Είχε βρέξει και ήμουν μούσκεμα μέχρι το κόκαλο.
Δεν ήταν ούτε καλοκαίρι, ούτε χειμώνας.
Ήταν ένα ζεστό φθινόπωρο με χειμωνιάτικες ανταύγειες.
Αυτό που φεύγεις απ’ το σπίτι με κοντομάνικο και βερμούδα και καταλήγεις να αγοράσεις μπουφάν και παντελόνι μέχρι να επιστρέψεις.
Αυτό που λες θα πάω με τα πόδια και επιστρέφεις με ταξί.
Αυτό που λές «Δέκα λεπτά είναι το σπίτι» και στέκεσαι μια ώρα κάτω από ένα υπόστεγο μαζί με διάφορο κόσμο που δεν τολμάτε να περάσετε τον δρόμο γιατί θα σας φτάσει ο χείμαρρος στο Φάληρο.
Δεν είχε βρέξει πολύ.
Το νερό μου έφτανε μέχρι το γόνατο, δεν ήταν και μέχρι το λαιμό.
Παράσερνε μόνο τα μικρά αυτοκίνητα.
Τα λεωφορεία πχ δεν τα έπαιρνε.
Δίπλα μου ήταν αυτή.
Σκέφτηκα να της προσφέρω την ομπρέλα μου, αλλά στην κατάσταση που ήμασταν θα την έριχνα μόνο αν είχα βάρκα. Την κοίταζα επίμονα. Είχα την εντύπωση πως αν την κοιτάξω πολύ έντονα και βάλω όλη τη δύναμη του μυαλού μου, θα γυρίσει να με κοιτάξει κι αυτή.
Ξαφνικά έφαγα ένα μπουκέτο από το αγόρι της και έπεσα μέσα στα νερά. Δεν ειχα δει ότι συνοδευόταν από κάποιον.
Κανείς δεν έκανε να με βοηθήσει.
Άρχισα να πλέω σαν κούτσουρο και να χτυπάω δεξιά κι αριστερά του δρόμου. Ευτυχώς περνούσα ένα πυροσβεστικό όχημα, με πάτησε και με κόλλησε στην άσφαλτο. Όταν έφυγαν τα νερά συνειδητοποίησα ότι πίσω μου είχε σχηματιστεί ένα βουνό από κομμένα κλαδιά δέντρων, λάστιχα αυτοκινήτων, γλάστρες, σακούλες σκουπιδιών, ένα σμαρτ και διάφορα άλλα αντικείμενα.
Σηκώθηκα ο μισός, όσος δεν ήμουν κολλημένος στην άσφαλτο και σύρθηκα μέσα στο βουλωμένο φρεάτιο.
Έτσι έφυγα από την αθήνα και βρέθηκα στην Αίγυπτο.
Μην ξενερώνετε ποτέ!
Πάντα, τελευταία στιγμή, θα συμβεί αυτό που δεν το περιμένεις.