Συγκεκριμένα, σύμφωνα με αξιωματούχο του υπουργείου Υγείας, έχουν καταγραφεί 174.694 κρούσματα οξέων αναπνευστικών λοιμώξεων από τον Αύγουστο έως τις 21 Σεπτεμβρίου, αριθμός σημαντικά αυξημένος σε σχέση με τα περισσότερα από 113.000 κρούσματα που είχαν αναφερθεί έως τις 9 Σεπτεμβρίου.

«Εχουν καταγραφεί 174.694 κρούσματα οξέων αναπνευστικών λοιμώξεων από τον Αύγουστο μέχρι τις 21 Σεπτεμβρίου σε περιοχές που έχουν πληγεί από πυρκαγιές σε δάση και σε τύρφη», δήλωσε ο Θεν Σουγιάντι, αξιωματούχος του υπουργείου Υγείας, κατά τη διάρκεια συνέντευξης Τύπου, καθώς η χώρα δίνει μάχη για την κατάσβεση των πυρκαγιών.

Οι πυρκαγιές, που έχουν ενταθεί από τις αρχές Σεπτεμβρίου και εντοπίζονται κυρίως στο Βόρνεο και τη Σουμάτρα, έχουν καλύψει με τοξικό καπνό τμήματα του τεράστιου αρχιπελάγους των 284 εκατομμυρίων κατοίκων. Το νέφος έχει πλέον επεκταθεί και σε γειτονικές χώρες, μεταξύ άλλων στη Μαλαισία, τη Σιγκαπούρη, τις Φιλιππίνες, ακόμη και το Βιετνάμ.

Ο τοξικός καπνός περιέχει ρύπους, μεταξύ των οποίων λεπτά σωματίδια PM2,5, μικρότερα από μία ανθρώπινη τρίχα. Σύμφωνα με τον Θεν, τα σωματίδια αυτά μπορούν να προκαλέσουν σοβαρούς κινδύνους για την υγεία, όπως αναπνευστικές λοιμώξεις.

Για την αντιμετώπιση της κατάστασης, το υπουργείο Υγείας έχει κινητοποιήσει μονάδες διάσωσης στις πληγείσες περιοχές, εξοπλίζοντάς τες με συμπυκνωτές οξυγόνου, μάσκες και φιάλες οξυγόνου.

Παράλληλα, οι υγειονομικές αρχές απευθύνουν συστάσεις προς τους πολίτες για τον περιορισμό της έκθεσής τους στον μολυσμένο αέρα.

«Συμβουλεύουμε το κοινό να μειώσει τις υπαίθριες δραστηριότητες όταν η ποιότητα του αέρα επιδεινώνεται, να φοράει μάσκα και να παραμένει ενυδατωμένο», πρόσθεσε.

Η Ινδονησία αντιμετωπίζει συχνά πυρκαγιές κατά την περίοδο της ξηρασίας, η οποία συνήθως διαρκεί από τον Ιούλιο έως τον Οκτώβριο. Ωστόσο, φέτος οι πυρκαγιές είναι πιο έντονες, γεγονός που αποδίδεται εν μέρει σε ένα σημαντικό καιρικό φαινόμενο Ελ Νίνιο.

Οι ειδικοί επισημαίνουν, παράλληλα, τον ρόλο της κλιματικής αλλαγής, αλλά και τις συνέπειες δεκαετιών υποβάθμισης των δασών και πρακτικών αποψίλωσης της γης με κοπή και καύση. Οι πρακτικές αυτές έχουν μεταβάλει τα εδάφη και τα φυσικά περιβάλλοντα που υπό κανονικές συνθήκες είναι πιο ανθεκτικά στη φωτιά.