερα εκπροσωπούν οι αυτόκλητοι τιμωροί του Marvel-verse. Ο Οδυσσέας είναι αυτός που πετυχαίνει εκεί που αποτυγχάνει ο Αγαμέμνονας. Να αλώσει την Τροία και να επανακαταλάβει την Ιθάκη. Όπως η δυτική φιλελεύθερη δημοκρατία πετυχαίνει εκεί όπου απέτυχε ο ναζισμός. Λ.χ. στην ενοποίηση της Ευρώπης ή, κατά την ελπίδα της, στη διάλυση της Ρωσίας.
Με σύγχρονους όρους, θα λέγαμε ότι ο Αγαμέμνονας συμβολίζει τη σκληρά ισχύ, ενώ ο Οδυσσέας την ήπια, για αυτό και αποτελεί μετωνυμία για τον ποιητή-σκηνοθέτη, τον ίδιο τον Νόλαν, ο οποίος έχει αναλάβει το κατ’ εξοχήν έργο της δυτικής ήπιας ισχύος: Να πλάσει τους μύθους και τις αφηγήσεις για έναν αμερικανικό 21ο αιώνα. Για τη δημιουργία αυτών των μύθων χρειάζεται μια νέκυια, μια καταβύθιση στον Άδη, που στην περίπτωση της σύγχρονης Δύσης είναι ο ναζισμός και ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος ως η σκοτεινή ήπειρος ενός ασυνειδήτου, που συνεχίζει να αρδεύει με ζωτικούς κρουνούς την πρόσοψη της φιλελεύθερης δημοκρατίας.
Τα φαντάσματα των νεκρών συντρόφων
Αυτό, όμως, που δεσπόζει στον Άδη και σε όλη την ταινία είναι τα φαντάσματα των νεκρών συντρόφων, που ο Οδυσσέας δεν μπόρεσε να σώσει. Αυτοί είναι οι μόνιμοι συνοδοί του Οδυσσέα, οι ενοχικές ενθυμήσεις που τον καθιστούν παγίως συντετριμμένο. Για αυτούς θέλει να σώσει την παρτίδα στο τέλος. Το στοιχείο αυτό της πλοκής του Νόλαν είναι εξαιρετικά επίκαιρο σε μια στιγμή όπου οι ΗΠΑ δεν μπορούν να σώσουν τους συμμάχους τους, αλλά τους θυσιάζουν ως αναλώσιμους για να σωθούν οι ίδιες. Σε μια εποχή όπου εξολοθρεύονται εκατοντάδες χιλιάδες Ουκρανοί ή που ξηλώνεται η ισχύς των αραβικών μοναρχιών, το μήνυμα για την ευθύνη έναντι των συντρόφων και συμμάχων που χάνονται είναι κομβικό. Κατά την ταινία, οι χαμένοι αυτοί αναλώσιμοι θα σωθούν στο συμβολικό επίπεδο, όταν ο Οδυσσέας και η Πηνελόπη θα μεταβούν στην άκρα Δύση, να θυσιάσουν για αυτούς, ανανεούμενοι ξανά μέσα από την επανεμβάπτιση στα νάματα του δυτικού πολιτισμού. Η μελλοντική νίκη της Δύσης θα είναι η σωτηρία και δικαίωση για όλους τους αναλώσιμους νεκρούς που σήμερα είναι φασματικά στοιχειά.
Η μαύρη Ελένη, η Κλυταιμνήστρα και ο Σκίρρων
Η Ελένη παρουσιάζεται ως το πρόσχημα για τον επεκτατικό πόλεμο των Αχαιών, ενώ η αλήθεια ήταν η διάνοιξη εμπορικών δρόμων. Η επιλογή να υποδυθεί η Αφρικανή Λουπίτα Νιόνγκο την ωραία Ελένη μοιάζει σαν ένα «lapsus» στην αφήγηση του Νόλαν. Αν η ωραία Ελένη συμβολίζει τις «ωραίες» ιδεολογίες, για τις οποίες γίνονται προσχηματικά οι πόλεμοι, τότε ακριβώς ο πρόσφατος αμερικανικός ιμπεριαλισμός είχε χρησιμοποιήσει ως παρόμοιες «ωραίες» δικαιολογίες για τη διάνοιξη κλειστών χωρών την πολυπολιτισμικότητα και την εμπορική φιλελεύθερη δημοκρατία. Ένας δυτικός πολιτισμός που είχε προηγουμένως βασανίσει τους Αφρικανούς ως δούλους για την οικονομική ανάπτυξη της Αμερικής, σε μία μεταγενέστερη φιλελεύθερη φάση μέχρι και τον Ομπάμα χρησιμοποιούσε την πολυπολιτισμικότητα ως την εύμορφη ιδεολογία, την «ωραία Ελένη» του, που δικαιολογούσε τους πολέμους έναντι των κλειστών κοινωνιών που δεν ήταν αρκούντως ανοικτές και πλουραλιστικές (άλλο αν πολλές από αυτές ήταν πολυπολιτισμικές, πλουραλιστικές, εκκοσμικευμένες και ανεκτικές με τον δικό τους τρόπο).
Το γεγονός πάλι ότι η Λουπίτα Νιόνγκο υποδύεται και την αδελφή της Ελένης, την Κλυταιμνήστρα, είναι σαν η κατ’ εξοχήν ευαλωτότητα, η Αφρικανή θηλυκότητα, να έχει δύο όψεις, αυτήν του θύματος που αφήνεται να χρησιμεύσει ως πρόσχημα και αυτήν της απειλής, που επιστρέφει εκδικητικά. Η Ελένη εντέλει σφραγίζεται από τον πόλεμο και η ωραιότητά της συνυπάρχει πλέον με την αποτύπωση του τραύματος, όπως στον Οδυσσέα η ευφυία και πονηριά σταδιακά μετατρέπονται σε σοφία. Πάντως, ως παρόμοιο «lapsus» της ταινίας θα μπορούσαμε να δούμε και το γεγονός ότι στο άλλο μεγάλο δόλιο τέχνασμα, τον Δούρειο Ίππο, εργαλειοποιείται ο χαρακτήρας του Σίνωνος, που τον υποδύεται ο τρανς άνδρας Έλιοτ Πέιτζ. Είναι και πάλι σαν μια εύγλωττη υπόμνηση του πόσο η καθ’ εαυτήν ορθή και προοδευτική woke ιδεολογία χρησιμοποιήθηκε από τον ιμπεριαλισμό ως «Δούρειος Ίππος» για πολέμους που διάνοιξαν με τη βία χώρες και κοινότητες συγκριτικά κλειστές στον καπιταλισμό.
Η απουσία των Φαιάκων: Γιατί ο Οδυσσέας δεν ήταν ποτέ ο «Κανένας»
Μεταξύ των σημαντικών παραλείψεων αναφέρονται η απουσία της νήσου των Φαιάκων αλλά και το επεισόδιο όπου σε διάλογο με τον Πολύφημο ο Οδυσσέας αυτοπροσδιορίζεται ως ο «Κανένας». Τα δύο συνδέονται, όπως παρατηρεί προσφυώς ο καθηγητής Δημήτρης Σταματόπουλος. Ο Οδυσσέας που στο νησί του Πολύφημου είναι ακόμη ο «κανένας», στη νήσο των Φαιάκων αποκτά την ταυτότητά του μέσα από την αφήγηση των περιπετειών του και γίνεται κάποιος. Στην Οδύσσεια του Νόλαν αυτό θα συμβεί μόνο στο τέλος, στην απώτατη Δύση, σε μια εσχατολογία της νίκης του δυτικού πολιτισμού, όταν θα δικαιωθούν οι νεκροί σύντροφοι και σύμμαχοι. Μέχρι εκείνο το τέλος, ο Οδυσσέας είναι διαλυμένος σε μια θραυσματική ύπαρξη όπου εναλλάσσονται τα flash-backs των τραγικών αναμνήσεων και η λήθη από τους λωτούς της Καλυψούς. Θρυμματισμένος πλην όχι κανένας. Αν στη «Διαλεκτική του Διαφωτισμού» των Μαξ Χορκχάιμερ και Τέοντορ Αντόρνο, το δυτικό υποκείμενο αυτοκαταργείται και απουσιάζει, προκειμένου να επιβιώσει, στον ανταγωνισμό του με τη φύση και τους φυσιοκεντρικούς πολιτισμούς, στη δική του διαλεκτική ο Νόλαν στήνει ένα αφήγημα συνέχειας.
Ο Οδυσσέας δεν γίνεται ποτέ «κανένας», γιατί την ταυτότητά του τη δίνει η πολιτισμική συνέχεια από την ομηρική αρχαιότητα ως τη χολιγουντιανή ύστερη νεωτερικότητα, περνώντας μέσα από τον ιπποτικό Μεσαίωνα και τον φασιστικό Β΄ Παγκόσμιο. Και την ταυτότητα θα τη δώσει όχι η αφήγηση καθ’ εαυτήν, αλλά η κυριαρχία σε μια εσχατολογία της ισχύος που αποτελεί, κατά Νόλαν, την πολιτισμική συνέχεια του δυτικού πολιτισμού. Αντί για ενοποιό αφήγηση με την τέχνη του αοιδού έχουμε θραυσματικά flash-backs με αυτήν του κινηματογραφιστή. Αντί για φυλετική ή γλωσσική συνέχεια, όπως θα διεκδικούσε λ.χ. ένας ελληνικός εθνικισμός, ο Αγγλοσάξονας Νόλαν διεκδικεί την πολιτισμική συνέχεια της ισχύος.
Για αυτό και στην εύγλωττη σκηνή, όπου ο μοναδικός Έλληνας ηθοποιός του έργου μιλάει στα ελληνικά, οι Αμερικανοί ηθοποιοί του Νόλαν του λένε στα αγγλικά «we are Greeks». Ο ελληνισμός δεν είναι θέμα γλώσσας, είναι θέμα ενός πολιτισμού της κυριαρχίας που ερμηνευτικώς αποδίδεται πίσω στον Όμηρο έτσι ώστε οι γνήσιοι κληρονόμοι του να είναι οι Αμερικανοί και όχι οι Νεοέλληνες, που απλώς μιλάνε μια ελληνική γλώσσα δίκην ξεχασμένων ιθαγενών. Βεβαίως, στο ποιος είναι ο κληρονόμος του Ομήρου ισχύει ένας εσχατολογικός πραγματισμός της δυνάμεως. Θα είναι όποιος επικρατήσει στο τέλος, ώστε να θυσιάσει, τιμώντας τους νεκρούς.
Η Καλυψώ ως «healer»
O συμφυρμός του επεισοδίου των Λωτοφάγων και της παραμονής στη νήσο της Καλυψούς μετατρέπει την Καλυψώ σε μία «healer», η οποία απαλλάσσει τον Οδυσσέα από τα τραύματα των αναμνήσεων. Πρόκειται για μια πραγματιστική «θεραπεία» με σκοπό την ενδυνάμωση του υποκειμένου. Κάπως όπως ένας βετεράνος κάνει ψυχανάλυση ή μετέρχεται άλλων ψυχιατρικών και ψυχοθεραπευτικών μεθόδων για να υπερβεί τη διαταραχή μετατραυματικού άγχους. Ή όπως ένας Ισραηλινός στρατιώτης του IDF κάνει κρουαζιέρα στα ελληνικά νησιά. Για αυτό και η μορφή της Καλυψούς είναι διττή: Κατά ένα μέρος, μπορεί να την επικρίνει κανείς ως προσφέρουσα λωτούς που θα κάνουν τον Οδυσσέα να ξεχάσει, δηλαδή να χάσει την αίσθηση της ιστορικής του συνέχειας και αποστολής. Κατά μία άλλη, είναι επαινετή, επειδή ενδυναμώνει τον Οδυσσέα και τον ικανώνει να φέρει σε πέρας το ιστορικό καθήκον του. Στην πραγματικότητα, το κακό και το καλό συνυπάρχουν μέσω μιας διαλεκτικής της Ιστορίας. Η Καλυψώ σώζει σε μία πρώτη φάση τον Οδυσσέα με το να του προσφέρει τη λησμονιά και τη διασκέδαση των ενοχών. Όμως, ο Οδυσσέας οφείλει να την εγκαταλείψει και να την καταστήσει παρωχημένη, αν θέλει να είναι ο πραγματικά ισχυρός.
Θα είχε κανείς τον πειρασμό να συγκρίνει την Καλυψώ με την κατάσταση της Δύσης στις μεταπολεμικές δεκαετίες και μέχρι τη μονοπολική στιγμή. Μια εποχή ευφορίας βυθισμένη στην ψυχεδέλεια των ναρκωτικών, που περιγράφει ο Τόμας Πίντσον στα έργα του, στην ηδονή και την ευφρόσυνη εξεγερσιακότητα, στη λησμονιά του καταναλωτισμού. Ο Νόλαν ως ένας κατά βάση συντηρητικός και δεξιός δημιουργός βλέπει μια διττότητα σε αυτήν την εποχή. Ήταν καλή όσο διάρκεσε, αλλά τώρα χρειάζεται να επιστρέψουμε στη σκληρά ισχύ της Δύσης για την τελική νίκη της. Η Καλυψώ είναι ένα «μόνο για λίγο καιρό ξαποσταίνει και ξανά προς τον φόνο τραβά». Είναι σαν μια ψυχοθεραπευτική συνεδρία που απαλλάσσει έναν φονιά από τις τύψεις του, προκειμένου αυτός να επανέλθει στους νέους φόνους που οφείλει να κάνει.
Μια ψυχοθεραπεία που προσφέρει κατ’ εξοχήν η κινηματογραφική τέχνη του Χόλιγουντ, η οποία πάντα μας προβληματίζει για τα παρελθόντα εγκλήματα των ΗΠΑ προκειμένου αυτές να ενδυναμωθούν ψυχικά μέσα από τον αναστοχασμό και να επιτελέσουν τα αναγκαία καινούργια εγκλήματα, όπως παρατηρεί σε ανάρτησή του ο Δημήτρης Τσίρκας. Πρόκειται, λοιπόν, για μια «ψυχοθεραπεία» πραγματιστική της ισχύος με σκοπό την τελική φονικότητα για την τελική νίκη. Ο Νόλαν, όπως είναι η αφετηριακή μου διάγνωση, εγκολπώνεται τα αριστεροφιλελεύθερα στοιχεία, προκειμένου να τα υποτάξει σε έναν δεξιό συντηρητισμό. Η ηδονική ραστώνη των λωτών και των οπίων του λαού που προσφέρουν ο καταναλωτισμός και η χαρμόσυνη αριστερή εξεγερσιακότητα είναι καλή λίαν, αρκεί να διαρκέσει για μια στιγμή, προτού ο αμερικανομηρικός ήρωας ζωστεί πάλι τα άρματα.
Εσχατολογία της Δύσης αντί για παλιννόστηση στην Ιθάκη
Ο Οδυσσέας που, σύμφωνα με τη συμβουλή του Αγαμέμνονα, επιστρέφει μεταμφιεσμένος σε ζητιάνο στην Ιθάκη ασκεί την «ειρωνεία», με την ετυμολογική σημασία της λέξης, δηλαδή την προσποίηση της αδυναμίας και του ελλείμματος. Το περιβάλλον των μνηστήρων παρουσιάζεται πολυφυλετικό εξίσου όσο και αυτό των συντρόφων του Οδυσσέα. Οι πολυφυλετικοί μνηστήρες της εξουσίας σε έναν κόσμο πολυπολικότητας εξοντώνονται από τον Οδυσσέα, ο οποίος, έχοντας διέλθει την πραγματιστική θεραπεία, είναι έτοιμος να αναλάβει την εξουσία. Και εδώ οι διαφορές από τον Όμηρο είναι αιχμηρές και αποκαλυπτικές. Ο Οδυσσέας, μολυσμένος από τα εγκλήματα της κατίσχυσης των Αχαιών, δεν θεωρεί εαυτόν άξιο να κυβερνήσει. Τον θρόνο αναλαμβάνει ο καθαρός υιός Τηλέμαχος, ενώ αυτός και η Πηνελόπη, ως οιονεί μετωνυμία της συμβολικής εξουσίας επί του κόσμου, θα πορευθούν στη Δύση.
Η Οδύσσεια του Νόλαν δεν διαθέτει μια μονόπλευρα κυκλική χρονικότητα της παλιννόστησης αλλά συνδυάζει την επιστροφή με ένα εσχατολογικό ταξίδι στη Δύση μαζί με την Πηνελόπη στις δυτικές νήσους, όπου ενδεχομένως λανθάνει η μυθική ιδέα για τις νήσους των Μακάρων, που πολλοί τις ταυτίζουν με τις Κανάριες νήσους. Εκεί θα γίνουν οι θυσίες για τη δικαίωση των νεκρών συντρόφων και συμμάχων. Το ζήτημα φαίνεται να είναι μια αναγέννηση του πολιτισμού μέσα από την ανα-εμβάπτιση στα νάματα της Δύσης. Ακόμη και το τραγούδι των Σειρηνών στον Νόλαν είναι εσχατολογικό: Οι Σειρήνες τραγουδούν αυτό που ήδη είχε και απώλεσε ο Οδυσσέας και για αυτό τον κινητοποιεί στην περιπέτειά του, όπως η βιβλική πτώση αποτελεί ένα εναρκτήριο λάκτισμα για την εύρεση του παραδείσου στο μέλλον. Στη Δύση με την Πηνελόπη ο Οδυσσέας θα επιχειρήσει να βρει στο πραγματικό αυτό που του είχαν επαγγελθεί οι Σειρήνες στο φαντασιακό επίπεδο.
Η ναυτική Δύση ως «λαοί της Θάλασσας»
Σημειωτέον ότι, όπως ο Οιδίπους ανακαλύπτει ότι ο ένοχος του εγκλήματος που διερευνά είναι ο εαυτός του, κατά μία παρόμοια οιδιπόδεια στιγμή δηλώνεται στην ταινία διά της Πηνελόπης ότι οι «λαοί της Θάλασσας», τους οποίους όλοι αναμένουν ως καβαφικούς βαρβάρους είναι ενδεχομένως οι ίδιοι οι Αχαιοί, οι Έλληνες. Αυτοί ήταν που με τη βίαιη άλωση και πυρπόληση της Τροίας έθεσαν σε κίνηση έναν φαύλο κύκλο βίας και μετανάστευσης, συμπτώματα του οποίου φέρονται να είναι και οι νόστοι των διαφόρων στρατηγών, που συχνά ήταν εξαιρετικά αιματηροί, όπως είδαμε στις περιπτώσεις του Μενέλαου και του Αγαμέμνονα, αλλά και οι λοιπές επιδρομές, που φέρονται να είναι προϊόντα εσωτερικών εξεγέρσεων και κρίσεων όχι αποκλειστικά ξένων εισβολών.
Ως «λαοί της Θάλασσας» σήμερα θα μπορούσαν να νοηθούν οι ναυτικές αγγλοσαξονικές δυνάμεις της Δύσης, οι οποίες κατ’ εξοχήν αυτές ήδη από την πρώιμη νεωτερικότητα τον 16ο αιώνα έβαλαν πλώρη για τον αποικισμό του πλανήτη, ενώ και σήμερα βρίσκονται στην πρωτοπορία του βίαιου «ανοίγματος» των συγκριτικά κλειστών ή μη πειθήνιων κρατών (για την ακρίβεια σήμερα δεν «ανοίγουν» κανέναν, γιατί είναι όλοι ήδη ανοικτοί, σήμερα απλώς καταστρέφουν ως αυτοσκοπό τους μη συμμάχους, ώστε να ανατρέψουν τις εμπορικές ολοκληρώσεις των αντιπάλων).
Η ανατροπή αυτή στην ταινία του Νόλαν μπορεί να ειδωθεί ως μια οιονεί χριστιανικού τύπου «μετάνοια» και αναστοχασμός της Δύσης ότι αυτή βρίσκεται στην αφετηρία των φαύλων κύκλων της βίας. Ωστόσο, δηλώνει επίσης ότι ο αγώνας εντέλει είναι ενδοδυτικός, είναι μια μάχη της Δύσης με τον κακό εαυτό της. Οι εκτός Δύσης δεν φαίνονται να διεκδικούν να αντικαταστήσουν τη Δύση ή να την αλώσουν στον μύχιο πυρήνα της. Η δυτική νεωτερικότητα έχει αφομοιώσει και τις πολιτισμικές ετερότητες, ώστε η σύγκρουση πολιτισμών να λαμβάνει χώρα μεταξύ υβριδίων δύσης και παράδοσης, όπως βλέπουμε λ.χ. και στην καπιταλιστική Ρωσία, την «Ισλαμική Δημοκρατία» του Ιράν ή στη σύνθεση σοσιαλισμού, καπιταλισμού, αλλά και κομφουκιανισμού, ταοϊσμού και βουδισμού στην Κίνα. Η οιδιπόδεια υπόμνηση, γνωστή και από άλλες ταινίες του Νόλαν, ότι ο ένοχος της βίας είναι ο κακός εαυτός μας, συνάδει με έναν δυτικο-μονισμό ότι σε έναν πλανήτη πολλαπλών νεωτερικοτήτων επαφίεται στην καθ’ αυτό Δύση ως προνομιακό φορέα του πνεύματος της παγκοσμιοποίησης να ανιχνεύσει μέσα της τις σωστές ρίζες της πολιτισμικής παγκοσμιότητας. Μεγαλειώδης σε κάθε περίπτωση η διακειμενική αναφορά του βυθισμένου στην άμμο Δούρειου Ίππου που παραπέμπει στο βυθισμένο στην άμμο άγαλμα της Ελευθερίας στην ταινία «ο Πλανήτης των Πιθήκων» του Φράκλιν Σάφνερ, άλλη μια ένδειξη ότι η «Οδύσσεια» του Νόλαν μπορεί να γίνει κατανοητή μόνο με όρους αποκαλυπτικής εσχατολογίας.
Εκχριστιανισμός του παγανισμού ή επαναπαγανισμός του χριστιανισμού και των εκκοσμικευμένων εκδοχών του;
Από αρκετούς έγινε η κριτική ότι ο Νόλαν «εκχριστιάνισε» τον παγανιστή ομηρικό ήρωα. Και όντως ο Νόλαν έθεσε τον Οδυσσέα σε μια γραμμική εσχατολογία από την Ανατολή προς τη Δύση, η οποία ενσωμάτωσε εντός της τον κυκλικό χρόνο της παλιννόστησης. Παρουσίασε έναν ήρωα συντετριμμένο να αναγεννάται μέσα από τη μετάνοια, τον αναστοχασμό και την ενδοσκόπηση με την κατ’ εξοχήν πολυτροπία του να είναι η δυνατότητα της ενσυναίσθησης. Μπορεί, όμως, να ειπωθεί και το αντίστροφο: Ότι δηλαδή ο Νόλαν πήρε τον χριστιανισμό του δυτικού πολιτισμού και τον εκπαγάνισε. Τρόπους υπάρξεως όπως η χριστιανική μετάνοια και χαρμολύπη τους έκανε μέσα για δύναμη, για πανηγυρισμό της ισχύος ως έσχατης μεταφυσικής αρχής.
Ο Νόλαν εδώ βεβαίως συντονίζεται με τη μεταφυσική της ισχύος, η οποία διατρέχει τη δυτική φιλοσοφία από τη βουλησιαρχία του Αυγουστίνου Ιππώνος, ο οποίος στην εποχή κατάρρευσης της δυτικής ρωμαϊκής αυτοκρατορίας έθεσε τη βούληση ως το ενοποιό στοιχείο συνοχής του ανθρωπίνου προσώπου, μέχρι τον βολονταρισμό του ύστερου Μεσαίωνα, τη διαλεκτική του Χέγκελ, τη θέληση του Σοπενάουερ, τη θέληση για δύναμη του Νίτσε ή τον τεχνολογικό υπερανθρωπισμό και μετανθρωπισμό στις μέρες μας. Ο αναστοχασμός ή η ενσυναίσθηση είναι μέσα για τη σοφία και η σοφία είναι μέσο για την αναβαθμισμένη ισχύ. Ο ήρωας με ενσυναίσθηση είναι ο κατ’ εξοχήν σοφός, δηλαδή ο κατ’ εξοχήν ισχυρός.
Ο Νόλαν έχει εκτυλίξει έναν μεταμοντέρνο μπατμανιτσεϊσμό και στην τριλογία του Μπάτμαν, αλλά και στον Οπενχάιμερ. Εδώ τιμούνται οι βετεράνοι με διαταραχή μετατραυματικού στρες, επειδή αυτοί που θα εξέλθουν από αυτήν, και όχι μόνο μέσω λωτών, είναι οι πραγματικοί ισχυροί, είναι αυτοί που έχουν πραγματοποιήσει τη νιτσεϊκή αυθυπέρβαση, η οποία περιλαμβάνει την ψυχική δύναμη της σοφίας πλάι στην όποια σωματική ρώμη ή υλική κατίσχυση.
Το πνεύμα της Δύσης αποκαλύπτεται στην ύστερη νεωτερικότητα αυτό που ήταν και στην πρώιμη: Μία χριστιανική αίρεση που επαναπαγανίζει τον χριστιανισμό μετατρέποντάς τον σε μια διαλεκτική μεταφυσική της ισχύος. (Και ως χριστιανική αίρεση δεν εννοούμε με τη στενή έννοια κάποια από τις δυτικές χριστιανικές ομολογίες, εννοούμε τον ίδιο τον νεωτερικό καπιταλισμό, ο οποίος με την έννοια του χρέους και της επένδυσης εκκοσμίκευσε τις χριστιανικές έννοιες της ενοχής και της επένδυσης στα έσχατα). Στον Νόλαν αυτή η μεταφυσική της ισχύος ενσωματώνει ως διαλεκτικές στιγμές όχι μόνο τον χριστιανισμό της μετάνοιας και της ενοχής, αλλά κατ’ εξοχήν την εκκοσμικευμένη εκδοχή του χριστιανικού οικουμενισμού που είναι η woke συμπερίληψη. Το γεγονός ότι στους «δυτικούς» Αχαιούς περιλαμβάνονται Αφρικανοί, Ασιάτες και τρανς άνδρες πιστοποιεί ακριβώς την ανώτερη ισχύ ενός πολιτισμού που μετέρχεται τις φυλετικές, έμφυλες και πολιτισμικές ετερότητες ως διαλεκτικές στιγμές του στην αναζήτηση της σοφίας που θα γίνει δύναμη.
Πώς θα ήταν ένας αριστερός Οδυσσέας;
Πολλοί ρωτούν: Γιατί μας πειράζει που ένας σκηνοθέτης του Χόλιγουντ προβαίνει σε αυτοκριτική για εγκλήματα της Δύσης ή που εντέλει παραδέχεται ότι η αφετηρία του κύκλου της βίας ήταν δυτική; Η απάντηση έγκειται στη συναισθηματική γλώσσα που αποτυπώνεται στις εικόνες. Ο «θεραπευμένος» Οδυσσέας στο νησί της Καλυψούς είναι αυτός που θα υποδυθεί τον ζητιάνο, όχι κατά μία κένωση, όπως αυτή του ταπεινού Χριστού που σταυρώνεται, αλλά για να εξοντώσει τους μνηστήρες σε έναν τελικό πανηγυρισμό μιας ανήδονης πλην αναγκαίας και λυσιτελούς βίας. Η ενοχή ή η ενσυναίσθηση, συμπεριλαμβανομένης ακόμη και της οικείωσης της αδυναμίας ή της ευαλωτότητας, έχουν ως τελικό αίτιο την ισχύ και όχι το αντίστροφο.
Πώς θα ήταν μια αυθεντική μετάνοια; Θα ήταν μία συντριβή, η οποία δεν θα εντασσόταν σε οποιαδήποτε τελεολογία ισχύος. Δεν αποκλείεται άλλοι Αμερικανοί σκηνοθέτες να το έχουν επιτύχει αυτό σε ταινίες μετανοίας για αμερικανικά εγκλήματα στο Βιετνάμ ή το Ιράκ. Ο Νόλαν, πάντως, ως ώριμη χολιγουντιανή αυτοσυνειδησία της σύγχρονης και μελλοντικής δυτικής ταυτότητας όχι. Στον Νόλαν βλέπουμε την όποια «αριστερά» της πολυπολιτισμικότητας, της ετερότητας και της συμπερίληψης να χρησιμοποιείται ως μέσο για μια «δεξιά» της ανάληψης της ευθύνης, της μπατμανιτσεϊκής αυθυπέρβασης και της ισχύος. Είμαστε ευαίσθητοι για να γίνουμε σοφοί, για να γίνουμε δυνατοί, φαίνεται να είναι η σειρά.
Κάπως όπως στις αυτοβιογραφίες του Τζέι Ντι Βανς διαβάζουμε για τη σημασία που έπαιξε για την πνευματική συγκρότηση του αυτοπροβαλλόμενου ως μελλοντικού προέδρου των ΗΠΑ η εμπειρία του να έχει υπάρξει βετεράνος του πολέμου στο Ιράκ ή όπως στο προεκλογικό όραμα της Μαρίν Λε Πεν βρίσκουμε τόσο τον χριστιανισμό όσο και την εκκοσμίκευση να είναι από κοινού τα ταυτοτικά χαρακτηριστικά της Δύσης ως αυτοσκοπού. Η επιτυχία της ταινίας έγκειται ακριβώς στη σύνθεση λίμπεραλ «αριστεράς» και συντηρητικής δεξιάς της ισχύος με το τελικό αίτιο να εντοπίζεται στη δεξιά, η οποία παράγει σήμερα τα πλέον επιδραστικά αφηγήματα σαν πρόβα μιας ιδεολογικής ηγεμονίας της. Πώς θα ήταν σήμερα ένας «αριστερός» Οδυσσέας; Τι θα έκανε πέρα από τη βίωση μιας ψυχικής συντριβής, η οποία δεν θα ήταν απλώς ένα στάδιο για τελική κατίσχυση; Αυτό είναι ένα ερώτημα που αξίζει τη σκέψη μας.
Διονύσιος Σκλήρης