Η Βραζιλία είναι η μεγαλύτερη οικονομία της Λατινικής Αμερικής και του Νοτίου Ημισφαιρίου, ενώ είναι ιδρυτικό μέλος -το «b» στο ακρωνύμιο- των BRICS. Έχω διατυπώσει σε προηγούμενες αναλύσεις μου ότι το νέο Δόγμα Μονρόε των ΗΠΑ, εκτός από την ανατροπή των κυβερνήσεων της Βενεζουέλας, της Κούβας και της Νικαράγουα, βάζει στο στόχαστρο κάθε προοδευτική κυβέρνηση της ηπείρου, έχοντας τελικό στόχο την περικύκλωση της Βραζιλίας. Έτσι, εκτός από τον έλεγχο του ημισφαιρίου, επιθυμεί να ανακόψει την τάση της πολυπολικότητας και της αποδολαριοποίησης της παγκόσμιας οικονομίας.
Για αυτό, οι εκλογές στη Βραζιλία έχουν μεγάλη σημασία, τόσο για τη χώρα και την περιοχή, όσο και διεθνώς.
Ήδη, η επιρροή του Ντόναλντ Τραμπ έγινε ιδιαίτερα αισθητή στην εκστρατεία, ιδίως μετά την επιβολή δασμών και οικονομικών «κυρώσεων» στη Βραζιλία, στον απόηχο της δίκης του Ζαΐρ Μπολσονάρου, ο οποίος εκτίει κατ’ οίκον ποινή 27 ετών για απόπειρα πραξικοπήματος. Η Ομοσπονδιακή Αστυνομία της Βραζιλίας διερευνά πιθανή εξωτερική παρέμβαση των ΗΠΑ στις εκλογές, μετά από καταγγελία της Νομικής Υπηρεσίας του κράτους, σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε ο γενικός διευθυντής της υπηρεσίας, Αντρέι Ροντρίγκες.
Κατά την προεκλογική περίοδο, ο Λούλα κάλεσε τον Αμερικάνο πρόεδρο να μην «αναμιχθεί» στις βραζιλιάνικες εκλογές, ενώ ο Τραμπ δήλωσε ότι παρακολουθεί «πολύ στενά» την αναμέτρηση.
Με αφορμή τα παραπάνω, ζήτησα από την Μπεατρίς Μπίσιο, αναπληρώτρια καθηγήτρια του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών στο Ομοσπονδιακό Πανεπιστήμιο του Ρίο ντε Τζανέιρο και μέλος του Bandung Spirit Network, την άδεια να τη μεταφέρω στα ελληνικά την ανάλυσή της για το αποτέλεσμα των εκπλογών στη Βραζιλία και τις προκλήσεις που ακολουθούν.
Ακολουθεί η ανάλυσή της:
Η δημοκρατία στη Βραζιλία αντιμετωπίζει τη μεγαλύτερη δοκιμασία της από την αποκατάσταση της συνταγματικής τάξης στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και την υιοθέτηση του νέου Συντάγματος το 1988.
Σε αυτές τις γενικές εκλογές για την προεδρία, το Κογκρέσο, τους κυβερνήτες και τα νομοθετικά σώματα των πολιτειών, η Βραζιλία είναι διχασμένη μεταξύ δύο υποψηφίων που διαφέρουν ριζικά μεταξύ τους: αφενός, του Προέδρου Λούλα, ο οποίος επιδιώκει την επανεκλογή του για τέταρτη, μη συνεχόμενη θητεία, με ένα πρόγραμμα που περιλαμβάνει την υπεράσπιση της κυριαρχίας, της δημοκρατίας, του κράτους ως κινητήριας δύναμης της κοινωνικής δικαιοσύνης και μιας ενεργής διπλωματικής πολιτικής που περιλαμβάνει τη συμμετοχή της χώρας στις BRICS· και, από την άλλη, η υποψηφιότητα του Φλάβιο Μπολσονάρου, του πρωτότοκου γιου του πρώην προέδρου Μπολσονάρου, ο οποίος δεν μπορεί να βάλει υποψηφιότητα επειδή βρίσκεται στη φυλακή και έχει στερηθεί τα πολιτικά του δικαιώματα.
Η υποψηφιότητα του Φλάβιο Μπολσονάρου ενσαρκώνει τον ακραίο νεοφιλελευθερισμό, που χαρακτηρίζεται από τη διάβρωση των προγραμμάτων κοινωνικής πρόνοιας και την υποταγή στα συμφέροντα των ΗΠΑ, συγκεκριμένα στην ατζέντα του Ντόναλντ Τραμπ, τη στρατηγική συμμαχία με το Ισραήλ και τον ανταγωνισμό απέναντι στις ζωτικές για τη χώρα κινεζικές επενδύσεις. Αυτό το οικονομικό πρόγραμμα συνδυάζεται με έντονο ατομικισμό και μια αφοσίωση (γνήσια ή καιροσκοπική) στον νεοπεντηκοστιανικό κοινωνικό συντηρητισμό. Πέρα από αυτά, υπάρχει μια σειρά από σκάνδαλα: εν εξελίξει έρευνες για διαφθορά, δημόσιες δηλώσεις υπέρ της παράδοσης κρίσιμων ορυκτών στις ΗΠΑ, καθώς και φωτογραφικές αποδείξεις που τον συνδέουν με το βραζιλιάνικο αντίστοιχο της υπόθεσης Έπσταϊν. Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, είναι οι αναγνωρισμένες διασυνδέσεις του με πληρωμένους δολοφόνους και ντόπιες παραστρατιωτικές ομάδες (γνωστές ως «milicianos»).
Η εκλογή θα κριθεί σε δεύτερο γύρο στις 25 Οκτωβρίου. Στον πρώτο γύρο, ο Φλάβιο Μπολσονάρου αναδείχθηκε πρώτος με 47,03% των ψήφων, ενώ ο Λούλα κατέλαβε τη δεύτερη θέση με 45,16%. Το αποτέλεσμα θεωρείται συνέπεια όχι μόνο εσωτερικών ζητημάτων, αλλά και της ανόδου της ακροδεξιάς σε παγκόσμιο επίπεδο. Στην περίπτωση της Βραζιλίας, το φαινόμενο αυτό έγινε για πρώτη φορά ξεκάθαρο με τη νίκη, το 2018, του πατέρα του σημερινού υποψηφίου, Ζάιρ Μπολσονάρου. Επίσης, η άνοδος των ακροδεξιών δυνάμεων στη χώρα καθίσταται πλέον εμφανής από την υποστήριξη που λαμβάνει ο υποψήφιος Φλάβιο Μπολσονάρου. Πράγματι, σύμφωνα με ισχυρισμούς που διατυπώθηκαν ακόμη και από πρώην μέλη της CIA, οι οποίοι διερευνώνται σήμερα από την Ομοσπονδιακή Αστυνομία, η άνοδος αυτή φέρεται να τροφοδοτείται από ισχυρή ξένη υποστήριξη. Η υποστήριξη αυτή έχει τη μορφή τεράστιων χρηματικών ποσών, καθώς και πληροφοριών από τις μυστικές υπηρεσίες των ΗΠΑ και του Ισραήλ, μεταξύ αυτών αποτελεσμάτα συμπεριφορικών ερευνών και εξελιγμένα τεχνικών μέσων, που συνιστούν διάφορες μορφές ξένης παρέμβασης, όπως συνέβη στις πρόσφατες εκλογές στη Χιλή, τη Βολιβία, τον Ισημερινό, το Περού και την Κολομβία.
Όλα αυτά αποδεικνύουν ότι ο Πρόεδρος Λούλα αντιμετωπίζει, σε αυτή την προεκλογική εκστρατεία, μια αντιπολίτευση που είναι πολύ καλύτερα οργανωμένη τόσο σε εθνικό όσο και σε διεθνές επίπεδο, και είναι επομένως πιο επικίνδυνη από εκείνη του 2022.
Το τελικό αποτέλεσμα των εκλογών στη Βραζιλία θα έχει επιπτώσεις σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική, ιδίως στη Νότια Αμερική, δεδομένου του δημογραφικού, οικονομικού και πολιτικού βάρους της Βραζιλίας. Αρκεί να θυμηθούμε ότι, μετά τη δικτατορία που εγκαθιδρύθηκε στη Βραζιλία το 1964, ξεκίνησε ένα «φαινόμενο ντόμινο», που οδήγησε στην εγκαθίδρυση αυταρχικών καθεστώτων (και σχολών βασανιστηρίων) στη Χιλή, την Ουρουγουάη, την Αργεντινή, το Περού.
Η Βραζιλία περιβάλλεται σήμερα από ακροδεξιές κυβερνήσεις, με μοναδική εξαίρεση την Ουρουγουάη. Εάν μια ακροδεξιά κυβέρνηση υποταγμένη στα συμφέροντα των ΗΠΑ αναλάβει την εξουσία στη χώρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες, μέσω του «Δόγματος Μονρόε», θα έχουν εξασφαλίσει τον έλεγχο της περιοχής που θεωρούν «πίσω αυλή» τους. Η αποκατάσταση της κυριαρχίας και της δημοκρατίας στη Νότια Αμερική θα μπορούσε να πάρει δεκαετίες. Ένας Βραζιλιάνος πολιτικός αναλυτής δημοσίευσε ένα άρθρο που λειτουργεί επίσης ως προειδοποίηση για αυτό το γεγονός, επισημαίνοντας ότι μια νίκη της ακροδεξιάς στον δεύτερο γύρο των βραζιλιάνικων εκλογών θα μπορούσε να είναι η τελευταία ευκαιρία για όλους τους εν ζωή Βραζιλιάνους να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα.
Δεν είναι τυχαίο ότι ο Πρόεδρος Λούλα έχει λάβει θερμές δηλώσεις υποστήριξης από διάφορους κοινωνικούς και πολιτικούς τομείς σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική. Η σημασία της αντίστασης της Βραζιλίας στην απόλυτη κυριαρχία της ακροδεξιάς και της Ουάσιγκτον στην περιοχή γίνεται εύκολα κατανοητή πέρα από τα σύνορά της.
Σε αυτό το πλαίσιο, πρέπει να αναλυθούν δύο παράγοντες: το υψηλό ποσοστό αποχής, που ξεπέρασε ελαφρώς το 20% του εκλογικού σώματος – δηλαδή, 33 εκατομμύρια ψηφοφόροι! – και η πτώση του απόλυτου αριθμού ψήφων που έλαβε ο Πρόεδρος Λούλα στις εκλογές της Κυριακής: 4 εκατομμύρια ψήφοι λιγότερες από ό,τι στις εκλογές του 2022, ενώτο προβάδισμα του Φλάβιο Μπολσονάρου έναντι του Προέδρου Λούλα ήταν μόλις δύο εκατομμύρια ψήφοι.
Αυτοί οι δύο παράγοντες αναδεικνύουν ένα αίσθημα δυσαρέσκειας σε ένα τμήμα του εκλογικού σώματος λόγω του υψηλού κόστους ζωής και των επιπέδων εγκληματικότητας – τα οποία ο κυρίαρχος Τύπος αναλαμβάνει να επισημαίνει ξανά και ξανά. Πρόκειται για πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζουν στην καθημερινότητά τους, ιδίως οι φτωχότεροι εργαζόμενοι, οι άνεργοι και όσοι βγάζουν τα προς το ζην μέσω εφαρμογών μεταφοράς επιβατών. Όσον αφορά την εγκληματικότητα, το πιο άμεσο και μάλιστα βίαιο μήνυμα του Φλάβιο Μπολσονάρο – ότι «καλός εγκληματίας είναι ο νεκρός εγκληματίας» – μπορεί να ακούγεται πιο πειστικό, παρόλο που κατά τη διάρκεια της τετραετούς θητείας του Ζαΐρ Μπολσονάρου δεν σημειώθηκε βελτίωση στον τομέα της εγκληματικότητας.Αντίθετα, αυξήθηκαν οι θάνατοι από αστυνομικά πυρά.
Όσον αφορά το κόστος διαβίωσης, η ακροδεξιά αποδίδει την ευθύνη στον Πρόεδρο Λούλα, ο οποίος έχει δικαίως τονίσει τις πολλές φιλολαϊκές πολιτικές που κατάφερε να εφαρμόσει η κυβέρνησή του, ακόμη και όταν αντιμετώπιζε ένα εχθρικό Κογκρέσο. Χωρίς αυτές, η ζωή των εργαζομένων θα ήταν πράγματι πολύ χειρότερη.
Το γεγονός είναι ότι, για να ξεπεραστεί αυτό το αίσθημα ανησυχίας και απογοήτευσης από τη δημοκρατία, είναι απαραίτητο να δωθούν λύσεις σε αυτή την πικρή καθημερινή πραγματικότητα. Και για να γίνει αυτό, πώς να αποφύγουμε μια μάλλον περίπλοκη ανάλυση, που θα αναδεικνύει τον διεστραμμένο χαρακτήρα ενός συστήματος εκμετάλλευσης, η πιο ορατή εκδήλωση του οποίου είναι ο οικονομικός νεοφιλελευθερισμός;
Τίποτα από όλα αυτά δεν είναι εύκολο να εξηγηθούν σε μια προεκλογική εκστρατεία. Η κατάσταση γίνεται ακόμη χειρότερη σε εκστρατείες όπου τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης διαδίδουν ψευδείς και μεροληπτικές ειδήσεις, ενώ τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης παίζουν το παιχνίδι του νεοφιλελευθερισμού, εξυμνώντας τη δημοσιονομική λιτότητα και τις μειώσεις μισθών, καταδικάζοντας παράλληλα κάθε επένδυση προς στήριξη των πιο ευάλωτων ομάδων και σε δημόσιες υπηρεσίες υψηλής ποιότητας (εκπαίδευση, υγειονομική περίθαλψη, μεταφορές).
Είναι επομένως απαραίτητο, από μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη σκοπιά, να καθοριστούν τα σημερινά καθήκοντα στον τομέα της πολιτικής εκπαίδευσης – κάτι που, δυστυχώς, η αριστερά της περιοχής έχει εγκαταλείψει εδώ και πολύ καιρό. Και να συνδυάσουμε αυτά τα καθήκοντα με μια κατάλληλη επικοινωνική στρατηγική που να λαμβάνει υπόψη τα ηπειρωτικά χαρακτηριστικά της χώρας, καθώς και την περιφερειακή, εκπαιδευτική, πολιτιστική και γενεαλογική της ποικιλομορφία. Το έργο αυτό ενδέχεται να απαιτήσει τη σύσταση μιας «ομάδας εργασίας» που θα αρχίσει αμέσως να μελετά το ζήτημα, να αξιολογεί τις ρεαλιστικές δυνατότητες εφαρμογής μέτρων και να υποβάλλει προτάσεις.
Βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα, είναι επίσης απαραίτητο να αντιμετωπιστεί το βασικό μήνυμα ορισμένων νεοπεντηκοστιανικών εκκλησιών, των εκκλησιών της «Θεολογίας της Ευημερίας», που είναι βασικοί παράγοντες στην εκστρατεία της ακροδεξιάς. Στα μηνύματά τους, αυτές οι εκκλησίες διαστρεβλώνουν την ερμηνεία των καθημερινών δυσκολιών: υποστηρίζουν την αναζήτηση ατομικιστικών λύσεων και την προσωπική ολοκλήρωση (σε υλικό επίπεδο, φυσικά), παραμελώντας να ασχοληθούν με την κοινωνία ή τις πολιτικές πρακτικές που αποσκοπούν στο κοινό καλό. Το μήνυμά τους διαδίδεται ραγδαία σε έναν πληθυσμό που στερείται πρόσβασης σε ποιοτική εκπαίδευση και δεν είναι σε θέση να αναπτύξει δεξιότητες κριτικής σκέψης. Ωστόσο, είναι παραπλανητικό να διδάσκεται ότι η επιτυχία των λίγων είναι αποτέλεσμα ατομικής προσπάθειας, όπως και η αποτυχία των πολλών – η οποία με τη σειρά της οδηγεί σε εκθετική αύξηση των προβλημάτων ψυχικής υγείας, ακόμη και των αυτοκτονιών – ενθαρρύνοντας τους ανθρώπους να γυρίσουν την πλάτη τους στην πολιτική, η οποία παρουσιάζεται ως δομικά «διεφθαρμένη» και κακή.
Αυτό που παρουσιάζεται ως «αποτυχία» είναι, στην πραγματικότητα, αποτέλεσμα ενός καταπιεστικού συστήματος που εκδηλώνεται σε εγχώριο και διεθνές επίπεσο, καθώς και της έλλειψης υποστήριξης και πολιτικής βούλησης για την εφαρμογή μέτρων που αναγκαστικά θα αντιτάσσονταν σε αυτό το σύστημα.
Ωστόσο, τα ζητήματα αυτά απαιτούν μια πιο εμπεριστατωμένη και ευρεία ανάλυση. Η Βραζιλία βρίσκεται πλέον αντιμέτωπη με μια πρόκληση: μια προεκλογική εκστρατεία τριών εβδομάδων με στόχο να νικηθεί η ακροδεξιά, η οποία έχει ήδη εξασφαλίσει τον έλεγχο του Κογκρέσου και των περισσότερων πολιτειών της ομοσπονδίας στον πρώτο γύρο. Και επειδή κατέχει αυτόν τον έλεγχο, θα κάνει ό,τι είναι δυνατόν όχι μόνο για να αποτρέψει τη νίκη του Λούλα στον δεύτερο γύρο, αλλά και να χρησιμοποιήσει αυτή την πλειοψηφία σε περίπτωση που ηττηθεί, ώστε να αφήσει στον Πρόεδρο πολύ μικρό περιθώριο να περάσει μέτρα που αντιτίθενται στην ατζέντα της. Παρ’ όλα αυτά, η πρόκληση αυτή τη στιγμή είναι να αγωνιστούμε για την υπεράσπιση της προεδρίας, χωρίς να αγνοούμε τις δυσκολίες που μας περιμένουν.
Πρέπει λοιπόν να σηκώσουμε τα μανίκια μας, να βγούμε στους δρόμους και να μιλήσουμε στους ψηφοφόρους που απείχαν από την ψηφοφορία, καθώς και σε όσους είναι δυσαρεστημένοι με όσα τους έχει προσφέρει η δημοκρατία. Πρέπει να δραστηριοποιηθούμε με σύνεση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και πάντα να απευθυνόμαστε στο συναίσθημα, καθώς πολλοί ειδικοί πιστεύουν ότι αυτό είναι που καθορίζει την επιλογή του ψηφοφόρου.
Για τον σκοπό αυτό, πρέπει να μιλήσουμε με απόλυτη σαφήνεια για το τι θα σήμαινε μια νίκη του Φλάβιο Μπολσονάρου! Υπάρχουν πολλά να εξηγήσουμε στο κοινό σχετικά με αυτό το θέμα, το οποίο δεν έγινε επαρκώς κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας του πρώτου γύρου. Η πλειοψηφία του βραζιλιάνικου πληθυσμού δεν έχει ρεαλιστική εικόνα των δεινών που τον περιμένουν αν η ακροδεξιά κερδίσει τις εκλογές! Διότι η ψήφος υπέρ του Φλάβιο Μπολσονάρου σε μεγάλο βαθμό δεν ήταν ιδεολογική ψήφος. Αλλά ψήφος που προκλήθηκε από τη δυσαρέσκεια και τη διαμαρτυρία και τροφοδοτήθηκε σημαντικά από ψευδείς ειδήσεις που διαδόθηκαν μέσω των κοινωνικών δικτύων που ελέγχονται από τις μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας, οι οποίες βρήκαν εύφορο έδαφος σε μια πραγματικότητα που υπολείπεται των δίκαιων προσδοκιών πολλών απλών πολιτών.
Κατά τη διάρκεια αυτών των τριών εβδομάδων, πρέπει να ευαισθητοποιήσουμε τους ψηφοφόρους, ιδίως τους νεότερους, για το τίμημα που πλήρωσε η Βραζιλία στα 21 χρόνια δικτατορίας. Ο αγώνας για την αποκατάσταση της δημοκρατίας συνεπαγόταν προσωπικές θυσίες, βασανιστήρια, αιματοχυσία και εξορίες για χιλιάδες Βραζιλιάνους. Μήπως η δημοκρατία που έχουμε δεν είναι αυτή που θα επιθυμούσαμε; Σε αυτή την περίπτωση, πρέπει να θυμόμαστε το μήνυμα του Προέδρου Λούλα στην τελευταία συνέντευξη της προεκλογικής του εκστρατείας: η δημοκρατία είναι κάτι που χτίζουμε όλοι μαζί· πρέπει να συμμετέχουμε στην πολιτική ζωή – οι νέοι, οι λιγότερο νέοι και οι ηλικιωμένοι! Μόνο τότε θα έχουμε και το δικαίωμα να ασκούμε κριτική!