Πρωτογενές πλεόνασμα 3,8% του ΑΕΠ
Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του S&P, η Ελλάδα αναμένεται να καταγράψει και το 2026 πρωτογενές δημοσιονομικό πλεόνασμα, το οποίο προβλέπεται να διαμορφωθεί στο 3,8% του ΑΕΠ. Ο οίκος αποδίδει την επίδοση αυτή στη βελτίωση της φορολογικής συμμόρφωσης και στη μείωση της ανεργίας, παρά την αύξηση των δαπανών για δημόσιες επενδύσεις.
Παράλληλα, εκτιμά ότι η ελληνική οικονομία έχει επιδείξει ανθεκτικότητα απέναντι στις διαδοχικές διεθνείς αναταράξεις και ότι οι αναπτυξιακές προοπτικές παραμένουν θετικές, με βασικούς μοχλούς τον τουρισμό και τις επενδύσεις.
Ωστόσο, ο οίκος επισημαίνει ότι οι ισχυρές δημοσιονομικές επιδόσεις συνυπάρχουν με σημαντικές εξωτερικές ανισορροπίες και υψηλά επίπεδα δημόσιου και εξωτερικού χρέους. Η συμμετοχή της χώρας στην Ευρωζώνη και η τήρηση των δημοσιονομικών κανόνων της ΕΕ θεωρούνται παράγοντες προστασίας απέναντι σε ενδεχόμενους κλυδωνισμούς του ισοζυγίου πληρωμών.
Ο S&P εκτιμά ότι το συνολικό δημοσιονομικό πλεόνασμα, συνυπολογίζοντας τους τόκους για την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους, θα φτάσει το 0,8% του ΑΕΠ το 2026. Η πρόβλεψη αυτή υπερβαίνει κατά περίπου μία ποσοστιαία μονάδα του ΑΕΠ τον αρχικό κυβερνητικό στόχο.
Τα διαθέσιμα μηνιαία στοιχεία έως τον Αύγουστο έδειχναν ότι ο κρατικός προϋπολογισμός βρισκόταν περίπου 1,1 δισ. ευρώ πάνω από τον στόχο. Ο οίκος συνδέει την εξέλιξη αυτή με τα αυξημένα έσοδα από τον τουρισμό, τη μείωση της ανεργίας και την ενίσχυση των φορολογικών εσόδων λόγω των μέτρων για τη φορολογική συμμόρφωση.
Η εκτίμηση για υψηλότερο πλεόνασμα διατυπώνεται παρά την υπέρβαση ορισμένων δαπανών και τις ανακοινώσεις για αύξηση των επενδύσεων που χρηματοδοτούνται από εγχώριους πόρους.
Για την περίοδο 2027-2029, ο S&P προβλέπει ότι τα συνολικά δημοσιονομικά πλεονάσματα θα διαμορφωθούν κατά μέσο όρο στο 0,2% του ΑΕΠ, ενώ το πρωτογενές πλεόνασμα αναμένεται να διατηρηθεί στο 3,2%.
Μείωση του δημόσιου χρέους έως το 2029
Ο οίκος εκτιμά ότι το καθαρό δημόσιο χρέος, μετά την αφαίρεση των ταμειακών διαθεσίμων, θα υποχωρήσει στο 123% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2026. Η εκτίμηση λαμβάνει υπόψη τα ταμειακά αποθέματα της χώρας, τα οποία υπολογίζονται σε περίπου 33 δισ. ευρώ ή 12,4% του ΑΕΠ.
Με βάση τις προβλέψεις του S&P, ο δείκτης του χρέους θα έχει μειωθεί κατά περίπου 40 ποσοστιαίες μονάδες σε σχέση με το τέλος του 2019 και αναμένεται να υποχωρήσει περαιτέρω, στο 107% του ΑΕΠ έως το τέλος του 2029.
Ο οίκος συνδέει την προοπτική αυτή με τη συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και την αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ. Παράλληλα, διευκρινίζει ότι ενδεχόμενη ουσιαστική και διατηρήσιμη βελτίωση των εξωτερικών ανισορροπιών ή σημαντική μείωση του εξωτερικού χρέους θα μπορούσε να οδηγήσει σε αναβάθμιση της πιστοληπτικής αξιολόγησης. Αντίθετα, σημαντική επιδείνωση των δημοσιονομικών επιδόσεων θα μπορούσε να οδηγήσει σε υποβάθμιση.
Τουρισμός και επενδύσεις στηρίζουν την ανάπτυξη
Ως βασικούς μοχλούς της οικονομικής δραστηριότητας αναδεικνύει ο S&P τον τουρισμό και τις επενδύσεις, με ιδιαίτερη αναφορά στη συμβολή του ευρωπαϊκού Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας, το οποίο εισέρχεται στην τελική φάση υλοποίησής του.
Ο οίκος προβλέπει ότι η ελληνική οικονομία θα αναπτυχθεί κατά μέσο όρο με ρυθμό 2,1% την περίοδο 2027-2029, εκτιμώντας ότι η πορεία αυτή θα στηριχθεί και στην περαιτέρω βελτίωση της αγοράς εργασίας.
Σύμφωνα με τις προβλέψεις του, το κατά κεφαλήν ΑΕΠ θα φτάσει τα 35.100 δολάρια το 2029, αντιστοιχώντας περίπου στο 55% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, έναντι 47% το 2019.
Παρά τις θετικές προβλέψεις για την ανάπτυξη, η διατήρηση της επενδυτικής βαθμίδας δεν αναιρεί τις διαρθρωτικές αδυναμίες που καταγράφει ο οίκος, με κυριότερες το υψηλό δημόσιο και εξωτερικό χρέος και τις εξωτερικές ανισορροπίες της οικονομίας.
Πηγή: ΕΡΤnews – ΑΠΕ-ΜΠΕ